Το Θείο Κήρυγμα της Κυριακής (Η' Ματθαίου) 07 Ιουλίου 2022

TheioKirigma

Ἀριθμός 33

ΚΥΡΙΑΚΗ  Η΄  ΜΑΤΘΑΙΟΥ

«ἔφαγον πάντες καὶ ἐχορτάσθησαν» (Ματθ. 14, 20)

7 Αὐγούστου 2022

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ

Τῷ  καιρῷ ἐκείνῳ, εἶδεν ὁ Ἰησοῦς πολὺν ὄχλον, καὶ ἐσπλαγχνίσθη ἐπ' αὐτοῖς καὶ  ἐθεράπευσε τοὺς ἀρρώστους αὐτῶν. ὀψίας δὲ γενομένης προσῆλθον αὐτῷ  οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· Ἔρημός ἐστιν ὁ τόπος καὶ ἡ ὥρα ἤδη παρῆλθεν· ἀπόλυσον  τοὺς ὄχλους, ἵνα ἀπελθόντες εἰς τὰς κώμας ἀγοράσωσιν ἑαυτοῖς βρώματα. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Οὐ χρείαν ἔχουσιν ἀπελθεῖν· δότε αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν. οἱ δὲ λέγουσιν αὐτῷ· Οὐκ ἔχομεν ὧδε εἰ μὴ πέντε ἄρτους καὶ δύο  ἰχθύας. ὁ δὲ εἶπε· Φέρετέ μοι αὐτούς ὧδε. καὶ  κελεύσας τοὺς ὄχλους ἀνακλιθῆναι ἐπὶ τοὺς χόρτους, λαβὼν τοὺς πέντε ἄρτους καὶ τοὺς δύο ἰχθύας, ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανὸν εὐλόγησε, καὶ κλάσας ἔδωκε τοῖς  μαθηταῖς τοὺς ἄρτους οἱ δὲ μαθηταὶ τοῖς ὄχλοις. καὶ ἔφαγον πάντες  καὶ ἐχορτάσθησαν, καὶ ἦραν τὸ περισσεῦον τῶν κλασμάτων δώδεκα κοφίνους πλήρεις. οἱ δὲ ἐσθίοντες ἦσαν ἄνδρες ὡσεὶ πεντακισχίλιοι χωρὶς γυναικῶν καὶ  παιδίων. Καὶ εὐθέως ἠνάγκασεν ὁ Ἰησοῦς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἐμβῆναι  εἰς τὸ πλοῖον καὶ προάγειν αὐτὸν εἰς τὸ πέραν, ἕως οὗ ἀπολύσῃ τοὺς ὄχλους.

ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ

Ὁ μέγας Διδάσκαλος τῆς ἀνθρωπότητος, ὁ Θεάνθρωπος Κύριος βρίσκεται στὴν ἔρημο μὲ τοὺς μαθητές Του καὶ χιλιάδες λαοῦ, μαγνητισμένοι ἀπὸ τὰ πολλά Του θαύματα καὶ τὸ πρωτοφανὲς κήρυγμά Του ἔτρεχαν  πρὸς τὴν θεία πηγή, ἀπὸ τὴν ὁποία ἄφθονο ἔτρεχε τὸ πνευματικὸ νερό, γιὰ νὰ ξεδιψάσουν τὶς ψυχές τους. Τόσος ἦταν ὁ ἐνθουσιασμός τους, ὥστε λησμόνησαν καὶ τὶς ἀνάγκες τοῦ σώματός τους. Πλησιάζουν, λοιπόν, οἱ μαθητὲς τὸν Κύριο καὶ τοῦ ζητοῦν νὰ ἀφήσει τὸν λαὸ νὰ μεταβεῖ στὶς πλησιέστερες πόλεις γιὰ νὰ προμηθευτοῦν τροφές. Ὁ Κύριος, βλέποντας μὲ πόση προθυμία ἐγκατέλειψαν τὰ πάντα καὶ Τὸν ἀκολούθησαν, θέλησε νὰ τοὺς ἀνταμείψει καὶ νὰ τοὺς δείξει ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἐγκαταλείπει ποτὲ ἐκείνους ποὺ στὸ Ὄνομά Του θυσιάζουν τὰ πάντα καὶ Τὸν ἀκολουθοῦν.

