Πέμπτη
27 Ιανουαρίου

Ιωάννου Χρυσοστόμου ανακομιδή λειψάνων, Μαρκιανής

anastasis«Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι...»

Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ διατρανώνει τή νίκη τῆς ζωῆς πάνω στόν ἀδυσώπητο θάνατο, ἀλλά καί σέ κάθε τι πού σχετίζεται ἤ καί μοιάζει μαζί του. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας διατρανώνει καί κάνει τραγούδι της τήν πραγματικότητα τῆς νίκης τοῦ Χριστοῦ κατά τοῦ θανάτου, ἄν μάλιστα ἔχουμε τήν ὑπομονή νά ξεφυλλίσουμε τό λειτουργικό βιβλίο τῆς «Ὀκτωήχου» στό ὁποῖο καταγράφεται ἡ Ἀναστάσιμη Άκολουθία τῆς Κυριακῆς, (Ἑσπερινοί καί Ὄρθροι στούς ὀκτώ ἤχους), θά δοῦμε ὅτι ὅλοι οἱ ὕμνοι ψάλλουν αὐτή τή βεβαιότητα.

Δειγματοληπτικά παραθέτουμε τά παρακάτω: «...Ἰδού γάρ ὁ Ἐμμανουήλ τάς ἁμαρτίας ἡμῶν τῷ Σταυρῷ προσήλωσε, καί ζωήν ὁ διδούς θάνατον ἐνέκρωσε, τόν Ἀδάμ ἀναστήσας ὡς φιλάνθρωπος» (βλ. Στιχηρά ἑσπερινοῦ α’ ἤχου), «Τοῖς ἐν Ἅδη καταβάς Χριστός εὐηγγελίσατο· θαρσεῖτε, λέγων, νῦν νενίκηκα· ἐγώ εἰμι ἡ Ἀνάστασις, ἐγώ ὑμᾶς ἀνάξω, λύσας θανάτου τά πύλας». (βλ. Στιχηρά ἑσπερινοῦ γ’ ἤχου), «Νίκην ἔχων, Χριστέ, τήν κατά τοῦ Ἅδου, ἐν τῷ σταυρῷ ἀνῆλθες, ἵνα τούς ἐν σκότει θανάτου καθημένους συναναστήσῃς σεαυτῷ, ὁ ἐν νεκροῖς ἐλεύθερος, ὁ πηγάζων ζωήν ἐξ οἰκείου φωτός...». (βλ. Στιχηρά ἑσπερινοῦ πλ. β’ ἤχου) «Ἵνα τό γένος ἡμῶν ἐκ τοῦ θανάτου, Χριστέ, λυτρώσῃς θάνατον ὑπήνεγκας· καί τριήμερος ἐκ νεκρῶν ἀναστάς, ἑαυτῷ συνανέστησας τούς σέ Θεόν ἐπιγνόντας...». (βλ. Ἀπόστιχα ἑσπερινοῦ γ’ ἤχου), καί «Οὐκ ἔφερες Δέσποτα δι’ εὐσπλαγχνίαν, θανάτῳ τόν ἄνθρωπον καθορᾶν τυραννούμενον· ἀλλ’ ἦλθες καί ἔσωσας ἰδίῳ αἵματι, ἄνθρωπος γενόμενος·...». (βλ. Ζ’ ὠδή Κανόνος ὄρθρου β’ ἤχου).

Ὁ ἄνθρωπος ἔχει βαθειά ριζωμένη στήν ὕπαρξή του τή λαχτάρα γιά τή ζωή ἤ ἄν θέλετε ἄνθρωπος δίχως ζωή δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει, γι’ αὐτό καί ποτέ δέν μπόρεσε νά συμβιβασθεῖ μέ τό θάνατο. Ἡ θέα τοῦ θανάτου τήν αἰσθάνεται ἀποκρουστική καί εἶναι ἀδύνατο νά θεωρηθεῖ σάν ἕνα ἁπλό φυσικό φαινόμενο, στή φυσική παρατήρηση τοῦ ὁποίου θά ἐξαντλούσαμε ὅλο του τό περιεχόμενο. Στόν πόθο γιά ζωή ὁ θάνατος ἐμφανίζεται σάν τιμωρία, καί γι’ αὐτό ἐνστικτωδῶς τόν βλέπουμε σάν τίμημα ἁμαρτίας ἀφοῦ εἶναι κατά τόν ἀπόστολο Παῦλο εἶναι «κέντρον (=κεντρί)» (Α’ Κορ. 15, 56) της. Ὅλες οἱ ἀρχαῖες καί σύγχρονες καταγραφές, εἴτε θρησκευτικές εἴτε φιλοσοφικές εἶναι αὐτές, δέν θέλουν νά ἀποδεχθοῦν πώς τό βιολογικό τέλος τοῦ κάθε ἀνθρώπου σημαίνει καί τόν ὁριστικό του ἀφανισμό. Καί στά πιό στοιχειώδη θρησκευτικά μορφώματα καταβάλλονται πολύτροπες προσπάθειες γιά τήν ἀπομάκρυνση τοῦ ἀποτρόπαιου ἐπισκέπτη. Καί ὑπῆρχαν καθορισμένες τελετουργίες γιά τόν ἐξορκισμό του, ἔστω καί σάν προσωρινή ἀπομάκρυνση του. Ἡ ἐπιστήμη σήμερα ἔχει κάνει προσπάθειες γιά τή θεραπεία πολλῶν ἀσθενειῶν καί ἔχει γίνει θεαματική ἐπιμήκυνση τῆς ζωῆς. Ὅμως παρ’ ὅλα αὐτά ὁ θάνατος δέν ἐξαφανίζεται, καί θερίζει ἀδιάκριτα τή ζωή τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἄνθρωπος ἀπό μόνος του δέν ἔχει ὁ ἄνθρωπος τή δύναμη νά τοῦ. Χρειάζεται μιά δύναμη ἐξωτερική, θεϊκή, πού θά μποροῦσε νά διαλύσει αὐτή τήν κατάρα.

