Εκτύπωση

emmaousΓνωρίζουμε καλά πώς ἀπό τήν ἡμέρα τοῦ Πάσχα καί γιά σαράντα ἡμέρες, δηλαδή μέχρι καί τήν παραμονή τῆς ἑορτῆς τῆς Ἀναλήψεως, ψάλλεται ὁ ἀναστάσιμος θούριος, «Χριστός Ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας καί τοῖς ἐν τοῖς μνήμασιν ζωήν χαρισάμενος», σέ ὅλες τίς ἐκκλησιαστικές ἀκολουθίες δίνοντας ἕνα ξεχωριστό νόημα σ’ αὐτές μιά τονίζεται ἄπειρες φορές ὁ θρίαμβος τοῦ Ἀναστάντος. Τό νόημα τοῦ ὕμνου δείχνει τήν ἀποτύπωση τῆς ἀναστάσιμης χαρᾶς στήν προσευχική μας διάσταση καί πιστοποιεῖ «καλήν ἀλλοίωσιν» τῆς καρδιᾶς μας τήν ὁποία χορήγησε σ’ ὅλους μας τῆς Ἀναστάσεως ὁ Αἴτιος.

Καί μαζί μ’ ἐμᾶς πού ἀρχίσαμε νά κατοικοῦμε στή χώρα τοῦ «Ζῶντος» χαίρεται ἡ «σύμπασα». Ὅλα γίνονται μέτοχα χαρᾶς, συμπαντικῆς ἀνασταστάσιμης χαρᾶς. «Σήμερον πᾶσα κτίσις ἀγάλλεται καί χαίρει, ὅτι Χριστός ἀνέστη», καί «Χαρᾶς τά πάντα πεπλήρωται, τῆς Ἀναστάσεως τήν πεῖραν εἰληφότα». Κήρυκες αὐτῆς τῆς πραγματικότητος οἱ «ἀναστημένοι» πού ἀπό τήν ἡμέρα τοῦ Πάσχα, μέχρι καί τήν παραμονή τῆς Ἀναλήψεως ἀντικαθιστοῦν ὁποιοδήποτε ἄλλο χαιρετισμό τους μέ τό - «Χριστός ἀνέστη !» -«Ἀληθῶς ἀνέστη!» καί ἔδειχναν στό συναπάντημά τους αὐτή τή χαρά, τήν ἄφατη ἀγαλλίαση μέ τήν ὁποία ἦταν πλημμυρισμένη ἡ καρδιά τους.

Σήμερα βέβαια μέ τήν πνευματική μας καθήζηση μᾶς ἔκανε νά μή χαιρετοῦμε τόν συνάνθρωπό μας, πού τόν προσπερνοῦμε ἀδιάφορα χάνοντας δυστυχῶς κάθε ἐπαφή μέ τή ζωή. Ὁ ἅγιος Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ, τοῦ ὁποίου ὁλόκληρη ἡ ζωή ἦταν λουσμένη στό φῶς καί τή βεβαιότητα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, ὅταν συναντοῦσε κάποιο ἄνθρωπο στό δρόμο τόν χαιρετοῦσε μέ τόν ἑξῆς τρόπο: -«Χαρά μου, Χριστός Ἀνέστη!», γιατί πίστευε στήν ἀλήθεια τοῦ προσώπου, ζοῦσε τή χαρά τῆς ζωῆς, ἔβλεπε στόν ἄλλο τή δυναμική τῆς ἀναστάσιμης προοπτικῆς.

Μέ τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ διανοίγονται καταλυτικές προοπτικές, ἀφοῦ ὁ κάθε ἀναστημένος ἄνθρωπος μεταποιεῖται σέ «χαρά» γιά τόν συναναστημένο συνάνθρωπο. Ἤδη μέ τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μας ἔχει ἀρχίσει νά ἐπαναβιώνεται ἡ πραγματικότητα τοῦ «ἀρχετύπου κάλλους τῆς εἰκόνος», ἀφοῦ «παγγενῆ τόν Ἀδάμ ἀνέστησε ὡς φιλάνθρωπος». Ὁ βαπτισμένος ἄνθρωπος στήν ταφή καί ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ντύνεται τόν ὅλο Χριστό ἐπαναβρίσκοντας τήν ἀρχετυπική του μορφή, πού ἀλλοιώθηκε μέ τήν ἁμαρτία. Αὐτό δημιουργεῖ μιά ἐγκαύχηση. Λέμε πώς εἴμαστε, «υἱοί τῆς Ἀναστάσεως».

