Πέμπτη
27 Ιανουαρίου

Ιωάννου Χρυσοστόμου ανακομιδή λειψάνων, Μαρκιανής

KatsounisΠοιμήν κυρίως εστίν, ό τα απολωλότα λογικά πρόβατα δι’ ακακίας, δι’ οικίας σπουδής και ευχης αναζητήσαι και ανορθώσαι δυνάμενος. (Από την κλίμακα του Αγίου Ιωάννη του Σιναΐτου) 

Σεβασμιότατε,

Εκλεκτή του κλήρου χορεία,

Αγαπητοί εν χριστό αδελφοί

Με αυτούς τους λόγους του Αγίου Ιωάννη της κλίμακος και με «καιόμενη καρδιά» ποθώ να διακονήσω τον Θεάνθρωπο Κύριο μας Ιησού Χριστό μπροστά στο φρικτό θυσιαστήριο του, προσφέροντας τον εαυτό μου «θυσία ζώσαν αγία, ευάρεστος και λογικήν» ως Ιερεύς και «οικονόμος της ποικίλης Χάριτος του θεού». Ταπεινά παρά την αναξιότητα μου, ικετεύω και προσεύχομαι με πολλή αγάπη και γνήσια διάθεση ο Μέγας Αρχιποιμήν Χριστός να αναδείξει την ελαχιστότητα μου εκλεκτό όργανο και δοχείο της Χάριτος του και φορέα της, μέσω της διαχειρίσεως των θειοτάτων μυστηρίων. 

Αυτήν τη μεγάλη ώρα για τη ζωή μου, θα ήθελα δύο λόγια αγάπης να καταθέσω ως αντίδωρο για αυτό το μεγάλο βήμα που εντός ολίγου πρόκειται να με αξιώσει ο θεός, στο να εισέλθω και εγώ στον δεύτερο βαθμό της Ιεροσύνης και με τα ανάξια χέρια μου να προσφέρω το Σώμα και το Αίμα του Χριστού για την σωτηρία και ανακαίνιση του κόσμου. Η σκέψη μου χωρίζετε αμέσως σε τρία επίπεδα που απασχολούν την καρδιά μου. Στο μέγα διακόνημα της Ιεροσύνης, στην χορεία των αδερφών μου συν-εφημερίων που σε λίγο θα γίνω και εγώ μέλος τους και στο ποίμνιο που ο Θεός θα μου εμπιστευτεί με την ευλογία του Σεβασμιότατου πατέρα μας. 

Οι προτροπές του Αποστόλου Πέτρου προς τους πρεσβυτέρους στην Α΄ Καθολική του επιστολή με καθιστούν αιώνια υπόλογο μπροστά στον Αρχιποίμενα Χριστό «Ποιμάνατε τό έν υμίν ποίμνιον του Θεού,επισκοπούντες μή αναγκαστώς αλλ' εκουσίως, μηδέ αισχροκερδώς αλλά προθύμως μηδ’ ώς κατακυριεύοντες των κλήρων αλλά τύποι γινόμενοι του ποιμνίου» 

Για την ευθύνη που έχει ο φορέας της Ιεροσύνης, σκέφτομαι τα λόγια του Εθνοιερομάρτυρα, Ισαπόστολου και Διδάσκαλου του Γένους Αγίου Κοσμά του Αιτωλού που έλεγε: «να στοχασθείς πως οι φούντες που είναι στο πετραχήλι το οποίο έχεις κρεμασμένο στο λαιμό, δεν είναι φούντες αλλά οι ψυχές των χριστιανών. Και μια ψυχή να χαθεί από αυτές, έχει ο θεός να τη ζητήσει από τον λαιμό σου εν ημέρα κρίσεως». Ακόμα θυμάμαι τους λόγους «Περί Ιεροσύνης» του Ιερού Χρυσοστόμου που υπογραμμίζει: «Γνωρίζω το μέγεθος αυτής της υπηρεσίας και τη μεγάλη δυσκολία του αξιώματος. Την ψυχή του Ιερωμένου ταράσσουν περισσότερα κύματα από τους ανέμους που ταράσσουν την θάλασσα». Και συνεχίζει ο Χρυσοστομικός κάλαμος: «Η ψυχή του Ιερέως πρέπει να λάμπει ως το φως το καταυγάζον την οικουμένη… οι Ιερείς πρέπει να είναι το αλάτι της γης». Ηχούν στην καρδιά μου έντονα τα λόγια του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου στο έργο του «Aπολογητικός της εις πόντον φυγής» όπου και αναφέρει για τον ιερέα: «ο Ιερέας πρέπει να είναι καθαρός και γνήσιος σαν το χρυσάφι και το ασήμι, να μην έχει τίποτα που να ηχεί σαν χαλκός. Δικό του μέτρο αρετής είναι ο Χριστός που δημιούργησε τα πάντα και στον οποίο οφείλει η αρετή τα πάντα». Λυγίζουν τα πόδια μου μπροστά σε αυτά τα λόγια μπροστά στην ευθύνη του διακονήματος της Ιεροσύνης. 

