Πέμπτη
27 Ιανουαρίου

Ιωάννου Χρυσοστόμου ανακομιδή λειψάνων, Μαρκιανής

ΟΜΙΛΙΑ

Του Αρχιμ. Επιφανίου Οικονόμου

Ιεροκήρυκος Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος

Κυριακή Γ΄ Νηστειών

Δ΄ Κατανυκτικός Εσπερινός

Ιερός Μητροπολιτικός Ναός Αγίων Μηνά,

Βίκτορος & Βικεντίου Χίου

18/3/2012

Θέμα: «Η προσευχή της καρδιάς»

Σεβασμιώτατε,

Σεβαστοί Πατέρες και ευλαβείς Χριστιανοί,

Εισερχόμαστε, συν Θεώ, στην Δ΄ Εβδομάδα της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, μιας περιόδου η οποία αποσκοπεί στην αναθέρμανση και αναγέννηση των πνευματικών μας αισθητηρίων, προκειμένου να μάς καταστήσει μετόχους της Χάριτος του Θεού, που εκχέεται αφειδώς σε όλους όσοι επιλέγουμε να αγωνιστούμε στο Στάδιο των Αρετών για να μορφώσουμε μέσα μας την ζωή του Ιησού Χριστού. Πρόκειται για την περίοδο της «ειλικρινούς μετανοίας, της αληθινής νηστείας, της υψοποιού ταπεινώσεως και της θεαρέστου προσευχής»[1], που συναπαρτίζουν τα τέσσερα εκείνα πνευματικά ιδιώματα, η οικειοποίηση των οποίων καθιστά τον άνθρωπο φιλόθεο, αλλά και φιλάνθρωπο.

Από τα τέσσερα αυτά ανυπέρβλητα πνευματικά κεφάλαια, δίχως τα οποία η πνευματική ζωή απονευρώνεται, θα επικεντρώσουμε τη γραφίδα μας στο Θείο δώρημα της Προσευχής, καταγράφοντας κάποιες απλές και, θέλουμε να πιστεύουμε, ψυχωφελείς σκέψεις.

Γενικά περί προσευχής

Το γεγονός της προσευχής έχει Θεία προέλευση, ενώ η εφαρμογή του συνιστά μίμηση Χριστού. Ο Κύριός μας δίδαξε τον τρόπο της προσευχής, όταν ερωτήθηκε από τους Μαθητές του για τον ενδεδειγμένο τρόπο της επικοινωνίας με τον Θεό. Υπέδειξε ως ιδανικό τύπο προσευχής το γνωστό μας Πάτερ ημών[2], το οποίο είναι υπόδειγμα λιτότητας, περιεκτικότητας και ευθυβολίας. Στην Κυριακή προσευχή, «ο Θεός είναι ο Πατέρας των ανθρώπων και οι άνθρωποι, από αγάπη προς τον ουράνιο πατέρα τους, προσευχητικά δίνουν προτεραιότητα στη δόξα του, στην έλευση της Βασιλείας Του, στην εκπλήρωση του θελήματός Του, στη ζήτηση του καθημερινού, αλλά και του ουράνιου άρτου, στην άφεση των αμαρτιών τους και, τέλος, στη δύναμη να μην τους καταβάλει ο πονηρός. Ο Ιησούς Χριστός, διδάσκοντας αυτή την προσευχή στους Μαθητές Του, τους έδωσε, ταυτόχρονα και τη βεβαιότητα πως όλα όσα ζητήσουν στην προσευχή τους,  με πίστη, θα τα λάβουν[3]»[4]

Την ώρα της προσευχής ο άνθρωπος γίνεται μιμητής Χριστού, ο Οποίος ην διανυκτερεύων εν τη προσευχή του Θεού[5] Ο Κύριος, σε πολλές στιγμές της επί γης ζωής Του, επέλεξε την μόνωση, προκειμένου να στρέψει το βλέμμα και τη σκέψη στο Θεό Πατέρα και να προσευχηθεί[6] Αν ο Παντοδύναμος και Παντεπόπτης Κύριος ένιωσε την ανάγκη της προσευχής, πόσο μάλλον, εμείς, οι αδύναμοι και ασθενείς άνθρωποι έχουμε ανάγκη του πνευματικού αυτού οξυγόνου για να ζήσουμε και ν’ αναπνεύσουμε τον καθάριο αέρα της εν Χριστώ κοινωνίας, σε εποχή έντονης πνευματικής παραζάλης και αξιακής ασφυξίας.

Ας δούμε, όμως, πώς περιγράφει την προσευχή η Πατερική και Ασκητική παράδοση και διδασκαλία της Εκκλησίας μας. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος σημειώνει πως «η προσευχή είναι το τείχος των πιστών, το ακαταγώνιστο και ανίκητο όπλο μας, το καθάρσιο της ψυχής μας, η απολύτρωση των αμαρτημάτων μας, η υπόθεση μυρίων αγαθών. Προσευχή δεν είναι τίποτα άλλο παρά η συνομιλία μας με τον Θεό και Δεσπότη των όλων»[7] Στην ίδια λογική κινείται και ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης, ο οποίος επισημαίνει ότι Προσευχή εστί Θεού ομιλία, των αοράτων πληροφορία, των αγγέλων ομοτιμία, των καλών προκοπή, των κακών αποτροπή, των αμαρτανόντων διόρθωσις, των παρόντων απόλαυσις, των μελλόντων υπόστασις.