Ἡμερολογιακά πέρασε ἡ γιορτή τοῦ Πάσχα. Οἱ ἀναστημένοι ὅμως ἐξακολουθοῦμε κάθε Κυριακή νά ζοῦμε τήν πασχάλια ἀτμόσφαιρα, ἀνανεώνοντας τήν ἐπαφή μας μέ τή δύναμή της. Ὁ χριστιανός πού μετέχει μέ τό βάπτισμά του στήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ: «ὅσοι ἐβαπτίσθημεν εἰς Χριστόν, εἰς τόν θάνατον αὐτοῦ ἐβαπτίσθημεν... ἵνα ὥσπερ ἠγέρθη Χριστός ἐκ νεκρῶν διά τῆς δόξης τοῦ Πατρός, οὕτω καί ἡμεῖς ἐν καινότητι ζωῆς περιπατήσωμεν» (Ρωμ. 6, 34), ζεῖ σέ καινότητα ζωῆς. Βρίσκεται σέ διαρκῆ συμπόρευση μέ τόν Ἀναστάντα Κύριο, ὁ ὁποῖος συμβαδίζει δίπλα μας, ἔστω καί ἄν ἐμεῖς μέσα ἀπό τούς περισπασμούς τῆς καθημερινότητος δέν ἀντιλαμβανόμαστε τή διακριτική παρουσία του.

Ἐδῶ φαίνεται νά μοιάζουμε στούς ὁδοιποροῦντες πρός τήν Ἐμμαούς. Δέστε τό περιστατικό, δυό μαθητές ἀπό τόν κύκλο τῶν ἑβδομήκοντα κατευθύνονται, ἴσως γιά νά ξεφύγουν ἀπό φόβο, ἀπό τά Ἱεροσόλυμα πρός τή γειτονική Ἐμμαούς, πού βρίσκεται σέ ἀπόσταση δέκα χιλιομέτρων. Ἡ ὁδοιπορία αὐτή πρέπει νά ξεκίνησε τίς ἀπογευματικές ὧρες «τῆς μιᾶς Σαββάτων». Στίς καρδιές τους στριφογυρίζουν «τά συμβεβηκότα» τῶν ἡμερῶν καί τά ὁποῖα σχολίαζαν ἀσφαλῶς. Ἡ στενοχώρια τους μεγάλη γιά τό τέλος τοῦ Διδασκάλου. Διάψευση τῶν μεσσιανικῶν ἐλπίδων καί προσδοκιῶν τους, ἀλλά καί ὁ φόβος τῆς καταδίωξης ἀπό τούς Ἑβραίους. Ὅλα συγκεχυμένα βαραίνουν τήν ψυχή τους. Οὔτε ἡ ὀμορφιά τῆς ἄνοιξης, οὔτε οἱ εὐωδιές τῶν λουλουδιῶν φαίνεται νά τούς ἀγγίζουν. Ἡ φυγή ἀπό τά Ἱεροσόλυμα γίνεται μέσα στήν ἔνταση. Ἡ πρωινή φήμη γιά τόν ἄδειο τάφο τοῦ Ἰησοῦ, ὅτι δηλαδή βρέθηκε ἄδειος, καί ὅτι κάποιες γυναῖκες ἀπό «ταῖς συναναβᾶσαι αὐτῷ εἰς Ἱεροσόλυμα» (Μάρκ.15, 41) τόν εἶδαν ζωντανό, δέν τούς ἔκανε ἐντύπωση. Τήν προσπερνοῦν. Φεύγουν καί ἀφήνουν πίσω τήν Ἱερουσαλήμ.