Ἐμεῖς οἱ χριστιανοί διακηρύσσουμε, ὅτι αὐτή ἡ δύναμη γιά τήν ὑπέρβασή του εἶναι ὁ Θεός. Ὁ Θεός δέν εἶναι μιά ἀοριστολογία, εἶναι αὐτός πού αὐτοαποκαλύπτεται, πού δείχνει τήν ὑπαρκτική ταυτότητα, αὐτός πού δηλώνει, ὅτι εἶναι ὁ «Ὤν» καί ἄρα ἀπό τή Φύσή Του εἶναι ὁ «Ζῶν» καί χορηγεῖ τή ζωή. Τή φρίκη τοῦ θανάτου τήν παραμέρισε ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος ἦλθε γιά νά δώσει ζωή, ὄχι μόνο βιολογικῆς προσκαιρότητας, ἀλλά πληρότητα ζωῆς πού διαρκεῖ καί πέρα ἀπό τό βιολογικό τέλος «ἵνα ζωήν ἔχωσιν καί περισσόν ἔχωσιν» (Ἰωάν. 10, 10). Ὁ Χριστός ἀνέλαβε πάνω τήν πίκρα τῆς πτώσεώς μας καί μέσα ἀπό τό γεγονός τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεώς του διαβεβαιώνει, ὅτι ἡ ζωή εἶναι πιό ἰσχυρή ἀπό τό θάνατο. Στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ συνοψίζεται ἡ οὐσία τῆς ζωῆς. «Ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καί ἡ ζωή». (Ἰωάν. 11, 25). «Καί ἀνέστης ὡς Νικητής, Χριστέ ὁ Θεός». Ἡ πίστη στήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ προσφέρει ζωή καί δύναμη στήν Ἐκκλησία. Τήν πίστη αὐτή τή διακήρυξαν ἀπό τήν πρώτη στιγμή οἱ Ἀπόστολοί Του. Αὐτή ἡ πίστη συνεχίζεται νά διατρανώνεται ἀπό τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, ὅσο κι ἄν κάποιοι θεωροῦν τό κήρυγμα γιά τό Σταυρό καί τήν Ἀνάσταση «μωρία»«σκάνδαλο». Δικαίωμά τους. Γιά μᾶς ὅμως τούς πιστούς αὐτό τό ἄγγελμα, παραμένει «Θεοῦ σοφία καί δύναμις» (Α’ Κορ. 1, 24), βεβαιότητα νίκης, γιατί προέρχεται ἀπό Ἐκεῖνον πού λέει: «πᾶν τό γεγεννημένον ἐκ τοῦ Θεοῦ νικᾷ τό κόσμον· καί αὕτη ἐστίν ἡ νίκη ἡ νικήσασα τόν κόσμον, ἡ πίστις ἡμῶν» (Α’ Ἰωάν. 5, 4). Καί ἐμεῖς μέ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στόν Ἀρχηγό τῆς Ζωῆς καί Σωτηρίας διατρανώνουμε «Θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν, Ἅδου τήν καθαίρεσιν, ἄλλης βιοτῆς τῆς αἰωνίου ἀπαρχήν, καί σκιρτῶντες ὑμνοῦμεν τόν αἴτιον, τόν μόνον εὐλογητόν τῶν πατέρων Θεόν καί ὑπερένδοξον».

