• Μεγάλα γράμματα
  • Κανονικά γράμματα
  • Μικρά γράμματα

ΔΕΛΤΙΟΝ ΤΥΠΟΥ 6.3.2012

E-mail Εκτύπωση PDF

ΔΕΛΤΙΟΝ ΤΥΠΟΥ

Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Χίου κ. Μάρκος ευρίσκεται στην Αθήνα, όπου σήμερα Τρίτη, 6 Μαρτίου 2012, θα συμμετάσχει σε Συνεδρία της Ειδικής Συνοδικής Επιτροπής Πολιτιστικής Ταυτότητος, της οποίας είναι τακτικό Μέλος.

Αύριο Τετάρτη το πρωί, θα τελέσει την Προηγιασμένη Θ. Λειτουργία στην Ιερά Μονή Πετράκη, ως ο νεώτερος τη τάξει Μητροπολίτης, εν όψει της Εκτάκτου Συγκλήσεως της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, στις εργασίες της οποίας και θα λάβει μέρος (7 και 8 Μαρτίου 2012).

Επίσης, θα επισκεφθεί, ως συνήθως, την Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Ο Σεβασμιώτατος επιστρέφει στην Χίο την Παρασκευή 9 Μαρτίου 2012 

Τελευταία Ενημέρωση στις Πέμπτη, 03 Αύγουστος 2017 22:46

Ομιλία Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Χίου κ. Μάρκου την Κυριακή της Ορθοδοξίας 4/3/2012

E-mail Εκτύπωση PDF

Η ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ:

Η  ΕΝ ΧΡΙΣΤῼ ΑΝΑΣΤΗΛΩΣΙΣ  ΤΗΣ ΠΕΠΤΩΚΥΙΑΣ ΕΙΚΟΝΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

*

Τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Χίου, Ψαρῶν καί Οἰνουσσῶν  κ. ΜΑΡΚΟΥ

 

«Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ, Κυ­ρια­κῇ πρώ­τῃ τῶν Νη­στει­ῶν,

ἀ­νά­μνη­σιν ποι­ού­με­θα τῆς ἀ­να­στη­λώ­σε­ως

τῶν ἁ­γί­ων καί σε­πτῶν εἰ­κό­νων,

γε­νο­μέ­νης πα­ρά τῶν ἀ­ει­μνή­στων

Αὐ­το­κρα­τό­ρων Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως

Μι­χα­ήλ καί τῆς μη­τρός αὐ­τοῦ Θε­ο­δώ­ρας,

ἐ­πί Πα­τρι­αρ­χεί­ας τοῦ ἁ­γί­ου καί ὁ­μο­λο­γη­τοῦ Με­θο­δί­ου» 

Μέ τούς λό­γους αὐ­τούς ὁ ἱ­ε­ρός Συ­να­ξα­ρι­στής, πη­γή γρα­πτή, ἄ­με­σος τῆς φι­λο­λο­γι­κῆς γραμ­μα­τεί­ας τῶν Βυ­ζαν­τι­νῶν χρό­νων, ὁ­ρί­ζει, προσ­δι­ο­ρί­ζει καί κα­θο­ρί­ζει τό ἱστορικό πε­ρι­ε­χό­με­νο τοῦ ση­με­ρι­νοῦ ἑ­ορ­τα­σμοῦ.

Σή­με­ρα ἑ­ορ­τά­ζου­με τήν Ὀρ­θο­δο­ξί­α, σή­με­ρα ἑ­ορ­τά­ζου­με τό «πα­τρο­πα­ρά­δο­τον σέ­βας», σή­με­ρα ἑ­ορ­τά­ζου­με τήν «Μη­τέ­ρα εὐ­σέ­βειαν».

Γεν­νᾶ­ται, ὅ­μως, εὔ­λο­γο τό ἐ­ρώ­τη­μα: Για­τί ἡ Ἐκ­κλη­σί­α, ὁ ἀ­κλό­νη­τος στῦ­λος καί τό ἀ­πε­ρί­σει­στο ἑ­δραί­ω­μα τῆς ἀ­λη­θεί­ας, ὅ­ρι­σε ὡς ἑ­ορ­τα­σμό πού ὑ­πο­στα­σιά­ζει τήν ὀρ­θό­δο­ξη δι­δα­σκα­λί­α καί πί­στη τό γε­γο­νός τῆς δι­α­κη­ρύ­ξε­ως γιά τήν ἀ­να­στή­λω­ση καί τι­μη­τι­κή προ­σκύ­νη­ση τῶν ἱ­ε­ρῶν εἰ­κό­νων, τόσο ἀ­πό τήν ἐν Νικαίᾳ ἁ­γί­α Ζ´ Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δο, πού ἡ καταληκτήρια συνεδρία της ἔ­λα­βε χώ­ρα στή Βα­σι­λεύ­ου­σα, τήν «τοῦ Κων­σταν­τί­νου Πό­λιν», τό πα­λά­τιον τῆς Μα­γναύ­ρας τό 787 καί «εἰ­ρή­νευ­σεν ἡ τοῦ Θε­οῦ Ἐκ­κλη­σί­α, εἰ καί ὁ ἐ­χθρός τά ἑ­αυ­τοῦ ζι­ζά­νια ἐν τοῖς ἰ­δί­οις ἐρ­γά­ταις σπεί­ρειν οὐ παύ­ε­ται», ὅσο καί ἀπό τήν Σύνοδο τῆς Κωνσταντινουπόλεως τοῦ 843 ;

Για­τί δέν ἐ­πε­λέ­γη ἡ ἑ­ορ­τή τῶν Χρι­στου­γέν­νων, ἡ μη­τρό­πο­λη αὐτή τῶν ἑ­ορ­τῶν;

Για­τί δέν προ­ε­κρί­θη ἡ λαμ­προ­φό­ρος Ἀ­νά­στα­ση, «ἑ­ορ­τῶν ἑ­ορ­τή καί πα­νή­γυ­ρις πα­νη­γύ­ρε­ων»;

Για­τί δέν ὁ­ρί­σθη ἡ ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κή Πεν­τη­κο­στή;

Ἡ ἀ­πάν­τη­ση δί­δε­ται ἀ­πό τήν βα­θύ­τε­ρη ὀν­το­λο­γι­κή ἑρ­μη­νεί­α τοῦ ἱ­στο­ρι­κοῦ ὅ­ρου «ἀ­να­στή­λω­ση τῶν εἰ­κό­νων», πού πέ­ραν καί πά­νω ἀ­πό ἕ­να συγ­κε­κρι­μέ­νο ἱ­στο­ρι­κό γε­γο­νός τοῦ «νῦν» τῆς τε­λέ­σε­ώς του, συ­νι­στᾶ ἕ­να αἰ­ώ­νιο θε­όσ­δο­το χά­ρι­σμα στό «ἀ­εί» τῆς ἐπενεργείας του.