Ο Μέγας Βασίλειος συνδέει την προσευχή με την ευσέβεια, αναδεικνύοντας το ατελέσφορο της προσευχής εκείνων που επιλέγουν να ζουν συνειδητά στην αμαρτία και στην αμετανοησία: Προσευχή εστίν αίτησις αγαθού παρά των ευσεβών εις Θεόν γινομένη…[8] Από τη μεριά του ο Όσιος Ιωάννης της Κλίμακος περιγράφει την πνευματική ωφέλεια του ανθρώπου που επιλέγει να αγωνίζεται για να μορφώνει διαρκώς μέσα του τον προσευχητικό τρόπο ζωής: «Η προσευχή είναι η ένωση του ανθρώπου με τον Θεό, η συμφιλίωση με τον Θεό, η μητέρα των δακρύων, η συγχώρηση των αμαρτημάτων…, ο τοίχος που μάς προστατεύει από τις θλίψεις. Η προσευχή είναι το έργο των Αγγέλων, η μελλοντική ευφροσύνη, η εργασία που δεν τελειώνει, πηγή των αρετών, πρόξενος των χαρισμάτων, τροφή της ψυχής, φωτισμός του νου, πέλεκυς που χτυπά την απόγνωση, διάλυση της λύπης, θησαυρός των ησυχαστών, καθρέπτης πνευματικής προόδου…,αποκάλυψη των μελλοντικών πραγμάτων»[9] Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, στον «Αόρατο Πόλεμο», διδάσκει ότι «η προσευχή είναι μέσον και όργανον, διά να λάβωμεν όλας τας χάριτας, οπού πλημμυρούν εις ημάς από εκείνην την πηγήν της αγάπης και της αγαθότητος του Θεού. Με την προσευχήν θέλεις βάλη την μάχαιραν εις τας χείρας του Θεού, διά να πολεμή και να νικά διά εσένα»[10]

Η Προσευχή της Καρδιάς στον Όσιο Θεοφάνη τον Ερημίτη

Σκοπός μας, όμως, δεν είναι η παράθεση Πατερικών ορισμών περί προσευχής. Άλλωστε, τί σημασία έχει η θεωρητική προσέγγιση του κορυφαίου αυτού πνευματικού αγαθού, όταν δε συνοδεύεται από την γνώση της ουσίας του και την εμπειρία της εφαρμογής του. Γι’ αυτό, αφού πήραμε μία γεύση για την έννοια της προσευχής στην Ορθόδοξη παράδοση, θα επιχειρήσουμε να εισχωρήσουμε στα ενδότερα της προσευχής, δίδοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στο βαθιά εσωτερικό και πνευματικό περιεχόμενό της. Οδηγός μας θα είναι ένας απλός ασκητής, άγνωστος στους πολλούς, ο Όσιος Θεοφάνης ο Ερημίτης, ο οποίος περιέγραψε την προσευχή με δυό λόγια, που αποκαλύπτουν, όμως, την ταυτότητά της. Έλεγε ο Όσιος Θεοφάνης ότι «προσευχή είναι να στέκομαι διαρκώς μπροστά στο Θεό με το νου προσηλωμένο στην καρδιά». Πάνω σ’ αυτή τη λιτή και απογυμνωμένη από βαρύγδουπες έννοιες προσέγγιση θα στηρίξουμε τις σκέψεις μας στη συνέχεια.

Στον ορισμό του Οσίου Θεοφάνους απουσιάζει οποιαδήποτε αναφορά σε λόγια και αιτήματα. Οι περισσότεροι, όμως, από τους Χριστιανούς αυτή την αίσθηση έχουμε περί προσευχής. Ότι είναι τρόπος κατάθεσης και υποβολής των ποικίλλων αιτημάτων μας, σχετικών με τη ζωή, την υγεία, την ευτυχία, την αντιμετώπιση των προβλημάτων του βίου, την συζυγική και οικογενειακή αρμονία. Μήπως, όμως, δε γνωρίζει ο Θεός τις ανάγκες της ζωής μας; Έχει ανάγκη από εμάς για να τις   πληροφορηθεί; Ο Θεός γνωρίζει τις ανάγκες μας πριν ακόμα έλθουμε σ’ αυτή τη ζωή. Ο Όσιος Θεοφάνης λέει ότι δεν είναι απαραίτητο πάντα να ζητάμε πράγματα από τον Θεό. Δεν είναι απαραίτητο πάντα να χρησιμοποιούμε λόγια. Η βαθύτερη προσευχή είναι απλώς να περιμένουμε τον Θεό. Η προσευχή, ίσως, κάποιες φορές, να είναι μια αίτηση, αλλά, αν την εξετάσουμε προσεκτικότερα, δεν είναι μια αίτηση, αλλά μια σχέση. Μια σχέση στην οποία δε χρειάζεται τόσο να μιλάμε εμείς στο Θεό, αλλά να περιμένουμε να μιλήσει Εκείνος σε εμάς. Δεν υπάρχει η σχέση αυτή τόσο για να μάς ακούσει ο Θεός, όσο για να ακούσουμε εμείς το Θεό. Και ο Θεός ομιλεί, άλλοτε φανερά και άλλοτε μυστικά.

Ο Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς συνηγορεί στην άποψη αυτή και παρατηρεί ότι «Ο Θεός μάς όρισε την προσευχή προκειμένου όχι να μάθει τί χρειαζόμαστε – αφού γνωρίζει και πριν τη σύλληψή μας τί θα χρειασθούμε σε κάθε λεπτό της ζωής μας – αλλά, προκειμένου οι ψυχές μας, υπό τις ακτίνες της προσευχής, να μεγαλώνουν, να ευρύνονται, να υψώνονται και να ωριμάζουν. Εάν, προς στιγμήν, δεν απαντά στις προσευχές, σημαίνει ότι δεν επιθυμεί να γίνει σε εμάς εκείνο που εμείς θέλουμε, αλλά εκείνο που Αυτός θέλει. Σ΄ αυτή την περίπτωση επιθυμεί για μάς και μάς προετοιμάζει για κάτι μεγαλύτερο και καλύτερο από εκείνο που εμείς στην προσευχή μας Τού ζητάμε. Γι΄ αυτό πρέπει, με ταπεινοφροσύνη, να ολοκληρώνουμε κάθε προσευχή με τη φράση “Πατέρα, ας γίνει το θέλημά Σου και όχι το δικό μου”»[11]