Συνεπαρμένοι ὅπως ἦταν δέν ἀντιλαμβάνται οὔτε τούς λιγοστούς ἀνθρώπους πού συναντοῦσαν στό δρόμο, ἀλλά οὔτε καί τήν παρουσία δίπλα τους ἑνός ἀπρόσκλητου συνοδοιπόρου. Ὁ «ξένος» βλέποντάς τους τόσο ἀπορροφημένους στίς σκέψεις μέ ἀπορία τούς ρωτᾶ: - «Τίνες οἱ λόγοι οὗτοι οὕς ἀντιβάλλετε πρός ἀλλήλους περιπατοῦντες καί ἐστε σκυθρωποί;». Χωρίς κἄν νά διερωτηθοῦν, ποιός ἦταν ὁ ξένος ἀνοίγουν τό στόμα τους, λές καί τόν ἤξεραν, καί ἀρχίζουν νά συνομιλοῦν: -«Καλά ἐσύ εἶσαι μόνος ἀπ' ὅλους αὐτούς πού κατοικοῦν τά Ἱεροσόλυμα, δέν ἔχεις πληροφορηθεῖ, γιά τά ὅσα ἔχουν γίνει τούτες τίς ἡμέρες στήν Πόλη;». Προσποιούμενος ὁ ξένος τούς ρωτᾶ: «Γιά ποιά πράγματα μιλᾶτε;». Καί ἐκεῖνοι τοῦ ἐξηγοῦν: «Μά, τά περί Ἰησοῦ τοῦ Ναζωραίου». Τήν ἴδια ὅμως στιγμή ὁ ξένος, μέ τρόπο μοναδικό ἀρχίζει νά τούς ἐξηγεῖ τίς προφητικές ἐξαγγελίες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, «διηρμήνευεν αὐτοῖς ἐν πάσαις ταῖς γραφαῖς», γιά τή Θυσία τοῦ Μεσσία, γιά τήν Ἀνάστασή Του. Τά λόγια τοῦ συνοδοιπόρου τους ἔχουν μιά μυστική δύναμη καί ἀρχίζουν νά καταπραῢνουν τήν ἔνταση καί νά μαλακώνουν τίς καρδιές τους. Χωρίς νά τό καταλάβουν πλησιάζουν κιόλας τά πρῶτα σπίτια τῆς Ἐμμαούς, ὥρα πού οἱ σκιές τοῦ δειλινοῦ ἄρχιζαν νά καταγράφουν τίς μαβιές ἀποχρώσεις τους στά γύρω ὑψώματα.

Ὁ ἄγνωστος, πού τούς συντρόφευε, προσποιεῖται «πορρωτέρω πορεύσθαι» θέλει νά συνεχίζει τήν πορεία του. Ὅμως οἱ δυό ξέρουν καλά τήν περιοχή. Δέν ὑπάρχει ἄλλο κοντινό χωριό, οὔτε καί πανδοχεῖο. Ὁ ἄγνωστος πρέπει νά ἔχει κατεύθυνση πρός τή Λύδδα, ἤ καί τήν Ἰόππη. Ἡ ὁδοιπορία τή νύχτα εἶναι καί δύσκολη καί ἐξαιρετικά ἐπικίνδυνη στά μέρη ἐκεῖνα. Ἔτσι μέ φορτικότητα τόν προσκαλοῦν καί τόν παρακαλοῦν νά μείνει τή βραδυά ἐκείνη κοντά τους «καί παρεβιάσαντο αὐτόν λέγοντες, μεῖνον μεθ’ ὑμῶν, ὅτι πρός ἑσπέραν ἐστί καί κέκλικεν ἡ ἡμέρα». Ἡ συντροφιά τοῦ ἀγνώστου εἶναι τόσο γλυκιά, πού δέν θέλουν νά τόν ἀποχωρισθοῦν. Μπαίνοντας στό σπίτι ἀφοῦ πλύθηκαν, ὅπως ἀπαιτοῦσε ἡ ἰουδαϊκή συνήθεια, κάθισαν στό τραπέζι νά δειπνήσουν. Μέχρι ἐδῶ, ὅλα ἔχουν μιά φυσιολογική ἐξέλιξη. Ὅμως... «Καί ἐγένετο ἐν τῷ κατακληθῆναι αὐτόν μετ' αὐτῶν λαβών τόν ἄρτον εὐλόγησε, καί κλάσας ἐπεδίδου αὐτοῖς, αὐτῶν δέ διοινήχθησαν οἱ ὀφθαλμοί, καί ἐπέγνωσαν αὐτόν, καί αὐτός ἄφαντος ἐγένετο ἀπ' αὐτῶν». Συνειδητοποιοῦν ὅμως, ὅτι ὁ ξένος δέν εἶναι κάποιος ἄγνωστος. Εἶναι ὁ Διδάσκαλός τους. Στή στιγμή ξυπνᾶ ἡ ληθαργιασμένη σκέψη τους καί τόν ἀντιλαμβάνονται. Ἡ καρδιά τους ἔψαυσε μιά νέα πραγματικότητα. Καί δυό μέσα στήν ἔκπληξη κραυγάζουν: «ὁ Κύριός ἐστι». «Καί αὐτός ἄφαντος ἐγένετο ἀπ’ αὐτῶν». Ἄχ! ἡ καρδιά μας, γιατί νά μήν εἶναι θερμή; λένε καί ξαναλένε. Ἀναιμική ἡ πίστημας, λιγοστή ἡ ἀγάπη μας, καί γι’ αὐτό ἀνενεργή, «οὐχί ἡ καρδία ἡμῶν καιομένη ἦν ἐν ἡμῖν, ὡς ἐλάλει ἡμῖν ἐν τῇ ὁδῷ καί ὡς διήνοιγεν ἡμῖν τάς γραφάς;»