Μέ τήν παν­σο­φί­α, τήν παν­το­δυ­να­μί­α καί τήν πα­να­γα­θό­τη­τα ἡ Τρι­σή­λιος Θε­ό­τη­ς ἐ­ποί­η­σε «πάν­τα ὁ­ρα­τά­ τε καί ἀ­ό­ρα­τα». Μέ­σος τοῦ φυ­σι­κοῦ καί πνευ­μα­τι­κοῦ κό­σμου ἐ­δη­μι­ουρ­γή­θη ὁ ἄν­θρω­πος, ἡ κα­τα­κλείς καί κο­ρω­νίς τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας. Τήν ὑ­πέ­ρο­χη ἐν τῷ κό­σμῳ θέ­ση του ἐμ­φαί­νει ἰ­δαιτέρως ὁ δι­α­φέ­ρων τρό­πος, κατά τόν ὁποῖο ἐ­δη­μι­ουρ­γή­θη.

Ὁ Θε­ός, κατά τή χριστιανική κοσμογονία, δι­α­βου­λεύ­ε­ται πρός τόν Ἑ­αυ­τόν Του γιά τήν δη­μι­ουρ­γί­α τοῦ ἀν­θρώ­που. «Καί εἶ­πεν ὁ Θε­ός : ποι­ή­σω­μεν ἄν­θρω­πον κατ᾿ εἰ­κό­να ἡ­με­τέ­ραν καί καθ᾿ ὁ­μοί­ω­σιν».

Ἡ ἔν­νοι­α τοῦ «κατ᾿ εἰ­κό­να» (i­m­a­go D­ei) ἀ­να­φέ­ρε­ται στόν «ἔ­σω ἄν­θρω­πον», δι­ό­τι ὁ Θε­ός εἶ­ναι ἀ­σχη­μά­τι­στος, ἄ­φθαρ­τος καί ἀ­σώ­μα­τος. Αὐ­τό συ­νί­στα­ται στή λο­γι­κό­τη­τα, μέ τήν ὁ­ποί­α ὁ Δη­μι­ουρ­γός ἐ­προί­κη­σε τήν πνευ­μα­τι­κή φύ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που καί στό ἀ­πα­ραί­τη­το συμ­πλή­ρω­μά της, τό αὐ­τε­ξού­σιον, μέ τό ὁ­ποῖο ὁ ἄν­θρω­πος ἀ­νά­γε­ται  σέ προ­σω­πι­κό­τη­τα ἠ­θι­κή, ἐ­πι­δε­κτι­κή πά­σης προ­ό­δου καί δυ­να­μέ­νη νά κα­τα­στεῖ «κοι­νω­νός θεί­ας φύ­σε­ως».

Τό «καθ᾿ ὁ­μοί­ω­σιν», κατά τούς Ἁ­γί­ους καί Θε­ο­φό­ρους Πα­τέ­ρες, εἶ­ναι ὁ τε­λι­κός ὑ­παρ­κτι­κός στό­χος τοῦ ἀν­θρω­πί­νου προ­σώ­που, ὁ ὁ­ποῖ­ος κα­θί­στα­ται ἐ­φι­κτός διά τῆς προ­σοι­κει­ώ­σεως τῆς ἁ­γι­ό­τη­τος, ὄ­χι βί­ᾳ καί ἀ­νάγ­κῃ ἀλ­λά αὐ­το­προ­αι­ρέ­τως καί ἐ­λευ­θέ­ρως.

Με­τά τήν πτώ­ση, «πα­ρα­κού­σας ὁ ἄν­θρω­πος τοῦ ἀ­λη­θι­νοῦ Θε­οῦ, τοῦ κτί­σαν­τος αὐ­τόν καί τῇ ἀ­πά­τῃ τοῦ ὄ­φε­ως ὑ­πα­χθείς, νε­κρω­θείς τοῖς οἰ­κεί­οις αὐ­τοῦ πα­ρα­πτώ­μα­σιν», ἀ­πώ­λε­σε τήν χά­ρη πού τόν δι­α­κρα­τοῦ­σε στήν προπτωτική κατάσταση μέ τήν δυ­να­τό­τη­τα τῆς ἀ­να­μαρ­τη­σί­ας (p­o­s­se n­on p­e­c­c­a­ri) καί τῆς ἀ­θα­να­σί­ας (p­o­s­se n­on m­o­ri), δι­ε­τή­ρη­σε, ὅ­μως, τό «κατ᾿ εἰ­κό­να» ἀ­μαυ­ρω­μέ­νο καί τραυ­μα­τι­σμέ­νο, ἀλ­λά ὄ­χι νε­κρό καί ἀ­νε­πα­νόρ­θω­τα ἀ­χρει­ω­μέ­νο. «Εἰ­κών εἰ­μί τῆς ἀρ­ρή­του δό­ξης σου εἰ καί στίγ­μα­τα φέ­ρω πται­σμά­των».

Ἐ­πει­δή ὁ Δη­μι­ουρ­γός, «Θε­ός ἐ­λέ­ους, οἰ­κτιρ­μῶν καί φι­λαν­θρω­πί­ας ὑ­πάρ­χει», «οὐκ ἀ­πε­στρά­φη τό πλά­σμα Του εἰς τέ­λος, ὅ ἐ­ποί­η­σεν ὁ ἀγαθός, οὐ­δέ ἐ­πε­λά­θετο ἔρ­γου χει­ρῶν Του» ἀλλά ἀντίθετα πρός τό «ἀεί κινοῦν ἀκίνητον» τοῦ Ἀριστοτέλους, «ἐ­πί τῆς γῆς ὤ­φθη, μορ­φήν δού­λου λα­βών, σύμ­μορ­φος γε­νό­με­νος τῷ σώ­μα­τι τῆς τα­πει­νώ­σε­ως ἡ­μῶν, ἵνα ἡμᾶς συμ­μόρ­φους ποι­ή­σῃ τῆς εἰ­κό­νος τῆς δό­ξης Αὐ­τοῦ». Ἐκ τῆς ὑ­πο­στα­τι­κῆς ἑ­νώ­σε­ως τῆς θεί­ας καί ἀν­θρω­πί­νης φύ­σε­ως στό ἑ­νια­ῖο πρό­σω­πο τοῦ Λό­γου, ἡ «κατ᾿ εἰ­κό­να Θεοῦ πλα­σθεῖ­σα ἡ­μῖν ὡ­ραι­ό­της» ἐ­ξυ­ψώ­θη ὅ­σον πο­τέ ἄλ­λο­τε καί κα­τέ­στη «κοι­νω­νός θεί­ας φύ­σε­ως». Αὐ­τή ἡ ἀ­να­στή­λω­ση τοῦ πε­πτω­κό­τος ἀν­θρώ­που συ­νι­στᾶ τήν οὐ­σί­α τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Πί­στε­ως. «Ὅ­θεν, ὁ τοῦ Θε­οῦ Λό­γος, δι᾿ ἑ­αυ­τοῦ πα­ρε­γέ­νε­το, ἵν᾿ ὡς εἰ­κών ὤν τοῦ Πα­τρός τόν κατ᾿ εἰ­κό­να ἄν­θρω­πον ἀ­να­κτί­σαι δυ­νη­θῇ» (Μέ­γας Ἀ­θα­νά­σιος). Ἀ­πό αὐ­τό κα­θί­στα­ται σα­φές για­τί οἱ Πα­τέ­ρες, στίς εἰ­κο­νο­κλα­στι­κές πλά­νες, εἶ­δαν ἀ­κρι­βῶς μί­α ἀ­κύ­ρω­ση τοῦ Μυ­στη­ρί­ου τῆς Σω­τη­ρί­ας, κα­θώς ἡ μή δυ­να­τό­της ἐ­ξει­κο­νί­σε­ως τοῦ ἐ­ναν­θρω­πή­σαν­τος Υἱ­οῦ καί Λό­γου τοῦ Θε­οῦ κα­θι­στοῦ­σε τό Μυ­στή­ριο τῆς Πα­λι­γεν­νε­σί­ας τοῦ ἀν­θρώ­που δο­κη­τι­κή φε­νά­κη.