Ο άνθρωπος της εποχής μας «που ζει σ’ ένα κόσμο εφήμερο, φαντάζεται και πιστεύει πως στην προσευχή το σημαντικό, ο σκοπός του ζήλου του, είναι ν’ ακούσει ο Θεός αυτό που ο άνθρωπος Τού λέει. Κι όμως, στην πραγματικότητα, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: η προσευχή δεν βασίζεται σε αληθινές βάσεις όταν ο Θεός ακούσει τί Τού λέμε και τί Τού ζητάμε. Η προσευχή έχει βάσεις αληθινές, όταν αυτός που προσεύχεται δεν σταματά να προσεύχεται μέχρι να φτάσει ν’ ακούσει αυτός ο ίδιος τί θέλει ο Θεός. Ο εφήμερος άνθρωπος σπαταλά τα λόγια του και, κατά συνέπεια, γίνεται απαιτητικός, όταν προσεύχεται. Αυτός, όμως, που προσεύχεται αληθινά περιορίζεται μόνο στο ν’ ακούει»[12]

Ο Όσιος Θεοφάνης επιμένει στην προσήλωση του νου στην καρδιά την ώρα της προσευχής. Στην Χριστιανική παράδοση, διασώζονται τρία στάδια προσευχής: η προφορική προσευχή, προσευχή με τα λόγια δηλ., η οποία σταδιακά, κατά την πορεία της πνευματικής ωρίμανσης του ανθρώπου, εσωτερικεύεται και γίνεται προσευχή του νου ή της διανοίας. Αυτό είναι το δεύτερο στάδιο. Είναι η αρχή της αληθινής προσευχής. Έπειτα αρχίζει το τρίτο στάδιο όπου μετατρέπεται σε προσευχή της καρδιάς ή πιο συγκεκριμένα, προσευχή του νου, μέσω της καρδιάς. Στην Αγία Γραφή, καθώς επίσης και στην Ανατολική Ορθόδοξη Παράδοση, η καρδιά δηλώνει όχι απλά τα πάθη ή τα συναισθήματα, όπως καταλήγει να σημαίνει σήμερα, αλλά τον βαθύ εαυτό μας, τον εσωτερικό ιερό τόπο, το πνευματικό κέντρο ολόκληρης της ανθρώπινης ύπαρξης. Οπότε, προσευχή της καρδιάς σημαίνει προσευχή ολόκληρης της ανθρώπινης ύπαρξης. Η καρδιά είναι το μέρος όπου ανακαλύπτουμε τον εαυτό μας, ως πρόσωπα φτιαγμένα κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση Θεού. Η καρδιά είναι το τόπος που συναντούμε τον Χριστό και το Άγιο Πνεύμα που ενοικούν μέσα μας. Έτσι, λοιπόν, προσευχή της καρδιάς σημαίνει όχι απλώς τη δική μας προσωπική προσευχή, αλλά και την προσευχή του Χριστού και του Αγίου Πνεύματος μέσα μας. Αυτό ακριβώς είναι το νόημα της προσευχής της καρδιάς.

Η προσευχή της καρδιάς προϋποθέτει μία προσωπική και ξεχωριστή σχέση του ανθρώπου με τον Θεό. Είναι καρπός Θείου έρωτα, της απόλυτης δηλ. κένωσης του εαυτού μας για να γεμίσει από την αγάπη του Θεού. Αυτό μπορούμε να το καταλάβουμε καλύτερα αν φέρουμε στο νου μας την εικόνα δύο ανθρώπων που αγαπιούνται πολύ, που είναι ερωτευμένοι, όχι με φτηνό και εφήμερο τρόπο, αλλά ολοκληρωτικό. Οι άνθρωποι αυτοί δεν έχουν ανάγκη από λόγια και επιχειρήματα για να επικοινωνήσουν και να συνεννοηθούν. Αρκεί ένα βλέμμα, μία κίνηση, ένα άγγιγμα, ένας ψίθυρος. Αρκεί ένας κοινός παλμός της καρδιάς για να βρεθούν σε πλήρη κοινωνία, για να ακούσουν ο ένας τον άλλο, για να γεμίσουν ο ένας από τον άλλο.

Στο χώρο της πνευματικής ζωής αυτό το τρίτο επίπεδο της προσευχής της καρδιάς δεν επιτυγχάνεται εύκολα και απαίδευτα. Χρειάζεται δάσκαλο και χειραγωγό, που δεν είναι άλλος από τον σοφό και έμπειρο πνευματικό. Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης επισημαίνει ότι «όποιος θέλει να ασκεί την προσευχή χωρίς χειραγωγό και, μέσα στην υπερηφάνεια του, φαντάζεται  πως μπορεί να διδαχθεί από τα βιβλία και δεν καταφεύγει σε γέροντα, αυτός μισοβρίσκεται κιόλας στην πλάνη. Τον ταπεινό, όμως, τον προστατεύει ο Κύριος…»[13]

Ο Αγιορείτης Άγιος θέτει στο σημείο αυτό την βασική προϋπόθεση που καθιστά την προσευχή της καρδιάς καρπό της χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Αυτή είναι η ταπείνωση. Είναι δυνατόν άνθρωπος υπερήφανος, κυριευμένος από οίηση και έπαρση, να μπορέσει να γίνει πρόσωπο προσευχής και να προσηλώσει τον νου και την καρδιά στην σκέψη του Θεού; Γι΄ αυτό ο Άγιος Σιλουανός προτρέπει «άνθρωπε, μάθε την κατά Χριστόν ταπείνωση και θα σου χαρίσει ο Κύριος να γευθείς την γλυκύτητα της προσευχής. Κι αν θέλεις να προσεύχεσαι καθαρά, τότε γίνε ταπεινός, εγκρατής, εξομολογήσου ειλικρινώς και θα σε αγαπήσει η προσευχή…»[14] «Το θεμέλιο της προσευχής είναι η πολύ βαθιά ταπείνωση. Τίποτα άλλο δεν είναι η προσευχή παρά το κλάμα και το πένθος του ταπεινού φρονήματος. Όταν λείπει η ταπείνωση, η προσευχητική άσκηση απειλείται από την αυταπάτη και την δαιμονική πλάνη»[15]

