Δευτέρα
10 Αυγούστου

Λαυρεντίου, Ξύστου πάπα Ρώμης, Ιππολύτου μάρτυρος

0000026

Ο Απόστολος Παύλος, η «μεγάλη του Πνεύματος σάλπιγξ», όπως τον χαρακτηρίζει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, είχε σχεδόν ολοκληρώσει την Τρίτη ιεραποστολική περιοδεία του σε πόλεις της Μικράς Ασίας και του Ελλαδικού χώρου. Ήδη βρισκόταν κοντά στους αγαπημένους του χριστιανούς της Κορίνθου για τρεις μήνες, όταν αποφάσισε να επισκεφθεί και πάλι τα Ιεροσόλυμα. Ενώ όμως σχεδίαζε να ταξιδέψει με πλοίο από την Κόρινθο προς τη Συρία, με τη Χάρη του Θεού, έγιναν γνωστά τα εναντίον του δολοφονικά σχέδια των Ιουδαίων που θα λάμβαναν χώρα κατά τη διάρκεια αυτής της διαδρομής. Έτσι για να είναι πιο ασφαλείς, όχι τόσο ο ίδιος όσο οι συνοδοί - συνεργάτες του, αλλά και τα χρήματα της «λογίας»1, δηλαδή του εράνου που προοριζόταν για τους φτωχούς χριστιανούς των Ιεροσολύμων, άλλαξε σχέδιο. Χωρίς λοιπόν να υπολογίσει για πολλοστή φορά τους νέους κόπους, τις ταλαιπωρίες και τους κινδύνους, αποφάσισε να ξεκινήσει από τη νότια Ελλάδα και περνώντας πάλι από τις πόλεις της Μακεδονίας και αφού παραπλεύσει τα Μικρασιατικά παράλια, να κατευθυνθεί στον τελικό του προορισμό που θα ήταν τα Ιεροσόλυμα.

Η καρδιά του Αποστόλου Παύλου είχε ζεσταθεί τόσο από την αγάπη του Χριστού, που είχε «διασταλεί» σε τέτοιο βαθμό που χωρούσε ολόκληρη την ανθρωπότητα. Νύχτα και ημέρα ανησυχούσε για τα πνευματικά του παιδιά, δηλαδή αυτούς που είχε οδηγήσει στην Εκκλησία. Πότε με επιστολές, και όποτε οι συνθήκες τού το επέτρεπαν με νέες περιοδείες, αδημονούσε να επικοινωνήσει μαζί τους προκειμένου να τους βοηθήσει και να τους καθοδηγήσει, ώστε ν’ αποκτήσει γερές «ρίζες» η πίστη τους στο Χριστό και να φέρουν πλούσιους πνευματικούς καρπούς. Επίσης ο Παύλος, αυτός ο «ακροατής των αρρήτων μυστηρίων», κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, κυριολεκτικά φλεγόταν από την επιθυμία του να μεταφέρει το μήνυμα του Ευαγγελίου και σε άλλους ανθρώπους που δεν είχαν γνωρίσει ακόμα τον Χριστό, ώστε η λέξη ανάπαυση και το αρκετά μέχρι εδώ ήταν άγνωστα σ’ αυτόν.

Αυτή την ακαταπόνητη δράση του Αποστόλου Παύλου και των άλλων Αποστόλων θα πρέπει να είχε στο νου του ο Άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος (+107μ.Χ.) όταν έγραφε σε επιστολή του προς τον Άγιο Πολύκαρπο, επίσκοπο Σμύρνης: «ο χριστιανός δεν έχει διάλειμμα για τον εαυτό του, αλλά είναι πάντα στην υπηρεσία του Θεού».

Ο Παύλος, γνωστός και ως «απόστολος των εθνών», μαζί με τον «αγαπητό» και ακαταπόνητο βοηθό του, τον Ευαγγελιστή Λουκά, απέπλευσαν από τους Φιλίππους, πόλη της Μακεδονίας κοντά στη σημερινή Καβάλα, με επόμενο σταθμό την Μικρασιατική πόλη της  Τρωάδας, πόλη κοντά στην αρχαία Τροία. Εκεί ξανασυναντήθηκε με την προπορευθείσα και αναμένουσα αυτόν ομάδα συνεργατών του που αποτελούνταν από τους εξής επτά: τον Σώπατρο από τη Βέροια, τον Αρίσταρχο και τον Σεκούνδο από τη Θεσσαλονίκη, τον Γάιο από τη Δέρβη και τον Τυχικό και τον Τρόφιμο από την Ασία. Μετά από επταήμερη παραμονή στην Τρωάδα έφθασε πεζοπορώντας μόνος του στην Άσσο και από εκεί, αφού επιβιβάσθηκε ξανά στο πλοίο που ήταν οι συνεργάτες του, όλοι μαζί πέρασαν απέναντι στη Μυτιλήνη. Εκεί, σύμφωνα με τοπική παράδοση, διανυκτέρευσαν στην παραλία των Βασιλικών στον κόλπο της Καλλονής.

