Τρίτη
17 Μαΐου

Ανδρονίκου, Ιουνίας αποστόλων, Αθανασίου Χριστιανουπόλεως

049

047

Σεβασμιώτατε, Αξιότιμοι Εκπρόσωποι των Πολιτικών και Στρατιωτικών Αρχών, Ευσεβές Εκκλησίασμα.

Τις ημέρες τούτες, δύο αιώνες συμπληρώνονται αφότου έλαβε χώρα ένα εκ των πλέον οδυνηρών, τρομακτικών και αποτρόπαιων γεγονότων, τα οποία κατά δυστυχίαν συμβαίνουν από καιρού εις καιρόν, και απειλούν να κλονίσουν εκ βάθρων – εκθέτοντας ως περίπου αυτάρεσκη ψευδαίσθηση – την πεποίθηση της Ανθρωπότητας ότι συνιστά κοινωνία υπέρτερη αγέλης αγρίων κτηνών· αντιστρόφως δε, να επαληθεύσουν μέχρι κεραίας το υπό των Λατίνων λεγόμενον “Homo homini lupus” και την αποστροφή του Πλουτάρχου «Οὐδὲν ἀνθρώπου θηρίον ἐστὶν ἀγριώτερον ἐξουσίαν πάθει προσλαβόντος».

Πρόκειται για την πολύμηνη αλληλουχία συμβάντων που έμελλε να μείνει γνωστή στην Ιστορία ως Σφαγές ή Καταστροφή της Χίου, και αποτέλεσε ένα από τα πιο διακεκριμένα επεισόδια στον πολυετή Αγώνα του Γένους για Ελευθερία και Ανεξαρτησία. Η σημερινή έχει από ετών καθιερωθεί επισήμως ως Ημέρα Μνήμης τής εν λόγω Συμφοράς, και φυσικώ τω λόγω συγκεντρωθήκαμε εδώ για να αποτίσουμε στα θύματά της τον πρέποντα, κατά τα νενομισμένα, φόρο τιμής.

Λόγω των προνομίων που είχε αποσπάσει από τους Οθωμανούς Κυριάρχους της, και χάρη στο φίλεργο και φιλοπρόοδό της πνεύμα, η Χίος γνώρισε μεγίστη ευημερία, τόσο ώστε να λογίζεται «νήσος Μακάρων», οι δε Χιώτες δραστηριοποιούνταν σε διάφορες μεγαλουπόλεις, οθωμανικές και ευρωπαϊκές. Το πολιτιστικό επίπεδο, η κοσμοπολιτική αύρα, ο αγαθός χαρακτήρας, και η όλη κουλτούρα των κατοίκων ξεχώριζε στην Πρόσω Ανατολή, ώστε από τους Ευρωπαίους να αποκαλούνται «Γασκώνοι του Λεβάντε», και ο περιηγητής De Nicolay να σημειώνει ότι πουθενά αλλού δεν είδε «λαόν τόσον αξιαγάπητον και πολιτισμένον».

Η κατάσταση αυτή επέπρωτο να ανατραπεί άρδην με τον τραγικότερο των τρόπων την Άνοιξη του 1822, όταν η Χίος προσχώρησε στον εν εξελίξει Ξεσηκωμό του Γένους κατά της Οθωμανικής Δεσποτείας. Εδώ, ωστόσο, το στασιαστικό κίνημα εκδηλώθηκε κατά παραθεώρηση αντιθέτων συστάσεων τόσο του Εκτελεστικού όσο και εχεφρόνων επιφανών του τόπου κατοίκων – χωρίς να πληρούνται στοιχειωδώς οι απαιτούμενες προς τούτο προϋποθέσεις: υπήρξε τόλμημα παρορμητικό, βεβιασμένο, άκαιρο, ανοργάνωτο, και γενικώς εξ ολοκλήρου ενάντιο προς τις επιταγές πάσης περισκέψεως.