Η σπουδαιότητα της ταπείνωσης ως βασικού ποιοτικού χαρακτηριστικού της προσευχής αποκαλύπτεται σε μια γωνιά του Ναού του Σολομώντος, στο πρόσωπο ενός τελώνου, ο οποίος προσεύχεται και ζητεί το έλεος του Θεού, προτάσσοντας όχι τις αρετές και τα δήθεν κατορθώματά του, αλλά την ταπείνωση και αναξιότητά του. Ο Θεός ιλάσθητί  μοι των αμαρτωλώ [16] κραυγάζει και ελκύει πάνω του το βλέμμα του Θεού, ο οποίος υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν[17] Αυτός ο λόγος της ταπείνωσης του αμαρτωλού και βδελυκτού, στα μάτια του κόσμου, τελώνου, αρκούσε για την δικαίωσή του, ενώπιον του Θεού, γιατί έβγαινε από την καρδιά του και εξέφραζε την εσωτερική συντριβή του. Αυτή η ταπείνωση, την οποία ο Όσιος Ισαάκ ο Σύρος ονομάζει «στολή Θεότητος», καθίσταται ουσιαστικό γνώρισμα της πνευματικής ζωής και ίσταται στην κορυφή των αρετών.

Η αδιάλειπτη προσευχή

Ας επανέλθουμε, όμως, στον Όσιο Θεοφάνη, ο οποίος μάς λέει ότι το να προσευχόμαστε σημαίνει να στεκόμαστε διαρκώς μπροστά στο Θεό αδιάκοπα, νύχτα και μέρα, μέχρι το τέλος της ζωής μας. Ασφαλώς, δεν ομιλεί για στάση σωματική, αλλά εσωτερική. Και εδώ έρχεται στο προσκήνιο η προτροπή του Αποστόλου Παύλου αδιαλείπτως προσεύχεσθε[18] Ο Παύλος δε λέει απλά να προσευχόμαστε μέρα και νύχτα ή συγκεκριμένες στιγμές στη διάρκεια της ημέρας, αλλά να προσευχόμαστε αδιάκοπα. Είναι δυνατόν να επιτευχθεί ένας τέτοιος σκοπός; Μπορεί η προσευχή μας στο Θεό να είναι ασταμάτητη, όταν είμαστε υποχρεωμένοι, στην πορεία της κάθε ημέρας, να επικοινωνούμε με τους ανθρώπους, να εργαζόμαστε, να ασχολούμαστε με τις ανάγκες της οικογένειάς μας, να αντιμετωπίζουμε τα ποικίλα προβλήματα της καθημερινότητάς μας; Δεν πρέπει να είμαστε απαλλαγμένοι από τα βιοτικά και να έχουμε δημιουργήσει γύρω μας τις κατάλληλες συνθήκες για να μπορέσουμε να προσευχηθούμε; «Μην περιμένουμε κάποιαν ασυνήθιστη Θεία έμπνευση για να προσευχηθούμε. Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε για να προσεύχεται, όπως δημιουργήθηκε για να σκέπτεται και να μιλάει. Πριν απ’ όλα, όμως, για να προσεύχεται…»[19] Η επιρροή του κοσμικού φρονήματος μάς κάνει να πιστεύουμε ότι η Παύλεια διδασκαλία περί της αδιάλειπτης προσευχής είναι αφύσικη και ανέφικτη. Στην πραγματικότητα, όμως, η φυσιολογική θέση του ανθρώπου είναι να βρίσκεται σε διαρκή επικοινωνία με τον Θεό. Διαφορετικά, βρίσκεται έξω από τον φυσιολογικό του χώρο, όπως το ψάρι που βρίσκεται έξω από το νερό. Όταν ο άνθρωπος καταφέρει να δραπετεύσει από τα δεσμά του κοσμικού φρονήματος αντιλαμβάνεται ότι όσο πιο πολύ διεισδύει μέσα στην καρδιά, τόσο πιο πολύ ξεπερνά τον εαυτό του και ανεβαίνει πιο ψηλά πνευματικά. Έγραψε κάποιος ότι στην περίπτωση αυτή «οι εξωτερικές συνθήκες της ζωής σου ίσως παραμένουν οι ίδιες. Μπορεί σαν μητέρα να φροντίζεις τα παιδιά σου, σαν εργάτης ή επαγγελματίας να πηγαίνεις στη δουλειά σου, σαν πολίτης να έχεις διάφορες δοσοληψίες και να πληρώνεις φόρους. Κάνεις ό,τι επιβάλλουν οι βιοτικές σου απασχολήσεις σαν μέλος της κοινωνίας, γιατί δε σού είναι δυνατό να τα αφήσεις σωματικά όλα αυτά. Όμως, εσωτερικά και πνευματικά τα έχεις απαρνηθεί. Απομακρύνεις ό,τι γήινο, για να δεχθείς ό,τι πνευματικό. «Κι αν έχω εσένα τί άλλο χρειάζεται να έχω στη γη», ρωτάει ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, «παρά να προσεύχομαι διαρκώς και χωρίς σταματημό, παρά να στέκομαι σιωπηλά μπροστά σου, Κύριε;» Μερικοί αιχμαλωτίζονται από τα πλούτη, άλλοι από τις τιμές και τη δόξα του κόσμου, άλλοι από τα απατηλά αγαθά και τα κτήματα της γης αυτής. Ο δικός μου, όμως, πόθος είναι ένας, να μένω «εν τω Θεώ», σκέπτεται ο πραγματικά πιστός άνθρωπος»[20]

«Η αδιάλειπτη προσευχή», σημειώνει ο Άγιος Σιλουανός, «προέρχεται από την αγάπη και χάνεται εξαιτίας της κατακρίσεως, της αργολογίας και της ακράτειας. Όποιος αγαπά τον Θεό, μπορεί να σκέπτεται Αυτόν μέρα και νύχτα, γιατί το να αγαπάς τον Θεό καμία εργασία δεν το παρεμποδίζει…»[21]