Από εκεί την επόμενη ημέρα, βάζοντας πλώρη προς το Νότο έφθασαν απέναντι από τη Χίο. Ο Ευαγγελιστής Λουκάς, στενός συνεργάτης του Αποστόλου Παύλου και μέλος της συνοδείας του σ’ αυτό το ταξίδι, στο βιβλίο του «Πράξεις των Αποστόλων» γράφει σχετικά : «Κακείθεν αποπλεύσαντες τη επιούση κατηντήσαμεν αντικρύ Χίου, τη δε ετέρα παρεβάλομεν εις Σάμον». (Πρξ. 20, 15)

Από αυτά τα νερά του Αιγαίου πριν από εβδομήντα περίπου χρόνια είχε ταξιδέψει και ένα πρόσωπο που επρόκειτο να μείνει στην ιστορία ως περιβόητος διώκτης του Χριστού, ο Ηρώδης ο βασιλιάς της Ιουδαίας2 και σφαγέας των βρεφών της Βηθλεέμ. Τώρα την ίδια θάλασσα διέσχιζε ένας πρώην διώκτης του Ιησού του Ναζωραίου, που η δύναμη της μετάνοιας και της ταπεινώσεως τον ανέδειξαν στον θερμότερο κήρυκα του Ευαγγελίου, στον Παύλο τον μέγα όπως τον ονομάζει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς.

Το πλοίο που μετέφερε τον Απόστολο Παύλο, το οποίο κατά πάσα πιθανότητα ήταν μικρό, απέφευγε να ταξιδεύει νύκτα, αλλά παράλληλα και για την επιβίβαση – αποβίβαση επιβατών και εμπορευμάτων κινούνταν από λιμάνι σε λιμάνι και από νησί σε νησί.

Άσσος – Μυτιλήνη – Χίος – Σάμος – Μίλητος  – Κως – Ρόδος – Πάταρα.

Το κείμενο των «Πράξεων των Αποστόλων» στην αναφορά του αυτή στη Χίο, δυστυχώς είναι ιδιαίτερα λακωνικό. Συνεπώς, όταν γράφει ότι «Και από εκεί (εν. την Μυτιλήνη) αποπλεύσαμε την επόμενη ημέρα και φθάσαμε απέναντι της Χίου, την άλλη ημέρα επλησιάσαμε στη Σάμο...», δεν γίνεται απόλυτα σαφές αν η διανυκτέρευση του πλοίου έγινε κάπου ανοικτά ή και πλησιέστερα των ακτών της νήσου Χίου, που είναι και το πιθανότερο, ή αγκυροβολώντας σε κάποιο σημείο του νησιού, ή και στο ίδιο το λιμάνι της Χίου.

Αυτή η τόσο σύντομη αναφορά στη Χίο, που περιορίζεται μόλις σε εννέα λέξεις, προκάλεσε διχασμό των απόψεων τόσο των ερμηνευτών της Αγίας Γραφής όσο και των ιστορικών. Πρόξενοι του ερμηνευτικού προβλήματος αποτελούν πλην της συντομίας και η λέξη «αντικρύ» που αποτελεί «άπαξ λεγόμενον»3 στην Καινή Διαθήκη. Το επίρρημα ἀντικρύ στη νεοελληνική αποδίδεται ως απέναντι, έναντι, αλλά και άκρως αντίθετα4. Να σημειωθεί ότι μαρτυρείται σε κάποια χειρόγραφα της Καινής Διαθήκης και η γραφή  ἄντικρυς , δηλαδή κατευθείαν ή εμπρός5. Αλλά σύγχυση μπορεί να προκαλέσει και η ίδια η λέξη «Χίου», η οποία δηλώνει ολόκληρο το νησί, αλλά ταυτόχρονα και τη μεγαλύτερη πόλη και λιμένα του νησιού6.

Ακολούθως θα παραθέσουμε και θα σχολιάσουμε αρκετές από τις υπάρχουσες απόψεις θεολόγων και ιστορικών πάνω στο θέμα αυτό, αλλά προτιμήσαμε να προτάξουμε αυτήν του Χρυσοστόμου, όχι μόνο λόγω της αγιότητος του ερμηνευτή, αλλά και διότι, όπως έλεγε και ο μαθητής του Άγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης, «και ο Παύλος ακόμη, αν επεχείρει να ερμηνεύση τον εαυτό του εις αττικήν γλώσσαν, δεν θα ηρμήνευεν άλλως, παρά όπως ηρμήνευσεν ο Χρυσόστομος»7.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο κορυφαίος ερμηνευτής του Αποστόλου Παύλου, ο επικληθείς και ως «στόμα Παύλου», ερμηνεύοντας το Πρξ. 20,15 στην ΜΓ΄ Ομιλία του στις Πράξεις των Αποστόλων, γράφει: «Κακείθεν αποπλεύσαντες τη επαύριον, κατηντήσαμεν αντικρύ Χίουτη δε ετέρα παρεβάλομεν εις Σάμον… Όρα πως επειγομένου του Παύλου ανάγονται, και ου χρονοτριβούσιν, αλλά παρέρχονται τας νήσους»8. Συνεπώς ο Χρυσόστομος αποδέχεται παράπλευση του Αποστόλου Παύλου δίπλα από το νησί της Χίου ή έστω φευγαλέο πέρασμα από αυτό, χωρίς όμως παραμονή λόγω της βιασύνης του Παύλου και της επιθυμίας του να μη χρονοτριβήσει πουθενά. Οι λέξεις «ανάγονται» (=αποπλέουν) και «παρέρχονται» δεν διευκρινίζουν δυστυχώς αν πρόκειται για απόπλου του πλοίου από σημείο του νησιού όπου είχε προσορμισθεί ή για αγκυροβόληση στο πέλαγος κοντά στις ακτές του.