Η είδηση περί του κινήματος κατετάραξε τον Σουλτάνο, ο οποίος απέστειλε ενισχυμένες ναυτικές και στρατιωτικές δυνάμεις, όχι απλώς προς καταστολή της ανταρσίας, αλλά και προς σκληρή της Χίου τιμωρία, και βεβαίως για εκφοβισμό άλλων περιοχών, ώστε να απόσχουν από τυχόν μελετώμενη επαναστατική δράση. Εφαρμόζοντας (αλλά και συχνότατα καταστρατηγώντας επί τα χείρω, και υπερθεματίζοντας) την σχετική σουλτανική εντολή, οι ηγήτορες των εν Χίω δρασασών οθωμανικών δυνάμεων, Καπουδάν Πασάς Καρά Αλής, και Τοποτηρητής Χίου Βαχήτ Πασάς – τη συνεργεία ορδών βασιβουζούκων και λοιπών ατάκτων στοιχείων που επί τούτου διαπεραιώνονταν αδιακόπως από την κατέναντι ασιατική ακτή –, αφού ανέτρεψαν μία προς μία τις μέχρις εσχάτων εστίες αμύνης που τους αντιτάσσονταν, επιδόθηκαν στην κατά γιουρούσια λαφυραγώγηση της νήσου, με απηνή καταδίωξη των φυγάδων, επίμονη και εξονυχιστική έρευνα προς ανακάλυψη κρυπτομένων, και εξόντωση ή εξανδραποδισμό των συλλαμβανομένων.

Μετά τα δύο πρώτα γιουρούσια, που εξαπολύθηκαν εναντίον της Κεντρικής και της Βορείας Χίου, και αφού έπεσαν και τα τελευταία οχυρά αντιστάσεως, οι επιζώντες διέρρεαν πλέον μαζικά ως φυγάδες (ρακένδυτοι, ανυπόδητοι, νηστικοί και εξαθλιωμένοι) προς τα βορειοδυτικά παράλια, επ’ ελπίδι ευρέσεως πλωτού μέσου διαφυγής και σωτηρίας.

Το πλήθος κατέληξε εδώ, στο Μελανειός, εσχατιά της νήσου πλησιέστερη στα Ψαρά, από τα οποία εναγωνίως προσδοκούσαν την από θαλάσσης σωτηρία. Στο ακρωτήριο όπου εγκλωβίστηκαν, δέχθηκαν την επίθεση των διωκτών τους και, όταν κάμφθηκε η αντίστασή τους, έπεσαν θύματα ανηλεούς σφαγής. Σκηνές εκτυλίχθηκαν ανάλογες προς εκείνες του χορού του Ζαλόγγου και του ολοκαυτώματος στο Κούγκι.

Λίγοι κατόρθωσαν να διαφύγουν, με πλοία της Κοινότητας Ψαρών, των οποίων τα πληρώματα προσπαθούσαν πάση δυνάμει και με αυτοθυσία να επέμβουν προς σωτηρία, αλλά παρακωλύονταν τόσο από τις περιπολίες του εχθρικού στόλου όσο και την επικρατούσα τις ημέρες εκείνες νηνεμία. Ακόμη λιγότεροι επιβίωσαν κρυμμένοι ακίνητοι, κρατώντας την ανάσα τους, κάτω από σωρούς πτωμάτων. Οι νεκροί του Μελανειούς υπολογίζονται σε 10.000 και οι αιχμάλωτοι σε 12.000. Πρόκειται ασφαλώς για την μεγαλύτερη εκατόμβη της Επαναστάσεως του 1821. Ο ιστορικός Σπυρίδων Τρικούπης αναφέρει σχετικώς ότι «τόσον αίμα εχύθη, ώστε εκοκκίνισεν η παράκτιος θάλασσα», και ο αυτόπτης μάρτυς και θύμα των Σφαγών, μετέπειτα επίσκοπος, Γρηγόριος Φωτεινός μάς πληροφορεί ότι «πανταχού μεν της Χίου συνέβησαν σφαγαί, ιδίως δε αι του Αναβάτου, του Αγίου Μηνά, της Βανακούς και της Μελαίνης Άκρας ήσαν διά το πλήθος των αποκτεινομένων αιματωδέστεραι».