Η διαρκής προσευχητική στάση για την οποία ομιλεί ο Όσιος Θεοφάνης και ο Απόστολος Παύλος προβάλει ως αδιάλειπτη προσευχή, έτυχε ιδιαίτερης υπογράμμισης από τον Μέγα Οικουμενικό Διδάσκαλο και Πατέρα της Εκκλησίας μας Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, ο οποίος επεσήμανε ότι μνημονευτέον Θεού μάλλον ή αναπνευστέον[22] Δηλ. περισσότερο πρέπει να προσευχόμαστε, παρά να αναπνέουμε. Δεδομένου ότι η αναπνοή είναι απαραίτητη για την διατήρηση της ζωής στη βιολογική διάστασή της, αντιλαμβάνεται κανείς ότι η προσευχή είναι απαραίτητη για την ζωογόνηση και διατήρηση της πνευματικής ζωής. Και, όπως η διακοπή της αναπνοής οδηγεί στον βιολογικό θάνατο, έτσι και η διακοπή της μνημόνευσης του Ιησού, της προσευχής, οδηγεί στον πνευματικό μαρασμό και στον θάνατο της ψυχής. Να σκεπτόμαστε το Θεό πιο συχνά από όσο αναπνέουμε, μάς λέει ο Άγιος Γρηγόριος. Η προσευχή πρέπει να είναι τόσο φυσική για μάς, όσο ένα μέρος του εαυτού μας, όπως είναι η αναπνοή, η ομιλία, η σκέψη. Η προσευχή δεν πρέπει να είναι μία δραστηριότητά μας, ανάμεσα σε πολλές άλλες, αλλά η κυρίαρχη δραστηριότητα ολόκληρης της ζωής μας. Πρέπει να είναι παρούσα σε οτιδήποτε κάνουμε. Η προσευχή δεν πρέπει να είναι κάτι που κάνουμε, αλλά πρέπει να είναι αυτό που είμαστε. Γι’ αυτό και ο Όσιος Ισαάκ ο Σύρος λέει ότι οι Άγιοι, ακόμα και όταν κοιμούνται, δε σταματούν να προσεύχονται, επειδή, ακόμα και όταν κοιμούνται, το πνεύμα τους εξακολουθεί να προσεύχεται. Δεν είναι αρκετό να είμαστε άνθρωποι που προσευχόμαστε πού και πού, αλλά έχουμε κληθεί να είμαστε μια συνεχόμενη, ασταμάτητη προσευχή.

«Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με τον αμαρτωλό»

Πώς μπορούμε, λοιπόν, να εφαρμόσουμε την πρόταση του Οσίου Θεοφάνους, να στεκόμαστε δηλ. διαρκώς μπροστά στο Θεό με τον νου προσηλωμένο στην καρδιά; Ο πρακτικός και εφικτός τρόπος που εισηγείται ο Όσιος είναι η προσευχή του Ιησού Χριστού. Είναι η μονολόγιστη εκείνη παράκληση που χαρακτηρίζει την μοναχική ζωή, χρησιμοποιείται, όμως και από πολλούς Χριστιανούς μέσα στον κόσμο, το γνωστό «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με τον αμαρτωλό». Μπορεί να μην είναι ο μοναδικός τρόπος προσευχής, αλλά, όσοι τον εφάρμοσαν στην πορεία των αιώνων, ωφελήθηκαν πολύ. Η προσευχή του Ιησού είναι μία επανάληψη, την λέμε πολλές φορές. Δεν είναι, όμως, μια μάταιη επανάληψη, όταν λέγεται με πίστη και αγάπη προς τον Χριστό. Είναι μια ομολογία που δηλώνει ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο Υιός του Θεού και Σωτήρας του κόσμου και του καθενός από εμάς. Είναι προσευχή μετανοίας, αλλά και μια προσευχή γεμάτη φως και χαρά. Είναι μια ενέργεια, μια πρακτική εργασία και ένα μέσο με το οποίο διαμορφώνουμε και προετοιμάζουμε τον εαυτό μας για να μπορέσει να υποδεχθεί τη δύναμη που λέγεται Χάρη του Θεού και η οποία υπάρχει σταθερά, αν και κρυμμένη μέσα στην ψυχή όσων βαπτισθήκαμε στο όνομα του Χριστού.

Είναι, όμως και μια προσευχή που δοκιμάζει τον έντονο και δηλητηριώδη πόλεμο του διαβόλου, ακριβώς γιατί λειτουργεί καθαρτικά για τον άνθρωπο και τον διατηρεί σε κοινωνία προσευχής με τον Θεό. Ο Γέρων Εφραίμ ο Φιλοθεϊτης επισημαίνει ότι «σκοπό έχει η νοερά προσευχή να φέρει τον Χριστόν εις την καρδίαν του ανθρώπου, εξορίζοντας εκείθεν τον διάβολον και χαλώντας όλον το έργον, όπου έχει επιτελέσει εκεί διά της αμαρτίας. Διότι, «εις τούτο εφανερώθη ο Υιός του Θεού, ίνα λύση τα έργα του διαβόλου»[23] Όθεν, μόνον ο διάβολος γνωρίζει την ανέκφραστον δύναμιν των λέξεων «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με τον αμαρτωλόν» και διά τούτο, με λυσσώδη μανίαν, αντιστρατεύεται και πολεμεί την ευχήν»[24]

Για να κατανοήσουμε, όμως, τη δύναμη αυτής της προσευχής πρέπει να την ερμηνεύσουμε, να αναλύσουμε το περιεχόμενό της. Και αυτό θα πράξουμε στη συνέχεια, με τη βοήθεια της ακένωτης εμπειρίας της Εκκλησίας, όπως εκφράζεται από δύο σύγχρονες Αγιορείτικες μορφές, που βιώνουν, ως τρόπο ζωής, το γεγονός της προσευχής: τους Γέροντες Αιμιλιανό Σιμωνοπετρίτη και Εφραίμ Φιλοθεϊτη. Τί σημαίνει, λοιπόν, το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με τον αμαρτωλόν»;