Γιά αὐτό ἡ Ὀρ­θο­δο­ξί­α εἶ­ναι μί­α πο­ρεί­α «ἐν και­νό­τη­τι ζω­ῆς». Ὁ πι­στός ἔ­χει τήν δυ­να­τό­τη­τα μιᾶς μο­να­δι­κῆς ἐμ­πει­ρί­ας τοῦ ζῶν­τος καί προ­σω­πι­κοῦ Θε­οῦ. Ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α, κα­τευ­θυ­νο­μέ­νη ὑ­πό τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, συ­νε­χί­ζει καί ἀ­να­νε­ώ­νει τό σω­τή­ριο καί ἀ­πο­λυ­τρω­τι­κό ἔρ­γο τοῦ Τρι­α­δι­κοῦ Θε­οῦ, πού μᾶς βο­η­θεῖ νά φθά­σου­με στή μέ­θε­ξη τῆς μυ­στη­ρια­κῆς ζω­ῆς τοῦ Χρι­στοῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος πρέ­πει νά «μορ­φω­θῇ ἐν ἡ­μῖν». Μέ τή μέ­θε­ξη αὐ­τή ἐ­πι­τυγ­χά­νε­ται ἡ εἴ­σο­δος καί ἡ ὀρ­γα­νι­κή ἔν­τα­ξη στήν ἐ­σχα­το­λο­γι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τοῦ κό­σμου, ὁ ὁ­ποῖ­ος και­νο­ποι­εῖ­ται.

Σ᾿ αὐ­τή τήν «νέ­αν κτί­σιν» ἀ­να­δει­κνύ­ε­ται τό «κατ᾿ εἰ­κό­να» μέ τήν ἐ­πι­τυ­χῆ πο­ρεί­α πρός τό «καθ᾿ ὁ­μοί­ω­σιν», ἐ­κλαμ­πρύ­νε­ται τό πρό­σω­πο, πού κλεί­νει μέ­σα του τήν ἔν­νοι­α τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας, ἀ­να­δει­κνύ­ε­ται ἕ­να νέ­ο καλ­λι­τέ­χνη­μα θεί­ου κάλ­λους καί ὁ­λο­κλη­ρώ­νον­ται τά δη­μι­ουρ­γι­κά χα­ρί­σμα­τα. Ἡ ἀ­νά­στα­ση τοῦ πε­πτω­κό­τος ἀν­θρώ­που, ἡ ἀ­να­στή­λω­ση τῆς ἐν τῷ προ­σώ­πῳ τοῦ ἀν­θρώ­που εἰ­κό­νος τοῦ Θε­οῦ, εἶ­ναι ἡ ἐκ νέ­ου ἔν­τα­ξή του στή θεί­α ζω­ή. Σ᾿ αὐ­τή τήν κα­τά­στα­ση τῆς ἀ­θά­να­της ζω­ῆς προ­ο­δεύ­ει ἡ βού­λη­ση, θε­ώ­νε­ται τό πρό­σω­πο, ἀ­φοῦ ἀ­να­δει­κνύ­ε­ται στό φῶς τοῦ θεί­ου κάλ­λους.

Ἡ Θεί­α Εὐ­χα­ρι­στί­α εἶ­ναι ἡ ἐ­νερ­γο­ποί­η­ση τοῦ νέ­ου αἰ­ῶ­νος μέ­σα στά το­πι­κά καί χρο­νι­κά πλαί­σια τοῦ πα­λαι­οῦ, ἡ δι­α­κή­ρυ­ξη τοῦ ἐρ­χο­μέ­νου αἰ­ῶ­νος μέ­σα στόν νῦν αἰ­ῶ­να. Μέ­σα στή Θεί­α Εὐ­χα­ρι­στί­α ὁ Ὀρ­θό­δο­ξος Πι­στός κα­ταλ­λάσ­σε­ται μέ τόν ἑ­αυ­τό του «ἐν εἰ­ρή­νῃ τοῦ Κυ­ρί­ου δε­η­θῶ­μεν», κα­ταλ­λάσ­σε­ται μέ τόν Θε­ό «ὑ­πέρ τῆς ἄ­νω­θεν εἰ­ρή­νης», καί κα­ταλ­λάσ­σε­ται μέ τούς ἀ­δελ­φούς του «ὑ­πέρ τῆς εἰ­ρή­νης τοῦ σύμ­παν­τος κό­σμου».

Ἡ Ὀρ­θο­δο­ξί­α ἔ­χει δι­ά­στα­ση εὐ­χα­ρι­στια­κή. Τό δεύ­τε­ρο συν­θε­τι­κό τῆς λέ­ξε­ως, ἡ λέ­ξη «δό­ξα» πέ­ρα τῆς ὑ­πο­κει­με­νι­κῆς ἀν­τι­λή­ψε­ως πε­ρί ἑ­νός δε­δο­μέ­νου ἀν­τι­κει­μέ­νου, ἔ­χει καί λα­τρευ­τι­κό χα­ρα­κτῆ­ρα. Ἡ σλα­βι­κή με­τά­φρα­ση τῆς λέ­ξε­ως διά τοῦ ὅ­ρου "P­r­a­v­o­s­l­a­v­i­je" ση­μαί­νει κατ᾿ ἐ­ξο­χή τήν «ὀρ­θή δο­ξο­λο­γί­α». Με­τα­ξύ «ὀρ­θῆς γνώ­μης» καί «ὀρ­θῆς δο­ξο­λο­γί­ας» δέν μπο­ρεῖ νά ὑ­πάρ­χει δι­α­φο­ρά, ὅ­ταν ὡς «γνώ­μη» νο­εῖ­ται ἡ ἐν Χρι­στῷ Ἰ­η­σοῦ ἀ­πο­κε­κα­λυμ­μέ­νη γνώ­ση τοῦ Θε­οῦ, ἡ ὁ­ποί­α εἶ­ναι ἀ­ναγ­καί­ως συ­ναρ­πα­γή, ἡ σώ­ζου­σα συ­ναρ­πα­γή ἀ­πό τό Ὑ­περ­βα­τι­κό, ἡ αὐ­θεν­τι­κή ζω­ή τοῦ ἀν­θρώ­που, τό γε­γο­νός τῆς σω­τη­ρί­ας του.