Κατόπιν του καταδρομικού ενεργήματος του πυρπολητή Κανάρη, που κόστισε την ζωή σε υπερδισχιλίους Οθωμανούς, και ανάμεσά τους στον ίδιο τον Καρά Αλή, εξαπολύθηκε και το –ως φαίνεται, ήδη προαποφασισμένο– τρίτο γιουρούσι, εναντίον των Μαστιχοχώρων, των οποίων οι κάτοικοι, καταληφθέντες εξ απίνης, δεν πρόλαβαν καν να διαφύγουν, συμμεριζόμενοι και αυτοί την βαρυτάτη μοίρα των συντοπιτών τους της λοιπής νήσου.

Διά του τρόπου αυτού εκτελέστηκε πλήρως η δοθείσα, αρχομένης της δευτέρας εφόδου, εντολή του Βαχήτ: «Όλοι, αθώοι ή ένοχοι, πρέπει να θανατωθούν· αυτή είναι η βούλησή μου. Η Χίος πρέπει να καταστραφεί». Το αυτό πρόσωπο, στην ψυχή του οποίου καμία δεν είχε θέση το αίσθημα του ανθρωπισμού, αναγράφει στα απομνημονεύματά του εν είδει απολογισμού: «Και εγώ ομολογώ, ως αυτόπτης μάρτυς, ότι η τιμωρία ής έτυχον, το αίμα όπερ εχύθη, τα δάκρυα άπερ έρρευσαν, και οι οίκοι οίτινες κατεστράφησαν, συνοικίαι ολόκληραι όσαι απετεφρώθησαν ήσαν ανωτέρου βαθμού τιμωρίαι προς παραδειγματισμόν των υπολοίπων αποστατριών πόλεων και νησίων». Τελικά, πόλη και χωριά μεταβλήθηκαν σε σωρούς καπνιζόντων ερειπίων, και  απ’ άκρου εις άκρον η νήσος είχε ολοκληρωτικά καταστραφεί, όπως η λαϊκή Μούσα θρηνολογεί:

«Όλα τσούρμα γενήκανε, τίποτ’ ορθό δε μένει, μόνε ο μαύρος ο καπνός, που αφ’ τη Χιο δε βγαίνει.»

Το ανθρωπογενές περιβάλλον του νησιού καταστράφηκε σχεδόν ολοσχερώς και ο κοινωνικός του ιστός αποσαθρώθηκε πλήρως: από τον προεπαναστατικό πληθυσμό των 117.000 χριστιανών κατοίκων, απέμειναν, σε τρωγλοδυτική κατάσταση, 900 μόνον άτομα· ενώ 42.000 εξολοθρεύτηκαν· 52.000 αιχμαλωτίστηκαν· και 23.000 κατόρθωσαν να φυγαδευτούν.

Σύντομα οι εξοντωθέντες φάνηκαν οι τυχεροί της όλης υποθέσεως. Οι πρόσφυγες και οι αιχμαλωτισθέντες, πέραν του αβαστάκτου πόνου τους για την βίαιη απώλεια των συγγενών, του τόπου και των υπαρχόντων τους, βίωσαν μετέπειτα την απόλυτη δυστυχία –«των τεθνεώτων λυπηρότεροι και των απολωλότων αθλιώτεροι», κατά την έκφραση του Θουκυδίδη. Οι μεν πρόσφυγες, με την εξαίρεση εκείνων που βρήκαν καταφύγιο σε συγγενείς τους του εξωτερικού, ένιωσαν τον έσχατο ξεπεσμό, περιφερόμενοι σε τόπους ελληνικούς ως επαίτες, καταφρονούμενοι, ανεπιθύμητοι εν πολλοίς, και ενίοτε λοιδωρούμενοι.