«Με την βοεράν κραυγήν «Κύριε» δοξολογούμεν τον Θεόν, την ένδοξον μεγελειότητά του, τον Βασιλέα του Ισραήλ, τον Δημιουργό της ορατής και αοράτου κτίσεως, Ον φρίττουσι τα Σεραφείμ και τα Χερουβίμ»[25] «Λέγοντας «Κύριε» πιστεύομεν ότι ημείς είμεθα δούλοι του Θεού και Εκείνος Κύριός μας. Και αυτό τιμά τον Χριστόν, που Τον κάνομεν Κύριόν μας, αλλά τιμά και ημάς, όπου είμεθα υπηρέται ενός τοιούτου κυρίου, ο οποίος είναι ο Θεός»[26]

Η καρδιά αυτής της προσευχής είναι το ιερότατο όνομα του Ιησού. «Με την γλυκυτάτην επίκλησιν και πρόσκλησιν «Ιησού» μαρτυρούμεν ότι είναι παρών ο Χριστός, ο Σωτήρ ημών και ευγνωμόνως Τον ευχαριστούμεν, διότι μάς ητοίμασε ζωήν αιώνιον»[27] «Λέγοντας «Ιησού», που είναι το ανθρώπινον όνομα του Θεού, μάς έρχεται εις τον νουν όλη η επί της γης ζωή του Χριστού, από την γέννησιν μέχρι την ανάληψίν Του»[28] Ο Γέρων Εφραίμ επιμένει επιπλέον στην επίκληση του ονόματος «Ιησούς». «Παιδί μου», συμβουλεύει, «μνημόνευε Ιησούν διά παντός, ίνα εις όλας τας αδυναμίας εύρης το κατάλληλον φάρμακον. Πόνον έχεις; Διά της επικλήσεως του Ιησού θα εύρης ανακούφισιν και φώτισιν. Θλίψιν έχεις; Ιησούν επικαλού και ιδού η παρηγορία θα ανατείλει εις την σφαίραν της καρδίας σου. Απογοήτευσις σε καταλαμβάνει; Μην αμελής να ακουμπήσεις τας ελπίδας σου εις τον Ιησούν και θάρρους και σθένους πλησθήσεται η ψυχή σου. Λογισμοί σαρκικοί σε απασχολούν; Λάβε το καταναλίσκον πυρ εν ονόματι Ιησού και βάλε φωτιά εις τα ζιζάνια. Υπόθεσις βιωτική σε θλίβει; Ειπέ: φώτισέ με, Ιησού μου, πώς να διεξαγάγω την επικειμένην μοι υπόθεσιν και φέρε την συμφώνως τω Αγίω Σου θελήματι. Και ιδού, θα ειρηνεύσεις και με ελπίδα θα βαδίσης»[29]

Την αξία της επίκλησης του Ιησού επισημαίνει ο Αγιορείτης Άγιος Νικόδημος και συμβουλεύει εκείνον που εργάζεται μέσα του την προσευχή της καρδιάς: «Ο Ιησούς, παρακαλώ σε, ας είναι γλυκύ μελέτημα της καρδίας σου, ο Ιησούς ας είναι εντρύφημα της γλώσσης σου. Ο Ιησούς ας είναι το αδολέσχημα και η ιδέα του νοός σου. Εν συντομία, ο Ιησούς ας είναι η αναπνοή σου. Και ποτέ μη νιώθεις κορεσμό επικαλούμενος τον Ιησούν, διότι εκ της τοιαύτης συνεχούς και γλυκυτάτης μνήμης του Ιησού, θέλουσιν εμφυτευθή, θέλουσιν αυξήση και δένδρα μεγάλα θέλουσι γίνη εις την καρδίαν σου, αι τρεις εκείναι μεγάλαι και θεολογικαί αρεταί, η πίστις, η ελπίς και η αγάπη»[30]

«Με την τρίτην λέξιν «Χριστέ» θεολογούμεν, ομολογούντες ότι ο Χριστός είναι αυτός ο Υιός του Θεού και Θεός. Δεν μάς έσωσε κάποιος άνθρωπος, ούτε ένας άγγελος, αλλά ο Ιησούς Χριστός, ο αληθινός Θεός»[31] Είναι αξιοπρόσεκτη η προσέγγιση του Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς στο όνομα «Χριστός». «Τούτο το όνομα έγινε η σύνθεση όλων των ύψιστων ιδανικών του κόσμου. Η ελευθερία, ο λόγος, η αγάπη, η πίστη, η εργατικότητα, όλα αυτά βρίσκονται σ’ ένα όνομα: Χριστός. Τούτο το όνομα έγινε και σύμβολο και προστάτης κάθε ανώτερου νοήματος, κάθε ευγενικού αισθήματος, κάθε καλής προσπάθειας, που υπηρετεί το γενικό καλό. Τούτο το όνομα είναι η προφητεία που ακόμα δεν έχει πραγματοποιηθεί, η προφητεία κάθε ιδανικού. Όλα τα ιδανικά στον κόσμο θα πραγματοποιηθούν. Τούτο σημαίνει το όνομα Χριστός»[32]

«Εν συνεχεία, διά της ενδομύχου αιτήσεως «ελέησόν με», προσκυνούμεν και παρακαλούμεν να γίνει ίλεως ο Θεός, εκπληρών τα σωτήρια αιτήματά μας, τους πόθους και τας ανάγκας των καρδιών μας. Και εκείνο το «με», τί εύρος έχει! Δεν είναι μόνον ο εαυτός μου. Είναι άπαντες οι πολιτογραφηθέντες εις το κράτος του Χριστού, εις την Αγίαν Εκκλησίαν, είναι όλοι αυτοί που αποτελούν μέλος του ιδικού μου σώματος»[33] «Λέγοντας ελέησόν με, παρακαλούμεν τον Θεόν να στείλει εις ημάς, την βοήθειάν Του και το έλεός Του, διότι παραδεχόμεθα ότι χωρίς την Θείαν βοήθειαν είναι αδύνατον να κάμνωμεν τίποτε»[34]