Ἔτσι, προστάζει τοὺς μαθητές Του νὰ φέρουν μπροστά Του τοὺς πέντε ἄρτους καὶ τοὺς δύο ἰχθεῖς ποὺ εἶχαν μαζί τους καί, ἀφοῦ ἀνέβλεψε στὸν οὐρανὸ καὶ προσευχήθηκε,  τὰ εὐλόγησε καὶ ἄρχισε νὰ τὰ μοιράζει. Τὸ ἀποτέλεσμα; «ἔφαγον πάντες καὶ ἐχορτάσθησαν». Πάνω ἀπὸ πέντε χιλιάδες ἄνδρες, χωρὶς γυναῖκες καὶ παιδιά. Περίσσεψαν, μάλιστα, καὶ δώδεκα κοφίνια, ὅσοι καὶ οἱ μαθητές, ποὺ, στὴν συνέχεια, θὰ διδάξουν καὶ θὰ ἐκθρέψουν πνευματικὰ τοὺς λαοὺς μὲ τὰ σωτηριώδη διδάγματα τοῦ Κυρίου.

Ὄντως, μέγα καὶ παράδοξο θαῦμα!  Ὤ  ἡ ἀγάπη καὶ πρόνοια τοῦ Θεοῦ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους!  Ναί, ἀδελφοί μου. Ὁ Θεὸς γνωρίζει ὅλες τὶς ἀνάγκες μας. Δὲν μᾶς ἐγκαταλείπει, ἀλλὰ ὡς φιλόστοργος Πατέρας πάντα μᾶς παρακολουθεῖ. Ἐμεῖς ἀδημονοῦμε πολλὲς φορὲς καὶ ἀπιστοῦμε. Μπορεῖ ὁρισμένες περιστάσεις τῆς ζωῆς μας νὰ μᾶς δίνουν τὴν ἐντύπωση ὅτι ὁ Θεὸς μᾶς ἐγκατέλειψε, στὴν πραγματικότητα ὅμως συμβαίνει τὸ ἀκριβῶς ἀντίθετο. Ὁ Θεὸς μὲ τὶς στερήσεις καὶ δοκιμασίες ποὺ ἐπιτρέπει καὶ μὲ τὶς θλίψεις καὶ τὶς στενοχώριες μὲ τὶς ὁποῖες στολίζει τὴν ζωή μας, ἐπιδιώκει κάποιον ἀνώτερο καὶ ὑψηλότερο σκοπό. Τὶ κι ἂν ὁ νοῦς μας εἶναι τόσο στενὸς ποὺ βλέπει μόνο τὰ μαῦρα νέφη νὰ σκιάζουν τὸν ὁρίζοντα, χωρὶς νὰ διακρίνει τὸν ἥλιο ποὺ κρύβεται πίσω τους; Ἂς συμβουλευθοῦμε τὴν πεῖρα μας. Πόσες φορὲς βρεθήκαμε μπροστὰ σὲ ἀδιέξοδο καὶ ὁ Θεὸς  μὲ θαυμαστὸ τρόπο ἄνοιξε μπροστά μας ἕνα θαυμαστὸ δρόμο! Πόσες φορὲς δὲν φτάσαμε στὸ χεῖλος τοῦ γκρεμοῦ καὶ ἕνα στοργικὸ χέρι μᾶς συγκράτησε καὶ μᾶς ἔσωσε! Πόσες φορὲς ἡ ψυχή μας σὰν «στρουθίον ἐρρύσθη ἐκ τῆς παγίδος τῶν θηρευόντων καὶ ἡ παγὶς συνετρίβη»! Καὶ ὅπως ὁ γλυκύτατος Κύριός μας ἀπέστειλε τὸ μάνα γιὰ νὰ διαθρέψει τὸν ἰσραηλιτικὸ λαό, ἔτσι καὶ ἡ θεία Πρόνοιά Του σκέπει συνεχῶς τὸ πολυτιμώτερο δημιούργημά Του, τὸν ἄνθρωπο. Ἐκεῖνος βρίσκεται κοντά μας στὶς δυσκολίες τῆς ζωῆς καὶ μᾶς δίνει τὸ χέρι Του. Γι’ αὐτό – λέει κάποιος σοφός- ἡ νύχτα ἐλπίζει ὅτι θὰ τὴν διαδεχθεῖ ἡ αὐγή.  Γι’ αὐτὸ ὁ ναυαγὸς ἐλπίζει ὅτι θὰ σωθεῖ.   Γι’ αὐτὸ καὶ τὸ πουλὶ ποὺ χάνει τὴν φωλιά του ἐλπίζει ὅτι θὰ τὴν ξαναφτιάξει.