Τα δε αιχμάλωτα γυναικόπαιδα σύρθηκαν αγεληδόν και πωλήθηκαν στα σκλαβοπάζαρα δίκην ζώων σε εμποροπανήγυρη. Απεγνωσμένες εκκλήσεις μελών της αυτής οικογενείας να πωλούνται ως ενιαίο και αδιαίρετο σύνολο δεν έβρισκαν ανταπόκριση, και όταν συνειδητοποιούσαν ότι δεν πρόκειται πια να ξαναειδωθούν, ακόμη και αυτός ο σπαρακτικός τελευταίος εναγκαλισμός αποχωρισμού τους παρεμποδιζόταν με ανηλεή κτυπήματα. Πολλοί δεν κατορθώθηκε να εντοπιστούν ποτέ· κάποιοι απελευθερώθηκαν δι’ εξαγοράς από συγγενείς τους ή ευπόρους φιλανθρώπους· άλλοι δε, υπό μυθιστορηματικές συνθήκες, δραπέτευσαν.

Η Καταστροφή της Χίου συγκλόνισε την Οικουμένη, ενώ διεθνούς φήμης καλλιτέχνες εμπνεύσθηκαν από αυτήν έργα μνημειώδη, όπως ο Ευγένιος Ντελακρουά και ο Βίκτωρ Ουγκώ. Ο συγκλονισμός των ξένων θα πρέπει να επαυξανόταν εκ του ότι για αυτούς οι Χιώτες δεν ήσαν μακρινοί και εξωτικοί· ήσαν οικείοι και συμπαθείς, που τους είχαν εκ του σύνεγγυς γνωρίσει είτε στην Ευρώπη είτε και στην ίδια την Χίο. Στάθηκε δε η τραγωδία τους το χρονικό ορόσημο μεταστροφής της ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής υπέρ των εν εξεγέρσει Ελλήνων, και – μαζί με την θανάτωση του Πατριάρχη Γρηγορίου και την Έξοδο του Μεσολογγίου – παράγων ενισχυτικός του ρεύματος φιλελληνισμού στο εξωτερικό.

Καταδεικτικό των όσων προξένησε η Συμφορά αισθημάτων (πένθους – μαζί και νοσταλγίας για έναν απωλεσθέντα παράδεισο) είναι το απόσπασμα γραφής του Κόμητος Μαρκέλλου, ο οποίος είχε επισκεφθεί τη Χίο δύο έτη πρωτύτερα, και είχε εντυπωσιαστεί από την ευγένεια, το ήθος και την αθωότητα των κορών της Χίου: «Κακότυχα κορίτσια της ωραιοτέρας νήσου των υδάτων, τι απεγίνατε; Πού είναι ο θορυβώδης γέλως σας, η αθώα σας χαρά, αι εορταί σας, η άνοιξις; Αλλοίμονον, τι μένει σήμερον από όλα εκείνα που εγνώρισα;».

Οι ανεκλάλητες φρικαλεότητες της Καταστροφής της Χίου αποτελούν όνειδος και στίγμα για την Ανθρωπότητα – ακριβώς όπως εκείνες που εκατό έτη αργότερα, και υπό περιστάσεις όλως αναλόγους, έκαναν τον εν Σμύρνη Αμερικανό Πρόξενο, Γεώργιο Χόρτον, να ομολογεί ότι εντρέπεται που ανήκει στο ανθρώπινο γένος.

Ενώπιον του αδεκάστου Δικαστηρίου της Ιστορίας, το ειδεχθέστατο και στυγερότατο τούτο κακούργημα, τύπου γενοκτονικού, που πληροί κατά πάντα την αντικειμενική υπόσταση εγκλήματος κατά της Ανθρωπότητος, θα παραμείνει απαράγραπτο στον Αιώνα, και θα βαραίνει ες αεί τους αρχιαυτουργούς –Σουλτάνο Μαχμούτ τον Β΄ και Ναύαρχο Καρά Αλή και Τοποτηρητή Βαχήτ Πασά – και όλους τους απλούς αυτουργούς.