Από αυτό το έλεος του Θεού έχουμε ανάγκη, τελικά. Αυτό οφείλουμε να ζητούμε από τον Θεό και Εκείνος θα το παράσχει στον καθένα ανάλογα προς τις ανάγκες μας. Άλλοτε το έλεος του Θεού ενεργεί ως χαρά και ευτυχία, ως επιτυχία, ως εκπλήρωση στόχων ζωής. Άλλοτε το έλεος του Θεού ενεργεί με την μορφή ισχυρής δοκιμασίας, προβληματισμού, φαινομενικής αποτυχίας, ασθένειας και οικογενειακής ακαταστασίας. Τα μεγέθη αυτά στην κρίση του Θεού είναι ρευστά και σχετικά. Για Εκείνον πρώτιστη μέριμνα του Θείου ελέους Του είναι η σωτηρία της ψυχής μας, η κατάκτηση της Βασιλείας των ουρανών. Γι’ αυτό και μάς προτρέπει ζητείτε πρώτον την Βασιλεία του Θεού και την Δικαιοσύνην Αυτού και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν[35] Η επίκληση του ελέους του Θεού είναι η βάση της ησυχαστικής ζωής αφενός, αλλά και η διαχρονική και αδιάλειπτη προσευχή της Εκκλησίας, αφετέρου. Μη ξεχνούμε ότι σε κάθε ιερή Ακολουθία και, κυρίως, στην Θεία Λειτουργία, η κραυγή κλήρου και λαού που κυριαρχεί είναι το Κύριε ελέησον. Είναι η ίδια κραυγή και ικεσία που απηύθυναν στον Κύριό μας οι τυφλοί, οι λεπροί, η Χαναναία γυναίκα, ο πονεμένος πατέρας: ελέησον ημάς, Υιέ Δαυίδ[36], ελέησόν με Κύριε, Υιέ Δαυίδ[37], Κύριε, ελέησόν μου τον υιόν[38], Ιησού, επιστάτα, ελέησον ημάς[39] Είναι η παραδοχή της πνευματικής ασθένειας, του ανθρώπου που τον οδηγεί στην εκζήτηση του Θείου ελέους.

«Και τέλος, διά να είναι πληρεστάτη η προσευχή μας», εξηγεί ο Γέρων Αιμιλιανός, «κατακλείομεν με την λέξιν «τον αμαρτωλόν», εξομολογούμενοι – πάντες γαρ αμαρτωλοί εσμέν – καθώς εξωμολογούντο και όλοι οι άγιοι και εγίνοντο, διά ταύτης φωνής, υιοί φωτός και ημέρας»[40] Η επίγνωση της αμαρτίας, η αναγνώριση και η αποδοχή της αμαρτωλότητάς μας, ενώπιον του Θεού, είναι το πρώτιστο και βασικό στάδιο της μετανοίας, η οποία είναι η βάση, το ασφαλές θεμέλιο, πάνω στο οποίο μπορούμε να οικοδομήσουμε την ελπίδα της σωτηρίας μας.

Προσπαθήσαμε, με τον λιτό μας λόγο, κυρίως, όμως, με την Θεοκίνητη σκέψη παλαιών και νεωτέρων Πατέρων της Εκκλησίας μας, να προσεγγίσουμε και να ξεφυλλίσουμε τις σελίδες του κορυφαίου αυτού πνευματικού κεφαλαίου, που ονομάζεται προσευχή της καρδιάς. Οφείλουμε να γνωρίζουμε, όμως, πάντοτε, ότι η προσευχή από μόνη της, αποκομμένη από το ευρύτερο πλαίσιο του Εκκλησιαστικού βίου, νεκρώνεται και χάνει τα μοναδικά εκείνα συστατικά που την καθιστούν ωφέλιμη για την ψυχή συνομιλία με τον Θεό. Η προσευχή της καρδιάς, για να καθίσταται ωφέλιμη, πρέπει απαραίτητα να συνδέεται με την αταλάντευτη και ακλόνητη Ορθόδοξη πίστη. Να είναι αναπόσπαστο συνθετικό της λατρευτικής και Μυστηριακής ζωής, κυρίως της Θείας Κοινωνίας. Να γίνεται η αφορμή για να πυρώνεται μέσα μας ο πόθος της Θείας Κοινωνίας, οπότε και η μετάληψη του Σώματος και του Αίματος του Χριστού θα αυξάνει μέσα μας την δίψα για προσευχή. «Αν δεν υπάρχει Λατρεία και Θεία Κοινωνία, ούτε προσευχή είναι δυνατόν να υπάρξει. Πάσα προσευχή θα είναι ψευδής. Εάν υπάρχει Λατρεία και δεν υπάρχει έντονη πνευματική προσευχή, εσωτερική, δυνατή, κράζουσα προσευχή, να είμαστε βέβαιοι ότι η Λατρεία μας και η Θεία μας Κοινωνία είναι μάταια και είναι απλώς πέταμα λάσπης στα μάτια του Θεού, για να κάνουμε πως Τον αγαπάμε, ενώ, στην πραγματικότητα, δεν έχουμε καμία σχέση μαζί Του και κάποτε θα μάς πει ουκ οίδα υμάς»[41]

Θα κατακλείσουμε τον λόγο μας με μία αναφορά στον Μακαριστό Γέροντά μας Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο, ο οποίος τον Νοέμβριο του 2006 κλήθηκε να ομιλήσει και να κηρύξει την έναρξη ενός μεγάλου Διεθνούς Καρδιολογικού Συνεδρίου στην Αθήνα. Η απορία ήταν έκδηλη. Τί θα μπορούσε να πει ένας εκκλησιαστικός άνδρας σε μία ομήγυρη διάσημων θεραπευτών και χειρουργών της καρδιάς; Ποιός θα ήταν εκείνος ο λόγος που θα μπορούσε να ελκύσει την προσοχή και το ενδιαφέρον κορυφαίων επιστημόνων του είδους; Για έναν φωτισμένο νου σαν και εκείνον του αειμνήστου Αρχιεπισκόπου η πρόκληση αυτής της ομιλίας ήταν μία ευκαιρία να μπορέσει να προβληματίσει τους επιστήμονες, που γνώριζαν, όσο ελάχιστοι στον κόσμο, τις λεπτομέρειες και τα μυστικά του καρδιακού μυ, για την ύπαρξη και μιας άλλης καρδιάς μέσα στην καρδιά. «Απόψε επιθυμώ να μιλήσω», τους είπε, «για μία άλλη φυσιολογία της καρδιάς, αυτή που γνωρίζουμε οι Θεολόγοι και οι Θεολογούντες, αυτή την οποία καλά γνωρίζει ο Δαυίδ, ο Παύλος και ο τελευταίος αθωνίτης μοναχός, αλλά, ενώ αποτελεί ένα συγκλονιστικό γεγονός για τον φέροντα οργανισμό, δεν είναι αντιληπτό στα monitors των καρδιογράφων. Μιλώ για το μυστήριο της καρδιάς, το οποίο συντελείται εντός του ζωτικού αυτού μυ, με την εγκατοίκηση σ’ αυτόν της μονολογίστου ευχής Κύριε, Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλόν.