Από τους άλλους αρχαίους Εκκλησιαστικούς ερμηνευτές που έχουν γράψει υπομνήματα στο βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων δεν προκύπτει κάποια πληροφορία. Από το σχετικό υπόμνημα του Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας (370 - 444 μ.Χ.), δυστυχώς σώζονται ελάχιστα και μικρά αποσπάσματα μεταξύ των οποίων δεν υπάρχει καμία σχετική αναφορά9. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τον Αμμώνιο τον εξ Αλεξανδρείας πρεσβύτερο (Ε΄ αιώνας)10. Ο επίσκοπος Τρίκκης Οικουμένιος  (Ι΄ αιώνας)11 και ο αρχιεπίσκοπος Αχρίδος Θεοφύλακτος (1030 - 1127)12 αναφέρουν μόνο το σχετικό χωρίο των Πράξεων χωρίς κανένα περεταίρω ερμηνευτικό σχόλιο.

Ο Χίος λόγιος και ιστορικός Γεώργιος Ζολώτας (1845-1906) καταγράφει την ύπαρξη προφορικής παράδοσης στη Χίο που μιλάει για πέρασμα του Αποστόλου Παύλου από το νησί, ο ίδιος όμως τη θεωρεί αστήρικτη13, ενώ ο επίσης Χίος ιστορικός Αλέξανδρος Βλαστός γράφοντας προγενέστερα, και συγκεκριμένα το 1840, δεν κάνει καμία σχετική μνεία στο θέμα, αλλά αναφέρει μόνο ότι: «Πότε προσέτι εδέχθη τον χριστιανισμόν (η Χίος)… το αγνοούμεν παντάπασιν»14.

Το φευγαλέο πέρασμα «εκ Μυτιλήνης και Σάμου, χωρίς να παραμείνη εκεί», υιοθετεί ο παλιός Καθηγητής Εκκλησιαστικής Ιστορίας της Θεολογικής Αθηνών Γεράσιμος Κονιδάρης παραλείποντας κάθε αναφορά στη Χίο, προφανώς γιατί απορρίπτει ακόμα και την ολιγόωρη παραμονή σε αυτήν15. Επίσης την εκδοχή της απλής δια θαλάσσης διελεύσεως ανοικτά των ακτών του νησιού φαίνεται να αποδέχεται και ο διακεκριμένος παλαιός Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής Αθηνών Παναγιώτης Τρεμπέλας: «εφθάσαμεν απέναντι της Χίου»16 και παρομοίως και ο Καθηγητής της Θεολογικής του Α.Π.Θ. Απόστολος Γλαβίνας: «Από την Άσσο όλοι μαζί πήγαν στη Μυτιλήνη, πέρασαν απέναντι από τη Χίο, σταμάτησαν στη Σάμο…»17.

Ο Γάλλος θεολόγος και Ρωμαιοκαθολικός μοναχός του Τάγματος των Δομινικανών Μιχαήλ Λεκιέν (Michel Le Quien 1661-1733) στο έργο του Χριστιανική Αλήθεια και συγκεκριμένα στο κεφάλαιο περί Χίου (Προοίμιο - τόμος Α΄) γράφει ότι: «Ο Απόστολος Παύλος κατά την επιστροφή του απ' την Ιλλυρική χώρα, προσήγγισε στη Χίο, αλλά δεν αποβιβάσθηκε σε αυτή»18. Ο Βρετανός Μεθοδιστής, Καθηγητής του Πανεπιστημίου του Durham, Charles Kingsley Barrett ερμηνεύει το «αντικρύ Χίου» ως πλέοντας μεταξύ της ηπειρωτικής χώρας και δεξιά της νήσου Χίου19.

Ο Διδάκτωρ Θεολογίας Γ. Κωνσταντίνου αντιθέτως προς όλους τους παραπάνω γράφει : «Ταύτην την νήσον υπό τους Ρωμαίους διατελούσαν, επεσκέψατο πότε ο απόστολος Παύλος, και παρήλθε»20. Επίσης ο ιστορικός Νικόλαος Διαμαντίδης αναφέρει : «Ο Απόστολος των Εθνών Παύλος επισκέφθηκε τη Χίο, παρά τις αντίθετες απόψεις ενίων ιστορικών, το 54 μ. Χ. επί αυτοκράτορος του αγαθού και σώφρονος Κλαυδίου – Γερμανικού»21. Παράλληλα ο ομότιμος Καθηγητής της Θεολογικής του Α.Π.Θ. Χρίστος Κρικώνης γράφει για τον Παύλο και τους συνεργάτες του: «…πήγαν όλοι μαζί στη Μυτιλήνη και στη συνέχεια έφθασαν την επομένη στη Χίο. Και την άλλη κατέληξαν στη Σάμο»22. Ο Προτεστάντης Καθηγητής στο South Hamilton, Massachusetts των Η.Π.Α., Eckhard J. Schnabel, υποστηρίζει ότι το πλοίο που μετέφερε τον Απόστολο Παύλο προσέγγισε το νησί «πιθανώς για να βρεθεί στην κύρια πόλη της ανατολικής ακτής που ονομάζεται επίσης Χίος»23.