Ἔ­τσι ὁ λει­τουρ­γι­κός χα­ρα­κτή­ρας τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας δέν εἶ­ναι ἕ­να ἁ­πλό «συμ­βε­βη­κός». Εἶ­ναι ἡ ἀ­να­γω­γή τοῦ ἀν­θρώ­που πρός τήν κα­τα­ξί­ω­σή του, στό χῶ­ρο τῆς προσ­εγ­γί­σε­ως τοῦ Θε­οῦ. Ἡ ὀρ­θό­δο­ξη λει­τουρ­γί­α εἶ­ναι δια­ρκής ὑ­πέρ­βα­ση τοῦ ἀν­θρω­πί­νου προ­σώ­που, ἀ­κα­τά­παυ­στη ἀ­να­στη­λω­τι­κή κί­νη­ση τῆς εἰ­κό­νος πρός τό ἀρ­χέ­τυ­πον, «ἄ­νω σχῶ­μεν τόν νοῦν καί τάς καρ­δί­ας» (Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος). Στό­χος αὐ­τῆς τῆς κι­νή­σε­ως ἡ πρό­σβα­ση στό ἐ­σχα­το­λο­γι­κό τέ­λος τῆς ἱ­στο­ρί­ας. Ἡ ὀρ­θό­δο­ξη ἄ­σκη­ση, πού καλ­λι­ερ­γεῖ­ται στό ὅ­λον τῆς λει­τουρ­γι­κῆς ζω­ῆς εἶ­ναι ἡ ὑ­πέρ­βα­σις κά­θε ἁ­μαρ­τω­λῆς ἐν­δο­κο­σμι­κῆς ἀ­νέ­σε­ως πού ἀλ­λο­τρι­ώ­νει τόν ἄν­θρω­πο ἀ­πό τήν οὐ­σί­α του. Ὁ ὀρ­θό­δο­ξος ἄν­θρω­πος ἐ­πι­τε­λεῖ τήν οὐ­σί­α του, τήν ὕ­παρ­ξή του, μέ τόν ἀ­γῶ­να του γιά τή σω­τη­ρί­α τοῦ κό­σμου.

Ὁ ἄν­θρω­πος μέ τό ὀρ­θό­δο­ξο ἦ­θος, ὁ ἅ­γιος, δέν συμ­πί­πτει μέ τόν θρη­σκει­ο­φαι­νο­με­νο­λο­γι­κό τύ­πο τοῦ – καί ἐ­κτός Ἐκ­κλη­σί­ας ἀ­κμά­ζον­τος – θρη­σκευ­όν­τος ἀν­θρώ­που (h­o­mo r­e­l­i­g­i­o­us). Ἡ ὀρ­θο­δο­ξί­α εἶ­ναι ἡ κοι­νω­νί­α τοῦ Θε­οῦ, ἡ αὐ­θεν­τι­κό­της, ἡ ἁ­γι­ό­της, ἡ κα­θο­λι­κό­της τοῦ ἀν­θρώ­που.

Ἡ Ὀρ­θο­δο­ξί­α λοι­πόν δέν εἶ­ναι ἁ­πλῶς ἕ­να πα­ρά­θυ­ρο, μέ τό ὁ­ποῖ­ο ἡ γῆ κα­το­πτεύ­ει ἕ­να τμῆ­μα τοῦ Οὐ­ρα­νοῦ, ἀλ­λά εἶ­ναι ἡ μυ­στι­κή κλί­μαξ τῶν ἀγ­γέ­λων, πού κα­τα­βαί­νουν ἐκ τοῦ «ἀ­νε­ῳ­γό­τος» οὐ­ρα­νοῦ καί ἀ­να­βαί­νουν σ᾿ αὐ­τόν. Εἶ­ναι, κα­τά τό Μέ­γα Φώ­τιο, τό θαυ­μά­σιο ἐ­κεῖ­νο πορ­θμεῖ­ο πού συ­νε­νώ­νει τά οὐ­ρά­νια μέ τά ἐ­πί­γεια ἀ­κρο­γιά­λια. Τό πορ­θμεῖ­ο αὐ­τό ἔρ­χε­ται ἀ­πό τόν οὐ­ρα­νό καί «δι­α­πορ­θμεύ­ει ἡ­μῖν τήν ἐ­κεῖ­θεν ἀ­γα­θο­ει­δῆ καί θεί­αν εὐ­μέ­νειαν», γιά νά ἀ­κο­λου­θεῖ στή συ­νέ­χεια πα­λιν­δρο­μι­κή, μυ­στα­γω­γι­κή καί ἀ­να­γω­γι­κή πο­ρεί­α, ἀ­νά­γον­τας, ἀ­νυ­ψώ­νον­τας καί ἀναστηλώνοντας τήν πε­πτω­κυῖ­α εἰ­κό­να τῆς ἀρ­ρή­του δό­ξης ἐκ τῆς γῆς στόν οὐ­ρα­νό.

Ἡ ἀ­νύ­ψω­ση αὐ­τή συν­τε­λεῖ στό νά γευ­ό­με­θα τίς δω­ρε­ές τῆς ἀ­κτί­στου καί θε­ο­ποι­οῦ χά­ρι­τος, νά με­τέ­χου­με τῶν ἀ­κτί­στων καί με­θε­κτῶν θεί­ων ἐ­νερ­γει­ῶν καί νά κα­το­πτεύ­ου­με τό θα­βώ­ρει­ο φῶς «τό μό­νον τῆς κε­κα­θαρ­μέ­νης καρ­δί­ας ἐ­πί­χα­ρι καί πα­νί­ε­ρον θέ­α­μα». Σ’ αὐ­τή τή συ­νε­χῆ δι­α­λε­κτι­κή σχέ­ση οὐ­ρα­νοῦ καί γῆς, σ’ αὐ­τή τήν ἀ­δι­ά­κο­πη πα­λίν­δρο­μη κί­νη­ση, ἐκ τῶν ἄ­νω πρός τά κά­τω καί τήν ἀναστηλωτική ἐκ τῶν κά­τω πρός τά ἄ­νω, βρί­σκε­ται ἡ πεμ­πτου­σί­α τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας.
Τελευταία Ενημέρωση στις Κυριακή, 04 Μάρτιος 2012 19:43

Ὀρθοδοξία: Σύζευξη Θεολογίας καί Τέχνης τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Χίου, Ψαρῶν καὶ Οἰνουσσῶν κ. Μάρκου

E-mail Εκτύπωση PDF

Θε­ο­λο­γία καί τέ­χνη συμ­πο­ρεύ­ον­ται ἐξ ἀρ­χῆς συζυγεῖς καί ἀλλη­λένδετες μέσα στήν Ἐκ­κλη­σία. Τίς συναντᾶμε ἑνωμένες στό πρόσωπο καί τό ἔργο τοῦ ἱερέα, τοῦ ἱεροψάλτη, τοῦ ἐμπνευ­σμένου ἁγιογράφου καί τῶν ὑπολοίπων καλλιτεχνῶν, ἀλλά καί σέ αὐτό ἀκόμα τοῦ ἀφοσιωμένου θεο­λόγου ἐκπαιδευτικοῦ. Ὅπως σημειώνει ὁ ἀείμνηστος Καθηγητής τῆς Φι­λοσοφίας Βα­σίλειος Τατάκης, ἔργο τοῦ χριστιανοῦ θεολόγου εἶναι «νά στο­λίσει μέ τά μέσα τοῦ στοχασμοῦ, νά ἀναπτύξει τήν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγ­γελίου, νά τήν ἐκφράσει καί αὐτός, ὅπως τήν ἐκφράζει καί ὁ ποιητής, ὁ ζωγράφος, ὁ ἀρχιτέκτονας, μέ τά δικά του ὁ καθένας μέσα, ὅπως ὁ ἁπλός πιστός μέ τή ζωή του». Ἡ ἐκκλησιαστική τέχνη ἀπετέλεσε βασική συνι­στῶσα τῆς λειτουργικῆς καί μυ­στηριακῆς ζωῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλη­σίας, περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη χριστιανική Ὁμολογία. Εἶναι χαρακτη­ριστικό ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία ἀναγνωρίζει τόν Θρίαμβό της στήν ἀναστήλωση ἀκριβῶς τῶν ἱερῶν Εἰκόνων. Ἐξίσου ἐνδεικτικά, οἱ ἔννοιες τοῦ λόγου καί τῆς εἰκόνος συνιστοῦν τίς πλέον εὐρύτατες σέ θεολογικό πεδίο.