»Όπως ήδη σάς προϊδέασα, η λειτουργία της καρδιακής προσευχής προϋποθέτει μια άλλη φυσιολογία, τελείως διαφορετική από εκείνη που διδάσκεται στα εργαστήρια ανατομίας. Μέσα στη σωματική καρδιά, σαν σε όργανο και όχι σαν σε αγγείο, υφίσταται η πνευματική καρδιά του καθενός, η οποία ταυτίζεται με το λογιστικό της ψυχής και αποτελεί το κέντρο της υπάρξεώς μας. Η καρδιά αυτή ζωοποιείται με την παρουσία της Θείας Χάριτος και αντιδρά με σκιρτήματα, εσωτερική θέρμη, γλυκύτητα, τις οποίες μεταδίδει σε ολόκληρο το σώμα. Έχει και δικούς της κτύπους, γρηγορότερους από αυτούς του καρδιακού μυ, οι οποίοι ακούγονται ταυτόχρονα με τους τελευταίους και, μάλιστα, με τους πνευματικούς κτύπους συντονίζεται η νοερά προσευχή. Κατά συνέπεια, απευθυνόμενος σε όλους εσάς τους καρδιολόγους και καρδιοχειρουργούς, εάν κάποιος ασθενής σάς ρωτήσει για το παράξενο φαινόμενο της αίσθησης δύο συγχρόνων, αλλά και ξεχωριστών καρδιακών παλμών, υποψιαστείτε ότι αυτός ο άνθρωπος, πιθανόν, να ενεργεί μέσα του την ευχή του Ιησού…»[42]

Αυτή την ευχή του Ιησού, αγαπητοί μου, ας αναπτύξουμε και καλλιεργήσουμε μέσα μας. Και, όπως έλεγε ο π. Πορφύριος «σ’ Αυτόν τον Ιησού να στρέφετε διαρκώς τον νου σας. Αγαπήστε την προσευχή, την κουβέντα με τον Κύριο. Το παν είναι η αγάπη, ο έρωτας με τον Κύριο, τον Νυμφίο Χριστό. Γίνετε άξιοι της αγάπης του Χριστού. Για να μη ζείτε στο σκοτάδι, γυρίστε τον διακόπτη της προσευχής, ώστε να έλθει το Θείο φως στην ψυχή σας. Στο βάθος του είναι σας θα φανεί ο Χριστός. Εκεί, στο βάθος, είναι η Βασιλεία του Θεού. «Η Βασιλεία του Θεού εντός υμών εστίν[43]»[44] Αμήν.



[1] Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, Εγκύκλιος 2833/20-2-2006

[2] Ματθ. 6, 9-13

[3] Ματθ. 21,22

[4] «Φωνή Κυρίου», 17/8/2008

[5] Λουκ. 6,12

[6] Ματθ. 14,23

[7] Ε.Π.Ε. 30, 490-492

[8] PG 31,244A

[9] «Κλίμαξ», λόγος ΚΗ΄

[10] «Όσιος Γρηγόριος», 13, σελ. 10

[11] «Δεν φτάνει μόνο η πίστη», σελ. 80

[12] Κίρκεγκωρ. Νικολάε Στάινχαρτ «Το ημερολόγιο της ευτυχίας», σελ. 352

[13] Αρχιμ. Σωφρονίου, «Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης», σελ. 329

[14] όπ.π. σελ. 330

[15] Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσανίνωφ, «Ασκητικές εμπειρίες», Β΄, σελ. 27-28

[16] Λουκ. 18,13

[17] Ιακ. 4,6

[18] Α΄ Θεσ. 5,17

[19] Tito Colliander, «Ο δρόμος των ασκητών», σελ. 91

[20] όπ.π. σελ. 138

[21] Αρχιμ. Σωφρονίου, «Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης», σελ. 333

[22] P.G. 36.16B

[23] Α΄ Ιωάν. 3,8

[24] Πατρικαί νουθεσίαι, σελ. 434

[25] Αρχιμ. Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης, «Περί Θεού λόγος αισθήσεως», σελ. 59

[26] Γέρων Εφραίμ Φιλοθεϊτης, «Πατρικαί νουθεσίαι», σελ. 383

[27] Αρχιμ. Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης, όπ. π.

[28] Γέρων Εφραίμ Φιλοθεϊτης, όπ.π.

[29] Γέρων Εφραίμ Φιλοθεϊτης, «Πατρικαί νουθεσίαι», σελ. 378

[30] «Όσιος Γρηγόριος», 13, σελ. 9

[31] Αρχιμ. Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης, όπ. π.

[32] «Αργά βαδίζει ο Χριστός», σελ. 23

[33] Αρχιμ. Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης, όπ. π.

[34] Γέρων Εφραίμ Φιλοθεϊτης, όπ.π.

[35] Ματθ. 6,33

[36] Ματθ. 9,27

[37] Ματθ. 15,22

[38] Ματθ. 17,15

[39] Λουκ. 17,13

[40]Αρχιμ. Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης, όπ. π.

[41] Αρχιμ. Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης, όπ. π. σελ. 13-14

[42] Ομιλία, με θέμα «Περί νοεράς Προσευχής», στο 4ο Διεθνές Συνέδριο του Ωνασείου Καρδιοχειρουργικού Κέντρου. Αθήνα, 30/11/2006

[43] Λουκ. 17,21

[44] «Βίος και Λόγοι», σελ. 239


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