Σέ μιά καρδιά πού στέκεται στόν σκεπτικισμό, στή ξερή λογική, στήν ἐξωτερικότητα πῶς νά ἐνεργήσει ἡ πίστη; Ὁ Κύριος «ὄντως ἠγέρθη». Ὁ «ἀρχηγός τῆς ζωῆς» (Πράξ. 3, 15) δέν καταλύεται ἀπό τό θάνατο, δέν μπορεῖ μιά κτιστή πραγματικότητα, ἔστω καί ὀδυνηρά, πού δέν ἔχει ὀντολογική ὑπόσταση νά καταργήσει τήν Αὐτοζωή. Ὁ θάνατος εἶναι μιά πραγματικότητα, πού ἐμφανίστηκε ὄχι πρίν τόν ἄνθρωπο, ἀλλά μετά τήν πλάση του. Ὕστερα ἀπό τήν ἀνυπαοή του, μεταπτωτικά. Ἄν ἐπέτρεψε ὁ Θεός τό θάνατο τόν ἐπέτρεψε γιά νά μή διαιωνίζεται τό κακό: «ἵνα μή τό κακόν ἀθάνατον γένηται». Ὁ Θεός ἐπιτρέπει τήν ἐμφάνισή τοῦ θανάτου μόνο στά πλαίσια τῆς μεταπτωτικῆς, τῆς ἀτομικῆς βιολογικότητος τοῦ κάθε ὑπαρκτοῦ. Ὁ θάνατος ὅμως δέν μπορεῖ νά κρατήσει τή Ζωή τῆς ζωῆς. Καί τό ἀπόγευμα ἐκεῖνο «τῆς μιᾶς Σαββάτων» ἐμφανίζεται καί συνοδοιπορεῖ μέ τούς δυό μαθητές πρός τήν Ἐμμαούς, δείχνοντάς μας τήν πραγματικότητα τῆς «ζωῆς» στήν ὁποία «οὐκ ἰσχύει τοῦ θανάτου τό κράτος». Ἡ παρουσία τοῦ Ἀναστάντος ἀπό τότε «ἄχρι τερμάτων αἰῶνος» εἶναι σέ μιά διαρκή συνοδοιπορία μέ τόν κάθε ἄνθρωπο, πού ἐγκεντρίστηκε στό Σῶμά Του, δηλαδή τήν Ἐκκλησία. Μέσα ἀπ’ τή συμπόρευση αὐτή ἀρχίζει ἡ καινούργια προοπτική τῆς ζωῆς μας.