Ο Γερμανός θεολόγος Joseph Holzner διατυπώνει την υπόθεση ότι το πλοιάριο με το οποίο ταξίδεψε ο Απόστολος Παύλος από την Άσσο μέχρι τα Πάταρα δεν ήταν ένα τυχαίο πλοίο στο οποίο ο Απόστολος και οι συνεργάτες του επιβιβάστηκαν ως απλοί επιβάτες. Αλλά πλήρωμα και επιβάτες ήταν όλοι μέλη της Εκκλησίας, έτσι ώστε να ρυθμίζουν εκείνοι αποκλειστικά το δρομολόγιο του πλοιαρίου, γλυτώνοντας χρόνο από περιττούς σταθμούς, επιβιβάσεις, φορτώσεις κλπ.. Έτσι πετύχαιναν να συντομεύσουν δραστικά τον απαιτούμενο χρόνο του ταξιδιού, κάτι που συνάδει με την αγωνία του Αποστόλου Παύλου να φθάσει στα Ιεροσόλυμα μιαν ώρα αρχύτερα πριν από την εορτή της Πεντηκοστής, καθώς και να είναι ασφαλείς από κινδύνους από άγνωστους συνταξιδιώτες εκείνοι και η «λογία» που μετέφεραν. Ο Δρ. Holzner γράφει: «Ήταν το πρώτο χριστιανικό πλοίο, με προσκυνητάς για τα Ιεροσόλυμα. Το βράδυ, τραβούσαν το πλοιάριο στην ξηρά και περνούσαν τη νύχτα είτε μέσα σ' αυτό είτε σε καμιά καλύβα ψαράδων»24.

Η άποψη αυτή - αν ευσταθεί - έρχεται να επιβεβαιώσει την χιακή προφορική παράδοση για παραμονή του Αποστόλου Παύλου, έστω και ολιγόωρη, στο νησί. Δυστυχώς όμως ο ισχυρισμός αυτός περί «χριστιανικού πλοίου» δεν τεκμηριώνεται περεταίρω με άλλα επιχειρήματα και αποδείξεις ώστε να καταστεί αναντίρρητος. Επίσης η σχετική αναφορά του ανωτέρω συγγραφέα για το πέρασμα από τη Χίο είναι λακωνικότατη περιοριζόμενη στα εξής: «Και την άλλη μέρα έφθασαν στην μοσχοβολημένη απ' τα άνθη Χίο»25.

Αντιθέτως για τη μη παραμονή του Παύλου στη Χίο, συμφωνεί και ο Χίος αρχιμανδρίτης Ιωάννης Ανδρεάδης προσθέτοντας όμως και μια νέα άποψη: «Εκ των Πράξεων των Αποστόλων μανθάνομεν, ότι ο Απόστολος Παύλος, μεταβαίνων εκ Μακεδονίας εις Ιεροσόλυμα, διεπεραιώθη εις την έναντι της Χίου χώραν και εξηκολούθησεν εκείθεν το ταξίδιον…. Επομένως ούτε ούτος ούτε άλλος τις των Αποστόλων επεσκέφθη την νήσον»26.Τη γνώμη του  αρχιμανδρίτη Ιωάννη Ανδρεάδη επαναλαμβάνει και ο ιστορικός και διευθυντής της Βιβλιοθήκης Κοραή Στέφανος Καββάδας σε άρθρο του, γράφοντας ότι: « Ο Απόστολος Παύλος δεν ήλθεν εις Χίον, αλλά μόνον διεπεραιώθη εις την απέναντι Μικρασιατικήν ακτήν (α΄αιών ) κατά το ταξείδιόν του από Μακεδονίας εις Ιεροσόλυμα»27.

Παρομοίως και ο ομ. Καθηγητής της Θεολογικής Αθηνών Γεώργιος Γαλίτης υποθέτει, ότι η διανυκτέρευση του Αποστόλου Παύλου έγινε σε κάποιο όρμο όχι όμως της Χίου, αλλά των Δυτικών παραλίων της Μικράς Ασίας :«Την άλλη μέρα ξεκινήσανε και φτάσανε απέναντι από τη Χίο, όπου θα διανυκτέρευσαν σε κάποιον όρμο της μικρασιατικής ακτής, εφ' όσον δεν ταξίδευαν νύκτα»28.Ο Προτεστάντης Mark Wilson, Ερευνητής στο Τμήμα Αρχαίων και Βιβλικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Αφρικής, προτείνει ως πιθανότερη εκδοχή για το αγκυροβόλιο του πλοίου του Αποστόλου Παύλου στις Μικρασιατικές ακτές το αρχαίο φυσικό λιμάνι των Ερυθρών29.

Αν όμως είχαν διανυκτερεύσει σε κάποιο σημείο της μικρασιατικής ακτής, όπως υποστηρίζουν ο αρχιμ. Ι. Ανδρεάδης, ο Στ. Καββάδας, ο Γ. Γαλίτης , και ο M. Wilson, δεν είναι πιο πιθανό να ονομάτιζε ο Απόστολος Λουκάς την περιοχή αυτή και όχι το απέναντι νησί; Κατά τη γνώμη μας η αναφορά στο όνομα της Χίου συνηγορεί στο ότι η διανυκτέρευση αυτή, είτε έγινε ανοιχτά στο πέλαγος είτε σε λιμάνι, συνδέεται ολοφάνερα περισσότερο με το νησί της Χίου παρά με οποιοδήποτε λιμάνι ή κόλπο ή τοπωνύμιο της μικρασιατικής ακτής που καθόλου δεν κατονομάζεται.