Ὑπό αὐτή τήν ἄποψη, ὁ Χρι­στός καί σαρ­κω­μέ­νος Λό­γος τοῦ Θεοῦ εἶ­ναι ὁ κα­τε­ξο­χήν καί ὄν­τως θε­ο­λό­γος, ἡ ἀρχή, τό τέλος καί τό πλήρωμα τῆς θεολογίας, ὅπως εἶναι καί ὁ τελειότε­ρος καλλιτέχνης, ἤἀριστοτέχνης, κατά τήν πατερική ἔκφραση, ὡς Κτίστης καί Δημιουργός. Ὅπως ση­μειώνει ὁ Μέγας Βασίλειος στίς Ὁμιλίες του εἰς τήν Ἑξαήμερον«ὁ κόσμος τεχνικόν ἐστι κατασκεύασμα, προκείμενον πᾶσιν εἰς θεωρίαν, ὥστε δι’ αὐτοῦ τήν τοῦ ποιήσαντος αὐτόν σοφίαν ἐπιγιγνώσκε­σθαι». Δέν πρέπει νά παραγνωρίζουμε τό γεγονός ὅτι ὀνο­μάζουμε ἀκριβῶς τή συλλογή τῆς μοναστικῆς σοφίας Φιλοκα­λία. Αὐτό συμβαίνει ἐπειδή οἱ Ἅγιοι Πατέρες καί Γέροντες εἶδαν τό κάλλος τοῦ κτιστοῦ κόσμου ὡς ἔμμεση εἰκόνα καί δημιουργι­κό ἀποτέλεσμα τῶν θείων προσωπικῶν Ἐνεργειῶν, καί ταύτι­σαν τή γνώση τοῦ Θεοῦ μέ τήν ἐμπειρία τῆς θεωρίας τοῦ «νοη­τοῦ κάλλους» τοῦ Δεσποτικοῦ Προσώπου. Σύμφωνα μέ τίς πο­λύτιμες διδαχές τους, ἡ φυσική θεωρία, δηλαδή ἡ θεογνωσία διαμέσου τῆς κτίσεως, σέ συνδυασμό μέ τήν πρᾶξιν, δηλαδή τήν ἄσκηση, ὁλοκληρώνονται στήν Θεολογία, πού σημαίνει ἐδῶ τήν ἄμεση θέαση, ἐμπειρία καί γνώση τοῦ ἀκτίστου λόγου τῶν θείων Ἐνεργειῶν.

Ἕνα ἔργο τέχνης μαρτυρεῖ περί τοῦ προσώπου τοῦ δη­μιουργοῦ του, ὅπως καί περί τῆς ὑποστάσεως τῶν εἰκονιζο­μένων, ἄν πρόκειται γιά Ἱερά Πρόσωπα. Ἐπειδή κάτι τέτοιο ὑπερβαίνει κάθε ἀντικειμενική γνωστική προσέγγιση, γι’ αὐτό καί ἡ τέχνη ἐνεδύθηκε τόση σημασία μέσα στήν Ἐκκλησία, καί ἡ ἐκκλησιαστική γλώσσα δέν ἔμεινε νοησιαρχικά φιλοσο­φική, ἀλλά ἔγινε βιούμενη θεολογία ὥς ὕμνος, προσωδία, λατρεία, διάκο­σμος καί Εἰκόνα. Ἐ­πειδή ἀ­κρι­βῶς πη­γά­ζει ἀπό, καί ἀπευθ­ύνεται στόν ὅ­λον ἄν­θρωπο, ἡ τέ­χνη ὑ­πῆρξε πάν­τοτε ἡ ἀρ­τι­ώ­τερη καί πλη­ρέ­στερη ἔκ­φραση τοῦ ἀν­θρω­πί­νου λό­γου. Ὡς τέ­τοια, καθίσταται ἀ­να­πό­σπα­στο μέ­ρος τῆς Θείας Λει­τουρ­γίας καί τῶν ὑ­πο­λοί­πων ἀκολουθιῶν καί μέσῳ αὐ­τῆς συνεκφαίνον­ται οἱ ἀ­λή­θειες τῆς πί­στεως. Σχεδόν ἀπό συστάσεώς της ἡ Ἐκ­κλησία οἰ­κει­ώ­θηκε καί διαχειρί­στηκε τόν λόγο τῆς τέ­χνης σέ μιά ποι­κι­λό­τροπη καί πο­λυ­ε­πί­πεδη σημαν­τική, γιά νά ἐκ­φρά­σει τό κοινό βί­ωμα καί νά ὑ­πη­ρε­τή­σει τήν λει­τουργική, μυ­στη­ρι­ακή ζωή καί λα­τρευ­τική πράξη τοῦ Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ Σώ­μα­τος. Με­τα­χει­ρί­στηκε ἀπ’ ἀρ­χῆς τήν τέ­χνη τῆς ποί­η­σης καί τοῦ μέ­λους μέ θε­ο­λο­γική ἐ­νάρ­γεια, ἀλλά καί τή γλώσσα τοῦ ζω­γρά­φου, γιά νά πεῖ τήν ἴ­δια ἀ­λή­θεια μέ τόν χρω­στήρα, καί ἐ­πί­σης αὐτή πού ἀ­πο­τυ­πώ­νει στό σχέ­διο καί στά ὑ­λικά του ὁ ἀρχιτέκτο­νας­, κα­θώς μέ αὐ­τόν τόν τρόπο ἡ καλ­λι­τε­χνική εἰ­κόνα γί­νε­ται ἔκ­φραση τῆς πίστεως καί δι­αρ­κής ἀ­να­φορά στήν Δη­μι­ουρ­γία καί τήν Ἐν­σάρ­κωση, καθώς καί τῆς προοπτικῆς τοῦ ἀνακαινισμοῦ τῶν πάντων ἐν Χριστῷ, μέσῳ τῶν ὁ­ποίων δι­και­ώ­νε­ται ἡ σύμ­πασα κτίση καί τό κάλ­λος τοῦ κό­σμου.