Ἡ ἐλπίδα ἀποτελεῖ γιὰ τὸν πιστὸ ἄγκυρα τῆς ψυχῆς «ἀσφαλῆ τε καὶ βεβαίαν» (Ἑβρ. 6, 19). Ὅμως στὶς μέρες μας, μὲ ὅσα συμβαίνουν γύρω μας, ἡ ἐλπίδα φαντάζει οὐτοπία. Ὡστόσο, γιὰ τὸν πιστὸ δὲν εἶναι μετέωρη‧στηρίζεται στὴν πίστη. «Μὴν φοβηθεῖς αὐτὸν ποὺ στήριξε στὴν πίστη ἐπάνω τὴν ἐλπίδα. Τὸν εἶδα στὴν ζωὴ νὰ μάχεται, μὰ πάντα ἀνίκητο τὸν εἶδα» μᾶς λέγει ὁ ποιητής. «Τὴν ἐλπίδα τίκτει δώρων Κυρίου πεῖρα», διδάσκει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος. Ἀκριβῶς, ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ πιστοῦ στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ποὺ γεννᾶ ἡ πεῖρα τῶν δώρων τοῦ Κυρίου, δυναμώνει τὴν ἐλπίδα, «ἡ δὲ ἐλπὶς οὐ καταισχύνει». Ἔτσι, νικώντας τὴν ἀπογοήτευση, ὁ πιστὸς ἀποκτᾶ δυνάμεις γιὰ τὸν ἀγῶνα του. Οἱ ἄνθρωποι τῆς ἐλπίδας, γράφει ὁ προφήτης Ἡσαΐας, εἶναι δυνατοὶ σὰν τοὺς ἀετούς, τρέχουν καὶ δὲν κουράζονται, περπατοῦν καὶ δὲν πονοῦν (Ἡσ. 40, 31). Εἶναι οἱ νικητὲς τῆς ζωῆς!

Ὁ ἱ. Χρυσόστομος γράφει: Δὲν παραγνωρίζει ὁ Κύριος ὅτι ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε ἀπὸ τὸν Τριαδικὸ Θεὸ μὲ δύο οὐσίες, τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχή καὶ ὅτι τὸ σῶμα εἶναι ὑλικὸ καὶ φθαρτὸ καὶ ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ὑλικὴ τροφή. Ἡ δὲ ψυχὴ εἶναι πνευματικὴ καὶ ἄφθαρτη καὶ ἔχει ἀνάγκη τροφῆς πνευματικῆς. Γι’ αὐτὸ ἡ ἀληθινὴ τροφὴ τῶν ἀνθρώπων εἶναι τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Κυρίου. «ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς», διακηρύσσει ὁ Ἴδιος. «Ἐὰν μὴ φάγητε τὸν ἄρτον τοῦτον, οὐκ ἔχετε ζωὴν ἐν ἑαυτοῖς».