Το αν τα αγιασμένα πόδια  του Αποστόλου Παύλου και του ακολούθου του Ευαγγελιστού Λουκά, άγγιξαν το χώμα του νησιού μας έστω και για λίγες ώρες ή όχι παραμένει αμφιλεγόμενο. Το μόνο βέβαιο είναι ότι το βλέμμα του μακαρίου Παύλου θα αντίκρυσε τα παράλια του νησιού μας και με στοργή θ’ αναλογίστηκε: «Να ένα ακόμα μέρος που περιμένει να ακούσει το λόγο του Ευαγγελίου». Η Χίος είχε όλα τα εχέγγυα για ένα καρποφόρο κήρυγμα. Απ' τη μια σ' αυτήν υπήρχε ολιγάριθμη, αλλά ακμάζουσα εβραϊκή κοινότητα, την οποία είχε τιμήσει παλαιότερα με επίσκεψή του και ο βασιλιάς της Ιουδαίας Ηρώδης30. Απ' την άλλη η ύπαρξη ελληνικού πληθυσμού, ειδωλολατρικού31 μεν, αλλά διψασμένου να ακούσει το λόγο της αληθείας του Ευαγγελίου, όπως εξ ιδίας πείρας γνώριζε ο Απόστολος Παύλος από τις ιεραποστολικές του περιοδείες τόσο στη γειτονική Μικρά Ασία όσο και στην Κύπρο και την κυρίως Ελλάδα. Αν δεν βιαζόταν τόσο να φθάσει στα Ιεροσόλυμα, σίγουρα θα κήρυττε και στη Χίο τον «άγνωστο Θεό» που τόσο αναζητούσαν όχι μόνο οι Αθηναίοι, αλλά και οι Χιώτες, τόσο όσο και οι άλλοι Έλληνες, αιώνες τώρα, ήδη από την εποχή του Σωκράτη και του Αισχύλου και ακόμα πιο παλιά από τον 7ο αιώνα π.Χ.

Όμως ο χρόνος δεν επαρκούσε. Ο Παύλος αποφάσισε να παρακάμψει ακόμα και την τόσο προσφιλή σ’ αυτόν Έφεσο, για να μην αργοπορήσει, διότι, όπως μας πληροφορεί ο Απόστολος Λουκάς, βιαζόταν να βρίσκεται την ημέρα της Πεντηκοστής στα Ιεροσόλυμα (Πρξ. 20,16). Τον βαθύτερο λόγο της τόσης σπουδής του Αποστόλου, που τον ανάγκαζε να παρακάμπτει «αγρούς» που περίμεναν καρτερικά την ώρα του πνευματικού θερισμού, για να είναι εγκαίρως στην Ιερουσαλήμ, επεξηγεί πολύ επιτυχώς ο διαπρεπής θεολόγος και Αρχιεπίσκοπος Νικηφόρος Θεοτόκης ( 1731-1800) στο Κυριακοδρόμιό του: «Διότι εν αυτή τη ημέρα ευρίσκοντο εκεί πολύ πλήθος Ιουδαίων δια την εορτήν του Πάσχα και της Πεντηκοστής. Επεθύμει δε ο τρισμακάριος, ίνα, εις τον αυτόν τόπον, όπου πρότερον εδίωξε την Εκκλησίαν, κηρύξη ενώπιον παντός του πλήθους του Ιησού Χριστού το όνομα»32. Ο Απόστολος Παύλος και με την καθοδήγηση της Χάριτος του Θεού ιεραρχούσε τις ενέργειές του με κριτήριο πάντα όχι την προσωπική του άνεση και προβολή, αλλά τη μέγιστη ωφέλεια της Εκκλησίας. Αυτό το κατανοούμε καλύτερα διαβάζοντας τα παρακάτω συγκινητικά λόγια του αρχιμανδρίτου Χαραλάμπους Βασιλοπούλου: «Ο μέγας αγωνιστής, ο Απ. Παύλος βαδίζει "δεδεμένος τω πνεύματι" προς Ιεροσόλυμα,… Εκεί τον αναμένουν θλίψεις και βάσανα και δεσμά»33.

Όσον αφορά όμως το πέρασμα του Αποστόλου Παύλου από τα νερά του Αιγαίου και ανοικτά των Ανατολικών παραλίων της Χίου, πρέπει ως ιστορικό γεγονός να το τοποθετήσουμε και χρονικά. Ο μακαριστός καθηγητής Θεολογίας Στέργιος Σάκκος, σχολάζοντας ερμηνευτικά το 20ο κεφάλαιο των «Πράξεων των Αποστόλων» γράφει : «Από τον πρώτο στίχο της περικοπής (Πρξ. 20,16) και από τις ημέρες του ταξιδιού, τις οποίες υπολογίζει κανείς εύκολα, φαίνεται ότι τα γεγονότα της περικοπής διαδραματίζονται τον Απρίλιο μήνα, λίγο μετά από το ιουδαϊκό Πάσχα»34. Ως προαιτάτη χρονολογία ορίζει ο Σ. Σάκκος35 το 57 και ως βραδυτάτη το 58.  Αντιθέτως προγενέστερη χρονολογία ορίζουν  ο Γ. Ζολώτας36 και ο Ν. Διαμαντίδης37 οι οποίοι το τοποθετούν το 54 μ. Χ.