Αὐτή ἡ παρουσία τῆς τέχνης στή ζωή τῆς Ἐκκλη­σίας δέν περιορίζεται μόνο σέ εἰκαστικό καί ποιητικό πεδίο, ἀλλά συνί­σταται ἐξίσου στήν ἱερά διακόσμηση τῆς θείας λατρείας μέσῳ τῶν λειτουργῶν τῆς ἱερωσύνης, τήν εὐταξία τῶν ἱερῶν δρω­μένων, τήν ροή τοῦ λόγου μέσῳ τῆς προσωδίας καί τοῦ μέλους. Ἐντοπίζεται ἀκόμη καί στήν λειτουργική καί θεολογική ἀγωγή τῶν παιδιῶν καί τῶν ἐφήβων διαμέσου τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν καί τῆς ἐκπαίδευτικῆς διδασκαλίας.

Ἡ μο­να­δική αὐτή κα­τά­φαση τῆς Ὀρθοδοξίας πρός κάθε τομέα τῆς καλλιτεχνικῆς δημιουργικότητας ἀνέδειξε τήν Ἐκ­κλησία μας ὄχι μόνο σέ δημιουργό τέχνης, ἡ ὁποία σφράγισε ὁλόκληρες περιόδους τῆς ἱστορίας καί τῆς δισχιλιετοῦς ζωῆς της, ἀλλά ἐπιπλέον σέ κιβωτό τῆς κοσμικῆς κλασικῆς παιδείας, γραμματείας καί καλλιτεχνικῆς παράδοσης ἀνά τούς αἰῶνες.

Μέ ὅλους αὐτούς τούς τρόπους, Θεολογία καί Τέχνη ἀνέκαθεν ἀπετέλεσαν δύο συμπληρωματικές μεταξύ τους ἐκ­φράσεις ἑνός κοινοῦ βάθους. Ἡ καλλιτεχνική γλώσσα διατυ­πώθηκε ὡς εἰκονογραφική καί τεχνοτροπική θεολογία, ὅπως ἀντιστοίχως καί ἡ Θεολογία, ὡς ὀντολογία καί «φιλοσοφία πρώτη», ἀποτελεῖ «τέχνη τεχνῶν καί ἐπιστήμη ἐπιστημῶν», κατά τήν προσφιλῆ ἔκφραση τῶν σχολιαστῶν τοῦ Ἀριστο­τέλους. Γι’ αὐτό καί ἡ ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας μπορεῖ νά παρα­χαράσσεται καί νά ἀλλοιώνεται τό ἴδιο ἀπό τήν εἰκόνα ὅπως καί μέ τόν λόγο.

Οἱ Εἰκονοκλάστες ἀκριβῶς ἀντιμάχονταν τίς ἱερές ἀπει­κονίσεις, γιατί ἀδυνατοῦσαν νά συλλάβουν τό θεολογικό περιε­χόμενο τῆς εἰκόνας καί τοῦ προσώπου, καταλήγοντας μέ αὐτόν τόν τρόπο νά ἀρνοῦνται τίς ἀλήθειες τῆς ἐνανθρώπησης καί τῆς δημιουργικῆς Χάριτος τοῦ Κυρίου μας. Σέ ἀπάντηση, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός θα σημειώσει : «Οὐ προσκυνῶ τῇ ὕλῃ, προσκυνῶ δέ τόν τῆς ὕλης Δημιουργόν, τόν ὕλην δι’ ἐμέ γενόμενον καί ἐν ὅλῃ κατοικῆσαι καταδεξάμενον καί δι’ ὕλης τήν σωτηρίαν μου ἐργασάμενον, καί σέβων οὐ παύσομαι τήν ὕλην, δι’ ἧς ἡ σωτηρία μου εἴργασται». Ἡ ἴδια πεφωτισμένη μαρτυρία  θά διατυπωθεῖ περίτρανα στό Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅπου ἀναφέρεται χαρακτηριστικά ὅτι «οὕτω κηρύσσομεν Χριστόν τόν ἀληθινόν Θεόν ἡμῶν, καί τούς Αὐτοῦ Ἁγίους, ἐν λόγοις τιμῶντες, ἐν συγγραφαῖς, ἐν νοήμασιν, ἐν θυσίαις, ἐν ναοῖς, ἐν εἰκονίσμασι».

Τελευταία Ενημέρωση στις Σάββατο, 03 Μάρτιος 2012 20:23

Ἐγκύκλιος 4 ἐπί τῇ Ἑορτῇ τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας

E-mail Εκτύπωση PDF
Ἀριθ. Πρωτ.: 275
Ἀριθ. Διεκπ.:  91
Ἐν Χίῳ τῇ 28ῃ Φεβρουαρίου 2012

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ  4

Πρός
τόν Ἱερόν Κλῆρον
καί εὐσεβῆ λαόν
τῆς καθ' ἡμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως.

               Ἀγαπητοί μου

«Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ, Κυ­ρια­κῇ πρώ­τῃ τῶν Νη­στει­ῶν,
ἀ­νά­μνη­σιν ποι­ού­με­θα τῆς ἀ­να­στη­λώ­σε­ως
τῶν ἁ­γί­ων καί σε­πτῶν εἰ­κό­νων,
γε­νο­μέ­νης πα­ρά τῶν ἀ­ει­μνή­στων
Αὐ­το­κρα­τό­ρων Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως
Μι­χα­ήλ καί τῆς μη­τρός αὐ­τοῦ Θε­ο­δώ­ρας,
ἐ­πί Πα­τρι­αρ­χεί­ας τοῦ ἁ­γί­ου καί ὁ­μο­λο­γη­τοῦ Με­θο­δί­ου»

Μέ τούς λό­γους αὐ­τούς ὁ ἱ­ε­ρός Συ­να­ξα­ρι­στής, πη­γή γρα­πτή, ἄ­με­ση τῆς φι­λο­λο­γι­κῆς γραμ­μα­τεί­ας τῶν Βυ­ζαν­τι­νῶν χρό­νων, ὁ­ρί­ζει, προσ­δι­ο­ρί­ζει καί κα­θο­ρί­ζει τό ἱστορικό πε­ρι­ε­χό­με­νο τοῦ ση­με­ρι­νοῦ ἑ­ορ­τα­σμοῦ.

Σή­με­ρα ἑ­ορ­τά­ζου­με τήν Ὀρ­θο­δο­ξί­α, σή­με­ρα ἑ­ορ­τά­ζου­με τό «πα­τρο­πα­ρά­δο­τον σέ­βας», σή­με­ρα ἑ­ορ­τά­ζου­με τήν «Μη­τέ­ρα εὐ­σέ­βειαν».