Ὁ ἅγιος Νεκτάριος ἀναφωνεῖ: Ἐλπίδα! Εἶσαι τὸ ἀναφαίρετο δῶρο τοῦ Θεοῦ, διότι πλάσθηκες μαζὶ μὲ τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, γιὰ νὰ τὸν ἐνισχύεις στὶς δοκιμασίες τῆς ζωῆς του καὶ νὰ τὸν ἀναδεικνύεις ἀνώτερο τῶν περιστάσεων καὶ ἀνίκητο ἀγωνιστή. Δόθηκες στὸν ἄνθρωπο ὡς ἐπιβράβευση στὴν νίκη του στὸν καλὸ ἀγῶνα καὶ γιὰ νὰ στολίζεις τὸ κεφάλι του μὲ ἀμαράντινα στεφάνια. Δόθηκες σὲ αὐτὸν ἔμφυτη, γιὰ νὰ τὸν ὁδηγήσεις στὴν τελειότητα, γιὰ νὰ τὸν ἀνυψώσεις πρὸς τὸν Θεό, γιὰ νὰ τὸν βγάλεις ἀπὸ τὸ χάος στὸ ὁποῖο θὰ ἔπεφτε χωρὶς ἐσένα. Ἡ ἐλπίδα τονώνει τὶς δειλὲς καρδιὲς καὶ τὶς ἀναδεικνύει ἰσχυρὲς καὶ ἀνδρεῖες γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσουν τὶς συμφορές. Ἡ ἐλπίδα στὸν Θεὸ δίνει ζωὴ σ’ αὐτὸν ποὺ ἔχει ἀποκάμει ἀπὸ τὴν κούραση καὶ μὲ νέες δυνάμεις ἀναζωογονεῖ τὰ καταπονημένα νεῦρα του. Ἡ ἐλπίδα στὸν Θεὸ ἀπομακρύνει τὴν μαύρη καὶ φρικτὴ ἀπελπισία καὶ ἀποσπᾶ τὸ θεῖο ἔλεος καὶ τὴν σωτηρία. Ἀληθινὰ μακάριος εἶναι ὅποιος ἐλπίζει στὸν Θεό.  Καὶ συνεχίζει ὁ Ἅγιος: Κύριε, μὴν ἀργήσεις! Σήκω, κάνε γρήγορα, ἔλα καὶ ἀπομάκρυνε ἀπὸ τὴν ψυχή μου κάθε ἀνάγκη, ἐξάγαγε ἐκ φυλακῆς τὴν ψυχή μου. Θὰ Σὲ δοξολογήσω μὲ  ὅλη μου τὴν καρδιά.

Ὁ Ἅγιος Ἄνθιμος σὲ κήρυγμά του στὴν Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Βοηθείας, διδάσκει: Ὅσες φορὲς κι ἐμεῖς ἔχουμε θλίψεις, στενοχώριες, βάσανα, τὸν αὐτὸ Σταυρὸ σηκώνομε κι ἐμεῖς ἀδελφὲς καὶ πηγαίνομε στὸν Γολγοθᾶ. Ὁ Γολγοθᾶς εἶναι ἕνα ὕψωμα τόσο δυσβάστακτο, τόσο κοπιαστικό, ὅμως ἐμεῖς ἔχομε ὅλα τὰ μέσα γιὰ νὰ τὸν ἀνεβοῦμε μὲ εὐκολία. Τὸ μέσο ποὺ μᾶς κάμνει εὔκολο τὸν δρόμο εἶναι Αὐτὸς ὁ Ἴδιος ποὺ τὸν ἀνέβηκε‧ ἐὰν Τὸν φωνάξεις, εὐθὺς σοῦ δίνει χέρι βοηθείας. Νὰ μὴν ἀπιστεῖς, νὰ μὴν δυσπιστεῖς, διότι ἐφ’  ὅσον ἔχεις τέτοιον διδάσκαλο καὶ βοηθό, τὸν Ἐσταυρωμένο Ἰησοῦ, πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ μὴ σὲ εὐσπλαγχνισθεῖ, νὰ μὴ σὲ βοηθήσει; Μὴ φοβᾶσαι!  Τὶ ἔχεις; Θλίψεις;  Παρήγορος εἶναι! Ἀσθένεια ἔχεις; Ἰατρὸς ἕτοιμος εἶναι! Τὶ ἔχεις; Λυπημένη εἶσαι; Πτωχεία ἔχεις; Τρέξε σ’  Ἐκεῖνον! Ἡ μόνη παρηγοριά μας εἶναι ὁ Διδάσκαλός μας.