Ο Σάββας Αγουρίδης38 και ο Απ. Γλαβίνας39 το τοποθετούν το 57. Μαζί τους συμφωνεί και ο Γ. Κονιδάρης40 ο οποίος προσθέτει ότι συνέβη την άνοιξη του έτους αυτού. Ο Ιωάννης Καραβιδόπουλος41, Καθηγητής του ΑΠΘ, εντάσσει το τέλος της τρίτης ιεραποστολικής περιοδείας το 57 και την επιστροφή του στα Ιεροσόλυμα μεταξύ των ετών 57 - 58.

Ο Γεώργιος Στογιόγλου42 Καθηγητής του ΑΠΘ το τοποθετεί την άνοιξη του 58. Την ίδια χρονολογία  αναφέρουν και ο Χρίστος Κρικώνης43 και ο Γ. Κωνσταντίνου44. Ενώ ο J. Holzner45 και ο Γ. Γαλίτης46 προσθέτουν ότι συνέβη τον Απρίλιο του 58. Ο Π. Τρεμπέλας47 προσδιορίζει ως έτος συγγραφής της Προς Ρωμαίους Επιστολής περίπου το έτος 58, δηλαδή «μήνας τινάς πριν η συλληφθή ούτος (ο Παύλος) εν Ιεροσολύμοις», το ίδιο και ο παλιός Καθηγητής Ερμηνείας της Καινής Διαθήκης Βασίλειος Ιωαννίδης48. Η δική μας άποψη είναι ότι πρέπει να συνέβη μεταξύ των ετών 56 – 58 μ. Χ. , αλλά δεν είναι του παρόντος άρθρου θέμα να εξηγήσουμε το γιατί.

Στο σημείο αυτό θα ήταν παράλειψη αν δεν αναφέραμε και την άποψη του γνωστού αγιογράφου και ενός από τους σπουδαιότερους νεοέλληνες συγγραφείς, του Φωτίου Κόντογλου. Ο Κόντογλου με βάση τον προαναφερθέντα στίχο των «Πράξεων των Αποστόλων»: «κατηντήσαμεν αντικρύ Χίου». (Πρξ. 20, 15) διατύπωσε τη γνώμη ότι ο Απόστολος Παύλος διανυκτέρευσε με το πλοίο που τους μετέφερε στον μικρό απάνεμο όρμο Τσελεπή ή Αρχοντολίμανο των Οινουσσών, στην πλευρά που το νησί αντικρίζει τη Χίο, σε μικρή απόσταση από τη σημερινή Ι. Μονή Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Μάλιστα ο Φ. Κόντογλου αγιογράφησε και σχετική εικόνα που παριστάνει τον Απόστολο Παύλο καθισμένο, να γράφει με προσοχή μια από τις Θεόπνευστες επιστολές του, έχοντας ως βάθος της εικόνας τον όρμο των Οινουσσών όπου αγκυροβόλησε το πλοίο του.

Καμία άλλη μαρτυρία δεν υπάρχει για πέρασμα ή και παραμονή στη Χίο άλλου Αποστόλου ή συνεργάτη του, από τους αναφερόμενους στην Καινή Διαθήκη και την Εκκλησιαστική ιστορία της αποστολικής εποχής 49. Όλες όμως οι ενδείξεις συντείνουν στο συμπέρασμα ότι ο Χριστιανισμός διαδόθηκε στη Χίο, ίσως ήδη και από τον Α΄ αιώνα, έστω και σε περιορισμένη αρχικά κλίμακα, από τη γειτονική Μικρά Ασία, δηλαδή από Χριστιανούς που αποτελούσαν πνευματικά παιδιά και καρπούς της ιεραποστολικής προσπάθειας του Αποστόλου Παύλου. Συνεπώς πολύ δικαίως πρέπει να απονέμεται η τιμή του ιδρυτού της Εκκλησίας της Χίου στον Απόστολο Παύλο και λόγω της αναφοράς σ' αυτόν του χωρίου Πρξ. 20,15 αλλά και λόγω της προέλευσης των εκχριστιανιστών της Χίου από την πνευματική ρίζα που φύτεψε ο Απόστολος Παύλος.

Ανεξάρτητα όμως από όλα τα παραπάνω δεν πρέπει να λησμονούμε ως Χριστιανοί και ως Έλληνες την τιμή που οφείλουμε στον  Απόστολο Παύλο που κόπιασε τόσο για να φέρει στην Ελλάδα το χριστιανικό φως της αλήθειας και της σωτηρίας και να μας ελευθερώσει από τις δουλικές αλυσίδες του σκότους της ειδωλολατρίας και της δεισιδαιμονίας. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος με μοναδικό τρόπο περιγράφει τους πνευματικούς μόχθους και τη δύναμη του κηρύγματος του Αποστόλου Παύλου ως εξής: «Και όπως, όταν πιάσει φωτιά σ’ ένα χωράφι, τα αγκάθια λίγο λίγο καίγονται και παραμερίζουν και κάνουν τόπο στη φλόγα και καθαρίζουν έτσι τα χωράφια, έτσι ακριβώς και όταν η γλώσσα του Παύλου λαλούσε… τα πάντα παραμέριζαν»50.