Δεν λησμονούμε – δεν μπορούμε, και δεν μας επιτρέπεται να λησμονούμε – τα τραυματικά γεγονότα των οποίων αναμιμνησκόμαστε σήμερα, αφού αυτά έχουν χαραχθεί ανεξίτηλα στην συλλογική μας μνήμη. Και, εντούτοις, επιθυμούμε την συγχώρηση των δραστών, τοσούτω μάλλον καθόσον ιστάμεθα σε χώρο λατρείας Θρησκείας που κατεξοχήν προάγει την ιδέα της συγγνώμης. Προσευχόμενοι, λοιπόν, για τις ψυχές των θυμάτων, δεόμεθα και υπέρ αφέσεως των αμαρτιών των θυτών τους.

Δεν είμεθα της απόψεως ότι απόγονοι ευθύνονται για τα κρίματα των προπατόρων τους. Πάντοτε προσβλέπουμε, ωστόσο, η γείτων χώρα να στέρξει σε αναγνώριση του εγκλήματος της Καταστροφής της Χίου. Μία τέτοια χειρονομία από μέρους της ουδόλως γι’ αυτήν θα συνεπαγόταν ηθική μείωση, αφού το ότι κατέλυσε οριστικά την Αυτοκρατορία δεικνύει ότι –αν μη τι άλλο– επιθυμούσε να μην ταυτισθεί με τα πεπραγμένα της αλλά να διαφοροποιηθεί.

Για την Χίο η ποθουμένη ώρα της Ελευθερίας έμελλε να βραδύνει κατά ενενήντα ακόμη έτη, όταν, κατόπιν σκληρών μαχών μεταξύ της επιτοπίου οθωμανικής φρουράς και αποβατικού εξ Ελλάδος αποσπάσματος (το οποίον έτυχε αποθεωτικής υποδοχής και εκθύμου επιμελητειακής αρωγής από έναν έμπλεω ενθουσιασμού Ελληνικό Χιακό Λαό), η νήσος μας κατέστη επί τέλους μέρος του Ελευθέρου Κράτους.

Του οποίου Κράτους τούς υψηλοτέρους εκπροσώπους σε μία τόσο κορυφαία επέτειο όπως την σημερινή προσδοκούσαμε με την μέγιστη λαχτάρα να βλέπαμε εδώ.

Συμπατριώτισσές μου και Συμπατριώτες αδελφοί.

Στον καλύτερο κόσμο του μέλλοντος, που κάποτε θα ανατείλει (όχι, ίσως, χωρίς ωδίνες –αλλά πάντως, εάν προσπαθήσουμε προς τούτο εργωδώς, δεν μπορεί παρά να ανατείλει), θα επιστεί το πλήρωμα του χρόνου, οπότε κάποιος υψηλός εκπρόσωπος της γείτονος χώρας θα αποθέσει ένα άνθος στο ηρώον του Μελανειούς.

Τότε – ποιος ξέρει; – και δικούς του απωτέρους προγόνους βιολογικούς ο εν λόγω εκπρόσωπος ενδέχεται να τιμήσει.

Τότε – και μόνον τότε – όσοι ακόμη ακούν (καθ’ ύπνους ή και εν εγρηγόρσει) τον μακρινό απόηχο των οιμωγών από τις Σφαγές του 1822 πρόκειται να ησυχάσουν.

Και τότε οι ψυχές των μαρτυρησάντων, οι πλανώμενες περί το σεπτόν κενοτάφιον και υπέρ τον Μαύρο Κρημνό, εν ώρα που – κατά το δημώδες– «ο ήλιος βασιλεύγει στον Κάβο-Μελανειός», τότε – λέγω – οι ψυχές θέλουν εύρει την οριστική τους ανάπαυση. Σας ευχαριστώ.


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