Ὁ Ἅγιος Πορφύριος τονίζει: Λοιπόν, ζωὴ χωρὶς Χριστὸ δὲν εἶναι ζωή. Πάει τελείωσε!  Ἂν δὲν βλέπεις τὸν Χριστὸ σὲ ὅλα σου τὰ ἔργα καὶ τὶς σκέψεις, εἶσαι χωρὶς Χριστό! Θυμᾶσαι κι ἕνα τραγούδι:  Σὺν Χριστῷ πανταχοῦ, φόβος οὐδαμοῦ; Ὁ  Χριστὸς εἶναι φίλος μας. Εἶναι ἀδελφός μας. Εἶναι ὅ,τι καλὸ καὶ ὡραῖο. Εἶναι τὸ πᾶν! Ἀλλὰ εἶναι φίλος καὶ τὸ φωνάζει: «Σᾶς ἔχω φίλους, βρέ, δὲν τὸ καταλαβαίνετε; Εἴμαστε ἀδέλφια, βρέ, ἐγὼ δὲν εἶμαι… δὲν βαστάω τὴν κόλαση στὸ χέρι, δὲν σᾶς φοβερίζω, σᾶς ἀγαπῶ.  Σᾶς θέλω νὰ χαίρεστε μαζί μου τὴν ζωή». Κατάλαβες; Ἔτσι εἶναι ὁ Χριστός, δὲν ἔχει κατήφεια οὔτε μελαγχολία οὔτε ἐνδοστρέφεια,ποὺ ὁ ἄνθρωπος σκέφτεται καὶ βασανίζεται ἀπὸ διάφορους λογισμοὺς καὶ διάφορες πιέσεις, ποὺ κατὰ καιροὺς στὴν ζωή του τὸν τραυμάτισαν. “Ἀγαπήσατε τὸν Χριστὸν καὶ μηδὲν προτιμήσατε τῆς ἀγάπης αὐτοῦ”. Ὁ Ἴδιος θὰ μᾶς πεῖ: «χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν».

Ὁ Ἅγιος Παΐσιος ἀναφέρει στὶς διδαχές του: Ὅσο περισσότερο ζεῖ κανεὶς τὴν κοσμικὴ ζωή, τόσο περισσότερο ἄγχος κερδίζει. Μόνο κοντὰ στὸν Χριστὸ κανεὶς ξεκουράζεται, γιατὶ ὁ ἄνθρωπος εἶναι πλασμένος γιὰ τὸν Θεό.Ἐκεῖ εἶναι τὸ φυσικό του, νὰ βρίσκεται μὲ τὸν Θεό. Ἐμπιστοσύνη ἀπόλυτη νὰ ἔχουμε μόνο σ’ Ἐκεῖνον. Ὅταν ἐναποθέτουμε τὰ πάντα σ’ Αὐτόν, ὁ Θεὸς ὑποχρεώνεται νὰ μᾶς βοηθήσει. Ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει τοὺ πειρασμοὺς γιὰ νὰ μᾶς «ξεσκονίσουν» καὶ νὰ ἐξαγνίζεται ἔτσι ἡ ψυχή μας μὲ τὶς θλίψεις καὶ τὰ κλάματα καὶ νὰ ἀναγκαζόμαστε νὰ καταφεύγομε στὸν Θεὸ γιὰ τὴν σωτηρία μας. Μεγάλη ὑπόθεση ἡ ἐμπιστοσύνη στὸν Θεό! Καὶ συνεχίζει ὁ Ἅγιος Γέροντας: Τὰ χρόνια ποὺ περνᾶμε εἶναι πολὺ δύσκολα καὶ πολὺ ἐπικίνδυνα, ἀλλὰ θὰ νικήσει ὁ Χριστός! Ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει νὰ γίνει τώρα ἕνα τράνταγμα γερό. Ἔρχονται δύσκολα χρόνια. Θὰ ἔχουμε δοκιμασίες μεγάλες… Νὰ τὸ πάρουμε στὰ σοβαρά. Νὰ ζήσουμε πνευματικά. Οἱ περιστάσεις μᾶς ἀναγκάζουν καὶ θὰ μᾶς ἀναγκάσουν νὰ δουλέψουμε πνευματικά. Δὲν σκέφτονται τὴν αἰωνιότητα οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι. Ἡ φιλαυτία τοὺς κάνει νὰ ξεχνοῦν ὅτι θὰ χαθοῦν τὰ πάντα.