Δυστυχώς στις ημέρες μας η ραθυμία, η αδιαφορία και η κατασυκοφάντηση της Εκκλησίας, που προωθούν σιγά αλλά σταθερά οι σκοτεινές δυνάμεις της Νέας Εποχής, απομακρύνουν όλο και περισσότερο τους ανθρώπους από τη γνώση των βίων των Αγίων. Τείνει μάλιστα να επικρατήσει η κακή συνήθεια να θυμούνται αρκετοί τις εορτές των Αγίων όχι για να τιμήσουν τους Αγίους, αλλά μόνο για να τιμήσουν τους συνανθρώπους τους που έχουν το όνομα του Αγίου που εορτάζει.

Ακόμα και στα νέα προγράμματα των Θρησκευτικών διακρίνει κανείς την τάση υποτιμήσεως των Αγίων, τόσο με περιορισμό των ιερών μορφών, αλλά ιδίως με την παράληψη μιας ολοκληρωμένης διδασκαλίας του βίου τους. Μία από τις αιτίες είναι ότι πρέπει να παραχωρηθεί χρόνος για να εξετασθούν άλλες "άγιες" μορφές όπως οι γιόγκι, οι μετενσαρκώσεις του Κρίσνα, ο Μαχάτμα Γκάντι και η "μητέρα" Τερέζα. Μάταια για αρκετούς ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς θα λέει ότι καθενός από τους Αγίους η μνήμη πρέπει να τιμάται λόγω της μεγάλης πνευματικής ωφέλειας που λαμβάνουν οι πιστοί, ιδιαιτέρως όμως πρέπει να τιμάμε τους Αποστόλους Πέτρο και Παύλο51.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 1. Α΄ Κορ. 16, 1- 4.

2. Βοξάκη Γ. Βασιλείου, "Το ταξίδι του Ηρώδη στη Χίο", εφημερίδα Η Πρόοδος,

    22-12-2011 και "Ο Ηρώδης και η Χίος", Γνώμη της Χίου, 23-12-2010, 20-1-  

    2011και 27-1-2011.

3. "Ταμείον, ήτοι ευρετήριον των λέξεων της Καινής Διαθήκης, εκδ.

     Παπαδημητρίου, Αθήναι 2002.

4. Liddell H.G. & Scott R., Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού της Αρχαίας Ελληνικής 

     Γλώσσας, Αθήναι, σελ. 132  και Σταματάκου Ιωάννου, Λεξικόν  της Αρχαίας

     Ελληνικής Γλώσσης, Αθήναι 1972, σελ. 130.

5. Nestle - Aland, Novum Testamentum Graece, Stuttgart 1988.

6. Ο αρχαίος Έλληνας γεωγράφος Στράβων (63 π.Χ. - μετά το 23 μ.Χ.) μάς διασώζει

    την πληροφορία ότι το λιμάνι της Χίου ήταν τόσο ευρύχωρο που μπορούσε να

    δεχθεί μέχρι και 80 πλοία.

7. Ζήση Θεοδώρου πρωτ., Ο Απόστολος Παύλος. Πατερική θεώρηση, Θεσσαλονίκη

    2004, σελ. 18 και υποσ. 23.

8.  PG 60, 364.

9. Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας PG 74.

10. Αμμωνίου Αλεξανδρινού, PG 85, 1577.

11. Οικουμενίου, PG 118, 526.

12. Θεοφυλάκτου, PG 125, 488.

13. Ζολώτα Γεωργίου, Ιστορία της Χίου, Χίος 1921, τόμος Β΄, σελ. 211.

14. Βλαστού Μ. Αλεξάνδρου, Χιακά, Ερμούπολη 1840 (επανέκδοση Χίος 2000),

      σελ. 129 - 130.

15. Κονιδάρη Ι. Γερασίμου, Εκκλησιαστική Ιστορία της Ελλάδος, Αθήναι 1954,

      τόμος Α΄, σελ. 356.

16. Τρεμπέλα Παναγιώτου, Η Καινή Διαθήκη μετά συντόμου ερμηνείας.

17. Γλαβίνα Απόστολου, Ιστορία της Εκκλησίας, Θεσσαλονίκη 1986, τεύχος Α΄, σελ. 85.

18. Χαλκιά Στεφάνου Πόπη, Οι Άγιοι της Χίου, σελ. 35.

19. Barrett Kingsley Charles, A Critical and Exegetical Commentary on The Acts of

      the Apostles: Vol. 2, Preliminary Introduction and Commentary on Acts XV-

      XXVIII. ICC. London1999: T&T Clark. 

20. Κωνσταντίνου Γ., Λεξικόν των Αγίων Γραφών, Αθήναι 1973, σελ. 1037.

21. Διαμαντίδου Νικολάου, Ο Άγιος Ισίδωρος ο Πρωτομάρτυς και Πολιούχος της

      Χίου, Χίος 1967, σελ.13-14

22. Κρικώνη Χρίστου, Απόστολος Παύλος. Διδάσκαλος της Οικουμένης και οι

      συνεργάτες του Τιμόθεος και Σίλας, σελ. 56.

23. Schnabel J. Eckhard, Acts. Grand Rapids: Zondervan, 2012.

24. Holzner Joseph, Παύλος, μτφρ. Αρχ. Αθηνών Ιερωνύμου Κοτσώνη, σελ. 364.

25. Holzner Joseph, ενθ’ ανωτ., σελ. 364.

26. Αρχιμανδρίτου Ανδρεάδου Ιωάννου, Ιστορία της εν Χίω Ορθοδόξου Εκκλησίας,

      Αθήνησιν 1940 (επανέκδοση 1997), τόμος Α΄, σελ. 11 - 12.