Ἡ παρουσία τοῦ Ἀναστάντος εἶναι μιά πραγματικότητα, ἄσχετα ἄν δέν θέλουμε νά τήν ἀναγνωρίσουμε καί ἐπιμένουμε γιά λόγους ἐγωιστικούς, στήν ἀπόρριψη ἤ τήν προσποιητή ἄγνοια. Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μας εἶναι βεβαιότητα ἀναντίρρητη. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός στέκεται διαρκῶς μέ πιστότητα στό πλευρό μας. Εἶναι ὁ σύντροφος καί συνοδοιπόρος μας καί μέ πολύ διακριτικότητα βαδίζει κοντά μας, ἔτσι «ἡ ψυχή, δέ νοιώθει τώρα μοναχή, καθώς ἐχτές καί πρῶτα, κάποιος βαδίζει στό πλευρό, τῆς ἀπαλαίνει τό σταυρό, σπογγίζει τόν ἱδρώτα» (Γ. Βερίτη, Ὁ Ἀναστάσιμος). Ζοῦμε τήν ἀναστάσιμη χαρά. Καί αὐτό ἀποτελεῖ μιά δωρεά τοῦ Σωτῆρος μας Κυρίου Ἰησοῦ. Ἡ χαρά τῆς Ἀναστάσεως ἐπ’ οὐδενί δέν πρέπει νά μένει στά πλαίσια μιᾶς ἁπλά ἐπαναλαμβανόμενης γιορτῆς τοῦ χρόνου, ἀλλά νά ἀγγίζει τήν καρδιά μας σ’ ὅλη τή διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς της καί «διά παντός εὐλογοῦντες τόν Κύριον, καί ὑμνοῦμεν τήν Ἀνάστασιν αὐτοῦ...» Κάθε φορά προσεγγίζεται μονάχα «ἐν τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου». Αὐτή ἡ κλάση τοῦ ἁγιασμένου εὐχαριστιακοῦ ψωμιοῦ γίνεται τό παντοτεινό σημεῖο τῆς προσεγγίσεως μέ τόν Ἀναστάντα, τόν διαρκῶς συνομιλοῦντα καί συμπορευόμενο μαζί μας Ἰησοῦ. Μόνο πού γιά νά γνωρισθεῖ χρειάζεται καιομένη καρδιά.

Ἡ παρακλητική ἱκεσία τῶν ὁδοιπόρων τῆς Ἐμμαούς «Κύριε μεῖνον μεθ' ἡμῶν, ὅτι πρός ἑσπέραν ἐστί καί κέκλικεν ἡ ἡμέρα», νά ἀποτελεῖ ἱκεσία ἐλπίδος, σ' ὁλόκληρη τήν πορεία τῆς ζωῆς μας πρός τήν Ἐμμαούς, καί μέσα ἀπό τό γνόφο τῶν προσωπικῶν περιπετειῶν, καί τῶν πολλαπλῶν μας ἀντιφάσεων νά προβαίνουμε στόν ἐκβιασμό Ἐκείνου. «Μεῖναι μεθ’ ἡμῶν». Ὁ Χριστός, ὁ γνήσιος φίλος μένει στό πλευρό μας. Προβαίνει στήν ἐξήγηση τῶν Γραφῶν καί διηγεῖται «τά περί ἑαυτοῦ», μέσα στά ὁποῖα ἀνήκουν καί «τά περί ἡμᾶς». Στό πλαίσιο αὐτῆς τῆς ἐγγύτητος ἀφήνει διακριτικά τά ἴχνη τῆς παρουσίας Του. Ἴσως νά μήν ἀναγνωρίζουμε ἀμέσως τά σημάδια τῆς ὑπερτάτης παρουσίας Του, πού ἀπαιτοῦν λεπτότητα προσδιορισμοῦ. Ὅμως ἄς παραμένουμε στήν πιστότητά Του, ὅποια στιγμή κι ἄν τόν ἀντιληφθοῦν τῆς καρδιᾶς μας τά μάτια, ἄς τόν παρακαλέσουμε · «Κύριε μεῖνον μεθ' ἡμῶν, πάσας τάς ἡμέρας τῆς ζωῆς μας, ὅτι πρός ἑσπέραν ἐστί». Ναί, Κύριε. «Ταχεῖαν καί σταθηράν δίδου παραμυθίαν τοῖς δούλοις σου, Ἰησοῦ, ἐν τῷ ἀκηδιάσαι τά πνεύματα ἡμῶν. Μή χωρίζου τῶν ψυχῶν ἡμῶν ἐν θλίψεσιν, μή μακρύνου τῶν φρενῶν ἡμῶν ἐν περιστάσεσιν, ἀλλ’ ἀεί ἡμᾶς πρόφθασον. Ἔγγισον ἡμῖν, ἔγγισον ὁ πανταχοῦ, ὥσπερ καί τοῖς Ἀποστόλοις σου συνῆς, οὕτω καί τοῖς σέ ποθοῦσιν ἕνωσον σαυτόν οἰκτίρμον...». Ἀμήν.

Πρωτοπρεσβύτερος Κωνσταντῖνος Φιοράκης