Γεν­νᾶ­ται, ὅ­μως, εὔ­λο­γα τό ἐ­ρώ­τη­μα: Για­τί ἡ Ἐκ­κλη­σί­α, ὁ ἀ­κλό­νη­τος στῦ­λος καί τό ἀ­πε­ρί­σει­στο ἑ­δραί­ω­μα τῆς ἀ­λη­θεί­ας, ὅ­ρι­σε ὡς ἑ­ορ­τα­σμό πού δίδει ὑπόσταση στήν ὀρ­θό­δο­ξη δι­δα­σκα­λί­α καί πί­στη τό γε­γο­νός τῆς δι­α­κη­ρύ­ξε­ως γιά τήν ἀ­να­στή­λω­ση καί τι­μη­τι­κή προ­σκύ­νη­ση τῶν ἱ­ε­ρῶν εἰ­κό­νων, ὅπως ἀποφασίσθηκε τόσο ἀ­πό τήν ἐν Νικαίᾳ ἁ­γί­α Ζ´ Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δο, πού ἡ καταληκτήρια συνεδρία της ἔ­λα­βε χώ­ρα στή Βα­σι­λεύ­ου­σα, τήν «τοῦ Κων­σταν­τί­νου Πό­λιν», τό πα­λά­τιον τῆς Μα­γναύ­ρας τό 787 καί «εἰ­ρή­νευ­σεν ἡ τοῦ Θε­οῦ Ἐκ­κλη­σί­α, εἰ καί ὁ ἐ­χθρός τά ἑ­αυ­τοῦ ζι­ζά­νια ἐν τοῖς ἰ­δί­οις ἐρ­γά­ταις σπεί­ρειν οὐ παύ­ε­ται», ὅσο καί ἀπό τήν Σύνοδο τῆς Κωνσταντινουπόλεως τοῦ 843 ;

Για­τί δέν ἐ­πε­λέ­γη ἡ ἑ­ορ­τή τῶν Χρι­στου­γέν­νων, ἡ μη­τρό­πο­λη αὐτή τῶν ἑ­ορ­τῶν;

Για­τί δέν προ­­κρί­θηκε ἡ λαμ­προ­φό­ρος Ἀ­νά­στα­ση, «ἑ­ορ­τῶν ἑ­ορ­τή καί πα­νή­γυ­ρις πα­νη­γύ­ρε­ων»;

Για­τί δέν ὁ­ρί­σθηκε ἡ ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κή Πεν­τη­κο­στή;

Ἡ ἀ­πάν­τη­ση δί­δε­ται ἀ­πό τήν βα­θύ­τε­ρη ἑρ­μη­νεί­α τοῦ ἱ­στο­ρι­κοῦ ὅ­ρου «ἀ­να­στή­λω­ση τῶν εἰ­κό­νων», πού πέ­ραν καί πά­νω ἀ­πό ἕ­να συγ­κε­κρι­μέ­νο ἱ­στο­ρι­κό γε­γο­νός τοῦ «νῦν» τῆς τε­λέ­σε­ώς του, συ­νι­στᾶ ἕ­να αἰ­ώ­νιο θε­όσ­δο­το χά­ρι­σμα στό «ἀ­εί» τῆς ἐπενεργείας του.

Μέ τήν παν­σο­φί­α, τήν παν­το­δυ­να­μί­α καί τήν πα­να­γα­θό­τη­τα ἡ Τρι­σή­λιος Θε­ό­τητα ἐ­ποί­η­σε «πάν­τα ὁ­ρα­τά­ τε καί ἀ­ό­ρα­τα». Εἰς τό μέσον τοῦ φυ­σι­κοῦ καί πνευ­μα­τι­κοῦ κό­σμου ἐ­δη­μι­ουρ­γή­θηκε ὁ ἄν­θρω­πος, ἡ κα­τα­κλείδα καί κο­ρω­νίδα τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας. Τήν ὑ­πέ­ρο­χη θέ­ση του μέσα στόν κόσμο φανερώνει ἰδαιτέρως ὁ δι­α­φορετικός τρό­πος, κατά τόν ὁποῖο ἐ­δη­μι­ουρ­γή­θηκε.

Ὁ Θε­ός, κατά τή χριστιανική κοσμογονία, δι­α­βου­λεύ­ε­ται πρός τόν Ἑ­αυ­τόν Του γιά τήν δη­μι­ουρ­γί­α τοῦ ἀν­θρώ­που. «Καί εἶ­πεν ὁ Θε­ός : ποι­ή­σω­μεν ἄν­θρω­πον κατ᾿ εἰ­κό­να ἡ­με­τέ­ραν καί καθ᾿ ὁ­μοί­ω­σιν».

Ἡ ἔν­νοι­α τοῦ «κατ᾿ εἰ­κό­να» ἀ­να­φέ­ρε­ται στόν «ἔ­σω ἄν­θρω­πον», τόν ἐσωτερικό ἄνθρωπο δι­ό­τι ὁ Θε­ός εἶ­ναι ἀ­σχη­μά­τι­στος, ἄ­φθαρ­τος καί ἀ­σώ­μα­τος. Αὐ­τό συ­νί­στα­ται στή λο­γι­κό­τη­τα, μέ τήν ὁ­ποί­α ὁ Δη­μι­ουρ­γός ἐ­προί­κη­σε τήν πνευ­μα­τι­κή φύ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που καί στό ἀ­πα­ραί­τη­το συμ­πλή­ρω­μά της, τό αὐ­τε­ξού­σιον, μέ τό ὁ­ποῖο ὁ ἄν­θρω­πος ἀ­νά­γε­ται  σέ προ­σω­πι­κό­τη­τα ἠ­θι­κή, ἐ­πι­δε­κτι­κή κάθε προ­ό­δου καί δυ­να­μέ­νη νά κα­τα­στεῖ «κοι­νω­νός θεί­ας φύ­σε­ως».

Τό «καθ᾿ ὁ­μοί­ω­σιν», κατά τούς Ἁ­γί­ους καί Θε­ο­φό­ρους Πα­τέ­ρες, εἶ­ναι ὁ τε­λι­κός  στό­χος τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀν­θρω­πί­νου προ­σώ­που, ὁ ὁ­ποῖ­ος κα­θί­στα­ται ἐ­φι­κτός μέ τήν προ­σοι­κείωση τῆς ἁ­γι­ό­τη­τας, ὄ­χι μέ τήν βία καί ἐξ ἀνάγκης ἀλ­λά αὐ­το­προ­αί­ρετα καί ἐ­λεύθερα.

Με­τά τήν πτώ­ση, «πα­ρα­κού­σας ὁ ἄν­θρω­πος τοῦ ἀ­λη­θι­νοῦ Θε­οῦ, τοῦ κτί­σαν­τος αὐ­τόν καί τῇ ἀ­πά­τῃ τοῦ ὄ­φε­ως ὑ­πα­χθείς, νε­κρω­θείς τοῖς οἰ­κεί­οις αὐ­τοῦ πα­ρα­πτώ­μα­σιν», ἔχασε τήν χά­ρη πού τόν ­κρα­τοῦ­σε στήν προπτωτική κατάσταση μέ τήν δυ­να­τό­τη­τα τῆς ἀ­να­μαρ­τη­σί­ας καί τῆς ἀ­θα­να­σί­ας, δι­ε­τή­ρη­σε, ὅ­μως, τό «κατ᾿ εἰ­κό­να» ἀ­μαυ­ρω­μέ­νο καί τραυ­μα­τι­σμέ­νο, ἀλ­λά ὄ­χι νε­κρό καί ἀ­νε­πα­νόρ­θω­τα ἀ­χρει­ω­μέ­νο. «Εἰ­κών εἰ­μί τῆς ἀρ­ρή­του δό­ξης σου εἰ καί στίγ­μα­τα φέ­ρω πται­σμά­των».