27. Καββάδα Στεφάνου, "Συμβολή εις την Εκκλησιαστικήν ιστορίαν της Χίου.",

      εν Χιακή Επιθεώρηση, τεύχος 29 (1972), σελ.118.

28. Γαλίτη Γεωργίου, Παύλος, ο Απόστολος των Ελλήνων, σελ. 181.

29. Wilson Mark, The Lukan periplus of Paul's Third Journey with a textual conundrum in Acts 20:15.

30. Βοξάκη Γ. Βασιλείου, "Το ταξίδι του Ηρώδη στη Χίο", εφημερίδα Η Πρόοδος,

      22-12-2011 και "Ο Ηρώδης και η Χίος", Γνώμη της Χίου, 23-12-2010, 20-1-2011 και 27-1-2011.

31. Στην αρχαία Χίο λατρεύονταν με ιδιαίτερη τιμή από το Δωδεκάθεο ιδίως ο Ζεύς,

      ο Απόλλων, η Άρτεμις, η Αθηνά και μαζί τους ο Διόνυσος και ο Ηρακλής.   

      Παράλληλα δε και τη Φρυγική θεότητα Κυβέλη. Και φυσικά τον εκάστοτε    

      Ρωμαίο αυτοκράτορα και τη θεά Ρώμη.

32. Θεοτόκου Νικηφόρου, Αρχιεπ. Αστραχανίου και Σταυρουπόλεως,

      Κυριακοδρόμιον εις τας Πράξεις των Αποστόλων, Αθήναι 1854, τόμος Α΄, σελ. 74 - 75.

33. Βασιλοπούλου Χαραλάμπους, Τα μυστικά της ευτυχίας. Κηρύγματα εις τους

      Αποστόλους, Αθήναι 2000, σελ. 54.

34. Σάκκου Στέργιου, Ερμηνεία Αποστολικών Περικοπών, Θεσσαλονίκη 1992 - 1993, σελ. 80.

35. Σάκκου Στέργιου, Εισαγωγή εις την Καινήν Διαθήκην, Θεσσαλονίκη 1984, σελ. 79.

36. Ζολώτα Γεωργίου, Ιστορία της Χίου, τόμος Β΄, σελ. 211.

37. Διαμαντίδου Νικολάου, Ο Άγιος Ισίδωρος ο Πρωτομάρτυς και Πολιούχος της

      Χίου, Χίος 1967, σελ.13-14.

38. Αγουρίδη Σάββα, Παύλος. Ο Απόστολος, Θ.Η.Ε. , τόμος 10, στήλη186 -187.

39. Γλαβίνα Απόστολου, Ιστορία της Εκκλησίας, Θεσσαλονίκη 1986, τεύχος Α΄, σελ. 85.

40. Κονιδάρη Ι. Γερασίμου, Εκκλησιαστική Ιστορία της Ελλάδος, Αθήναι 1954,

      τόμος Α΄, σελ. 356.

41. Καραβιδόπουλου Ιωάννη, Εισαγωγή στην Καινή Διαθήκη, Θεσσαλονίκη 1983,

      σελ. 194 και 199.

42. Στογιόγλου Γεωργίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, Θεσσαλονίκη 1991, τόμος Α΄, σελ. 38.

43. Κρικώνη Χρίστου, Απόστολος Παύλος. Διδάσκαλος της Οικουμένης και οι

      συνεργάτες του Τιμόθεος και Σίλας, σελ. 56.

44. Κωνσταντίνου Γ., Λεξικόν των Αγίων Γραφών, Αθήναι 1973, σελ. 766-767.

45. Holzner Joseph, Παύλος, μτφρ. Αρχ. Αθηνών Ιερωνύμου Κοτσώνη, σελ. 363 - 364.

46. Γαλίτη Γεωργίου, Παύλος, ο Απόστολος των Ελλήνων, σελ. 181.

47. Τρεμπέλα Παναγιώτου, Η Καινή Διαθήκη μετά συντόμου ερμηνείας, σελ. 606.

48. Ιωαννίδου Βασιλείου, Ερμηνεία της προς Ρωμαίους επιστολής του Απ. Παύλου,

      Αθήναι 1962, σελ. 5.

49. Παρεπιπτόντως πρέπει να επισημάνουμε ότι δυστυχώς ανεξιχνίαστη ακόμα

      παραμένει η πληροφορία για παρουσία του λειψάνου ή τμήματος αυτού του

      Αποστόλου Θωμά στη Χίο, τη στιγμή που αναντίρρητο παραμένει το γεγονός ότι

      ο Απόστολος Θωμάς μαρτύρησε στην Καλαμίνα των Ινδιών, όπου και θάφτηκε

      αρχικά, ενώ τα ιερά λείψανά του τουλάχιστον μέχρι τα μέσα του 4ου αιώνα

      φυλάσσονταν στην Έδεσσα της Συρίας.

50. PG 50, 494 - 495 (4η Ομιλία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου στον Απόστολο Παύλο).

51. PG 10, 200 (28η Ομιλία).

 

Βασίλειος Γ. Βοξάκης

Θεολόγος καθηγητής


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