«Ἀπαρχή ἄλλης βιοτῆς» εἶναι ἡ διακήρυξη τοῦ θανάτου καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἕνας ἄλλος τρόπος ζωῆς. Γι’ αὐτό τό νά εἶσαι χριστιανός σημαίνει νά γνωρίζεις ὅτι ζεῖς μέσα σ’ ἕνα μεταλογικό, καί ὡστόσο βέβαιο τρόπο πού ἀλλοιῶς τό λέμε πίστη, βεβαιότητα, ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ἡ Ζωή κάθε ζωῆς, καί ἑπομένως ἡ ἴδια μου ἡ ζωή, «καί ἡ ζωή ἐφανερώθη καί ἑωράκαμεν, καί μαρτυροῦμεν καί ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν τήν ζωήν τήν αἰώνιον, ἥτις ἦν πρός τόν Πατέρα, καί ἐφανερώθη ἡμῖν» (Α' Ἰωάν, 1, 2). Μονάχα ἡ κατοχή τοῦ Χριστοῦ σάν Ζωῆς, καί ἡ κοινωνία μαζί Του, πού δίνει ἡ βεβαιότητα τῆς παρουσίας Του, νοηματοδοτοῦν τή διακήρυξη τοῦ θανάτου καί τῆς Ἀναστάσεώς Του σάν μιά νέα ζωή πού βγαίνει μέσα ἀπό τό παράδοξο τοῦ θανάτου. Μέσα ἀπό τή διακήρυξη αὐτή μποροῦμε νά γευόμαστε αὐτό, πού γιορτάζει ἡ Ἐκκλησία μας τήν Μεγάλη Νύκτα τῆς Ἐγέρσεως Χριστοῦ, τῆς «ἄλλης βιοτῆς τῆς αἰωνίου ἀπαρχήν». Ἄν θέλουμε νά ζήσουμε χωρίς νά γευθοῦμε τήν πίκρα τοῦ πνευματικοῦ θανάτου, μποροῦμε νά τό ἐπιτύχουμε μέσα ἀπό τή Ζωή τοῦ Ἀναστάντος. Ἡ λαχτάρα μας γιά ζωή γίνεται πραγματοποιήσιμη, μόνο ὅταν κατορθώσουμε νά ξεπεράσουμε τήν ἀποδέσμευσή μας ἀπό τά σχήματα τοῦ «αἰῶνος τούτου τοῦ ἀπατεῶνος», καί νά δοῦμε καθαρά τήν Ἀναστάσιμη βεβαιότητα. Μέ τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μποροῦμε πάλι νά ζοῦμε, ἀφοῦ ἡ Αὐτοζωή, ὁ Χριστός, δέν πεθαίνει.

Ὅλοι μας ἔχουμε θέση στήν πανανθρώπινη χαρά τῆς Ἀναστάσεως. Χωρίς διακρίσεις καί σχηματισμούς, γι' αὐτό καί προσκαλούμαστε ἀπό τό Χριστό στό ἀναστάσιμο πανηγύρη: «Εἴ τις εὐσεβής καί φιλόθεος ἀπολαυέτω τῆς καλῆς ταύτης καί φαιδρᾶς πανηγύρεως... Εἴ τις ἀπό τῆς πρώτης ὥρας εἰργάσατο, δεχέσθω σήμερον τό δίκαιον ὄφλημα. Εἴ τις μετά τήν τρίτην ἦλθεν, εὐχαρίστως ἑορτασάτω. Εἴ τις μετά τήν ἕκτην ἔφθασε, μηδέν ἀμφιβαλέτω, καί γάρ οὐδέν ζημιοῦται. Εἴ τις ὑστέρησεν εἰς τήν ἐνάτην, προσελθέτω μηδέν ἐνδοιάζων. Εἴ τις εἰς μόνην ἔφθασε τήν ἑνδεκάτην, μή φοβηθῇ τήν βραδύτητα, φιλότιμος γάρ ὤν ὁ Δεσπότης, δέχεται τόν ἔσχατον καθάπερ καί τόν πρῶτον... Οὐκοῦν εἰσέλθετε πάντες εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου ὑμῶν... Ἡ τράπεζα γέμει, τρυφήσατε πάντες. Ὁ μόσχος πολύς, μηδείς ἐξέλθῃ πεινῶν... Μηδείς φοβείσθω θάνατον, ἠλευθέρωσε γάρ ἡμᾶς ὁ τοῦ Σωτῆρος θάνατος. Ποῦ σου, θάνατε τόν κέντρον (=κεντρί) ; ποῦ σου Ἅδη τό νῖκος; Ἀνέστη Χριστός καί ζωή πολιτεύεται... Ἀνέστη Χριστός καί νεκρός οὐδείς ἐν τῷ μνήματι».

(Πρωτοπρεσβύτερος Κωνσταντῖνος Φιοράκης)


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