Εὐλογημένοι Χριστιανοί,

Χθὲς ἑορτάσαμε τὴν Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου μας. Πρέπει κι ἐμεῖς νὰ μεταμορφώσουμε τὰ πάθη μας σὲ ἀρετές. Εἴδαμε ὅτι οἱ Ἅγιοι Πατέρες μας ζοῦσαν συνεχῶς μέσα τους τὸν Χριστὸ κι ἔλαμπε ὅλη τους ἡ ὕπαρξη. «Ἡ ἐλπίς μου ὁ Πατήρ, καταφυγή μου ὁ Υἱός, σκέπη μου τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον», ἂς ἀναφωνήσουμε ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς μας! Ἐλπίζοντας σ’ Ἐκεῖνον, καταξιώνουμε τὶς ἐπιδιώξεις μας, τὸν σκοπὸ τῆς ζωῆς μας. Ἐκεῖνος εἶναι ἡ ἄγκυρα στὸ ταξίδι τῆς ζωῆς μας. Κι ἐμεῖς εἴμαστε πνοὴ ἀπὸ τὴν πνοή Του. Δημιουργία μέσα στὴν δημιουργία Του. Χαρὰ μέσα στὴν χαρά Του.  Γιατὶ νὰ ἀπελπιζόμαστε; Ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου εἶναι ἡ ἐλπίδα μας. Ἡ πίστη μας εἶναι ἄνοιγμα στοὺς ὁρίζοντές της. Ἡ ἀπιστία μας δυσβάστακτος σταυρὸς καὶ πηγὴ ἀμφισβήτησης. Ἀπελπισίας. Βύθισμα στὸ σκοτάδι τοῦ διαβόλου. Πόσο ὡραῖο εἶναι Κύριε νὰ ὑφαίνουμε τὴν ζωή μας γύρω ἀπὸ ἕνα «μυστικὸ» τρόπο ζωῆς ποὺ Ἐσὺ μᾶς ἐδίδαξες. Πόσο ὡραῖο εἶναι νὰ Σὲ νοιώθουμε μέσα μας, γύρω μας, κοντά μας. Καὶ εἶναι τόσο ὡραῖο αὐτό, γιατὶ αἰσθανόμαστε μιὰ σιγουριὰ πὼς ἡ ἐλπίδα μας δὲν πρόκειται νὰ μᾶς ντροπιάσει ποτέ.

Συνοδοιπόρος μας καὶ πάλι ἡ ἱερὴ λύρα τοῦ Βερίτη:

Ὤ Σύ, ποὺ πόνεσες γιὰ μᾶς καὶ βασανίστηκες σκληρά,

Τὸ Αἷμά Σου τ’ ἀτίμητο μᾶς δίνει φῶς, ζωή.

Καὶ μᾶς γεμίζει τὴν καρδιὰ μ’  ἐλπίδα καὶ παρηγοριά.

Γένοιτο!


Εκτύπωση   Email