Ἐ­πει­δή ὁ Δη­μι­ουρ­γός, «Θε­ός ἐ­λέ­ους, οἰ­κτιρ­μῶν καί φι­λαν­θρω­πί­ας ὑ­πάρ­χει», «οὐκ ἀ­πε­στρά­φη τό πλά­σμα Του εἰς τέ­λος, ὅ ἐ­ποί­η­σεν ὁ ἀγαθός, οὐ­δέ ἐ­πε­λά­θετο ἔρ­γου χει­ρῶν Του» ἀλλά «ἐ­πί τῆς γῆς ὤ­φθη, μορ­φήν δού­λου λα­βών, σύμ­μορ­φος γε­νό­με­νος τῷ σώ­μα­τι τῆς τα­πει­νώ­σε­ως ἡ­μῶν, ἵνα ἡμᾶς συμ­μόρ­φους ποι­ή­σῃ τῆς εἰ­κό­νος τῆς δό­ξης Αὐ­τοῦ». Ἀπό τήν Ἕνωση τῆς θεί­ας καί  τῆς ἀν­θρώπινης φύ­σε­ως στό ἑ­νια­ῖο πρό­σω­πο τοῦ Λό­γου, ἡ «κατ᾿ εἰ­κό­να Θεοῦ πλα­σθεῖ­σα ἡ­μῖν ὡ­ραι­ό­της» ἐ­ξυ­ψώ­θη ὅ­σον πο­τέ ἄλ­λο­τε καί κα­τέ­στη «κοι­νω­νός θεί­ας φύ­σε­ως». Αὐ­τή ἡ ἀ­να­στή­λω­ση τοῦ πε­πτω­κό­τος ἀν­θρώ­που συ­νι­στᾶ τήν οὐ­σί­α τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Πί­στε­ως. «Ὅ­θεν, ὁ τοῦ Θε­οῦ Λό­γος, δι᾿ ἑ­αυ­τοῦ πα­ρε­γέ­νε­το, ἵν᾿ ὡς εἰ­κών ὤν τοῦ Πα­τρός τόν κατ᾿ εἰ­κό­να ἄν­θρω­πον ἀ­να­κτί­σαι δυ­νη­θῇ» (Μέ­γας Ἀ­θα­νά­σιος). Ἀ­πό αὐ­τό κα­θί­στα­ται σα­φές για­τί οἱ Πα­τέ­ρες, στίς εἰ­κο­νο­κλα­στι­κές πλά­νες, εἶ­δαν ἀ­κρι­βῶς μί­α ἀ­κύ­ρω­ση τοῦ Μυ­στη­ρί­ου τῆς Σω­τη­ρί­ας, κα­θώς ἡ δυ­να­τό­της ἐ­ξει­κο­νί­σε­ως τοῦ ἐ­ναν­θρω­πή­σαν­τος Υἱ­οῦ καί Λό­γου τοῦ Θε­οῦ κα­θι­στοῦ­σε τό Μυ­στή­ριο τῆς Πα­λι­γεν­νε­σί­ας τοῦ ἀν­θρώ­που μία ἀναντίρρητη πραγματικότητα λυτρώσεως καί σωτηρίας.

Αὐτήν τήν πραγματικότητα ζοῦμε μέσα στήν μυστηριακή ζωή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία μᾶς ἀναστηλώνει, μᾶς ὑψώνει καί μᾶς ἀναβιβάζει στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Μὲ πατρικὲς εὐχὲς

† Ὁ Χίου Μᾶρκος

Τελευταία Ενημέρωση στις Παρασκευή, 02 Νοέμβριος 2012 16:12

ΠΡΑΞΙΣ ΑΝΑΚΗΡΥΞΕΩΣ ΥΠΟΨΗΦΙΩΝ ΔΙΑ ΤΗΝ ΚΕΝΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΑΚΗΝ ΘΕΣΙΝ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΣΩΤΗΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΛΕΙΒΑΔΙΩΝ, ΠΟΛΕΩΣ ΧΙΟΥ

E-mail Εκτύπωση PDF
Π Ρ Α Ξ Ι Σ
Ἔχοντες ὑπ' ὄψει:
1. Τόν Ν. 590/1977, «Περί Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος», ἄρθρ. 29 καί ἄρθρ. 37, παρ. 2.
2. Τόν ὑπ’ ἀριθ. 2 Κανονισμόν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, «Περί Ἱερῶν Ναῶν, Ἐνοριῶν καί Ἐφημερίων», ἄρθρ. 33, παρ. 2, ἄρθρ. 36 καί ἄρθρ. 37, παρ. 1 καί 2.
3. Τήν, ἀπό 29ης Δεκεμβρίου 2011, Προκήρυξιν τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως, ἀναγνωσθεῖσαν ἐπ’ Ἐκκλησίας εἰς τούς Ἐνοριακούς Ἱερούς Ναούς τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἱ. Μητροπόλεως, τήν Κυριακήν 15ην Ἰανουαρίου 2012, ἀναρτηθεῖσαν εἰς τήν ἱστοσελίδα αὐτῆς καί δημοσιευθεῖσαν εἰς τό Περιοδικόν «ΕΚΚΛΗΣΙΑ», Ἰανουάριος 2012, περί πληρώσεως τῆς κενῆς θέσεως Ἐφημερίου τοῦ  Ἱεροῦ Ναοῦ Μεταμορφώσεως Σωτῆρος Χριστοῦ Λειβαδίων, πόλεως Χίου.
4. Τάς ὑποβληθείσας αἰτήσεις, πρός πλήρωσιν τῆς κενῆς Ἐφημεριακῆς θέσεως τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Μεταμορφώσεως Σωτῆρος Χριστοῦ Λειβαδίων, καί
5. Τό θεόπνευστον κείμενον τῆς Ἁγ. Γραφῆς καί τούς πνευματοφόρους λόγους τῶν Ἱερῶν Κανόνων τῆς Ἐκκλησίας, οἵτινες κατοχυροῦνται διά τοῦ ἄρθρ. 3 τοῦ Συντάγματος τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας,
ἀ ν α κ η ρ ύ σ σ ο μ ε ν
διά τόν Ἱερόν Ναόν Μεταμορφώσεως Σωτῆρος Χριστοῦ Λειβαδίων ὡς ὑποψηφίους τῆς κενῆς Ἐφημεριακῆς θέσεως
1. τόν Αἰδεσιμ. Πρεσβ. Ἀνδρέαν Νικ. Ἀθανασόπουλον, καί
2. τόν Αἰδεσιμ. Οἰκονόμον Γεώργιον Ἀλεξάνδρ. Κατσαρόν.

Ἐν Χίῳ τῇ 1ῃ Μαρτίου 2012
Ὁ Μητροπολίτης

+Ο ΧΙΟΥ, ΨΑΡΩΝ & ΟΙΝΟΥΣΣΩΝ ΜΑΡΚΟΣ
Τελευταία Ενημέρωση στις Πέμπτη, 01 Μάρτιος 2012 22:10

Σελίδα 348 από 357

Χάρτης της νήσου Χίου
 

map2  

Χίος το Αγιονήσι ( Μέρος 1ο )

Χίος το Αγιονήσι ( Μέρος 2ο )

Χίος το Αγιονήσι ( Μέρος 3ο )

Βρίσκεσθε εδω: Αρχική