Αλλά αναθαρρώ γιατί δεν είμαι μόνος. Έχω δίπλα μου την σεπτή χορεία των αδερφών μου κληρικών της Ιεράς Μητροπόλεως μας. Τους υπόσχομαι πως δεν θα γίνω εγώ ο Κληρικός που καυτηριάζει ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος στον περί Ιεροσύνης λόγο, στον οποίο τονίζει ο Αγιότατος Μέγας Θεολόγος: «εμείς οι Κληρικοί γίναμε όλοι ευσεβείς μόνο σε ένα πράγμα, στο να κατηγορούμε τους άλλους για ασεβείς. Ανοίξαμε σε όλους, όχι της πύλες της δικαιοσύνης, αλλά περάσματα εμπαιγμού και αυθάδειας εναντίον αλλήλων και είναι για μας άριστος, όχι εκείνος που δεν εκστομίζει μάταιο λόγο από φόβο Θεού, αλλά όποιος τύχει να πεί εναντίον του άλλου τις περισσότερες κατηγορίες είτε ανοιχτά, είτε υπονοούμενα. Προσέχουμε ακόμα τις αμαρτίες των άλλων, όχι για να πονέσουμε γι αυτές, αλλά για να τους ειρωνευθούμε. Όχι για να τους θεραπεύσουμε, αλλά για να τους κτυπήσουμε απ’ επάνω. Και έχουμε ως απολογία των δικών μας αμαρτιών, τις παραβάσεις των άλλων. Παραδεχόμαστε καλούς και κακούς όχι κατά τα έργα τους, αλλά ανάλογα την έχθρα η την φιλία μας. Και ότι επαινούμε στον έναν σήμερα, αύριο το κακίζουμε στον άλλον. Και όσα οι άλλοι καταγγέλλουν εμείς τα καμαρώνουμε και με προθυμία συγχωρούμε το κάθε τι στον ασεβή. Τέτοιος Κληρικός δεν θα γίνω αγαπητοί μου αδερφοί. Θα είμαι πάντα γεμάτος αγάπη, ένας άλλος Κηρυναίος που θα σηκώνει τον σταυρό του μαρτυρίου του αδερφού μου και από εκείνον το ίδιο θα ζητάω. Να σηκώνει τον σταυρό μου όταν λυγίζω. 

Δεν είμαι μόνος γιατί έχω την προσευχή και την αγάπη και του Πνευματικού μας Πατέρα Μητροπολίτη Χίου Ψαρών και Οινουσσών κ. Μάρκου. Σεβασμιότατε παρά την αναξιότητα μου επιθυμώ με όλες τις φτωχές μου πνευματικές δυνάμεις να γίνει η ζωή μου ως Ιερέας μια καθημερινή μαρτυρία, μια εξαγγελία, μιας καινούργιας ζωής, ένα δυνατό άγγελμα αλλαγής εν Χριστό, ένα συγκλονιστικό Ευαγγέλιο της άπειρης αγάπης του Θεού για τον άνθρωπο, ένας λόγος πιο κοφτερός από το πιο δίστομο μαχαίρι γιά τη σωτηρία του λαού του Θεού.

Προσεύχομαι η ζωή μου ως Λειτουργός του θεού, όχι μόνο μέσα στον Ναό αλλά ίσως πιο πολύ στην αγορά, στο χωράφι στην πλατεία, να είναι ένας συνεχής και κατάλληλος Ευαγγελισμός, μετάδοσις μιας χαρούμενης είδησης. Ένας πομπός καλών νέων που δεν σταματάει. Μια επιστολή Χριστού «αναγιγνωσκόμενη υπό πάντων ανθρώπων». Μια εικόνα έμψυχη του Χριστού. Ζώντας ο διάκονος του Χριστού το Ευαγγέλιο στην κάθε του σελίδα και ιδιαίτερα «τολμώντας» να βιώσει τους Μακαρισμούς-πείνα-δίψα-και πένθος κατά Θεό, προσφέρει την απλή ζωή του σαν μια εικονογραφημένη έκδοση του βίου του Θεανθρώπου.

Στις μέρες μας έχουμε τεράστιες περιοχές απουσίας της Εκκλησίας στη ζωή και τα προβλήματα του συγχρόνου ανθρώπου. Αλλά και στην κοινωνία η παρουσία της Εκκλησίας πολλές φορές είναι τυπική και σκιώδης. Σε όλες αυτές τις περιοχές θα πρέπει να πει ο διάκονος του χριστού «Ψηλαφήσατε με και ίδετε ότι το κήρυγμα μου είναι κάτι σαρκωμένο». Αυτή η παρουσία του Ιερέα, η ζωντανή και φλογερή, είναι ανάγκη να είναι παντού αισθητή. Να προκαλεί εκείνο που σημειώνει ο ιστορικός της πρώτης Εκκλησίας «Εσαλεύθη ο τόπος εν ω ήσαν συνηγμένοι» (Πραξ.δ΄31). Να φέρνει δηλαδή και εκεί που δεν το περιμένεις μια επαφή με το «μυστήριο το αποκεκρυμένο». Να φέρνει «εις πάντα τα έθνη» μια γεύση Χριστού.

Ο διάκονος του Ευαγγελίου μπορεί να είναι «και σιωπώσα παραίνεσις». Όλη η ζωή του Ιερέα της Εκκλησίας πρέπει να είναι μια ανάμνηση του Χριστού. Με άλλα λόγια το έργο του δεν είναι μια γενική θεολογία και ηθικολογία αλλά μνήμη Χριστού. Κάθε βήμα του, κάθε διάβημα του να υπενθυμίζει τη Βηθλεέμ και την Ναζαρέτ, το Θαβώρ και τον Γολγοθά, όχι με έναν τρόπο απλώς ιστορικό αλλά με μια συγχρονιστική ανάμνηση, με μια μεταφορά στο αγωνιώδες σήμερα. Την κάθε σελίδα της Ευαγγελικής διηγήσεως την κάνει ένα παρόν. Την βγάζει από την ομίχλη του παρελθόντος και την μεταφέρει στο εδώ και τώρα. Από το μακρινό φόντο της ιστορικότητας, την φέρνει στο προσκήνιο του ζωντανού και παλλόμενου παρόντος.

Δεν είμαι μόνος γιατί έχω δίπλα μου και τον λαό του Θεού που μου εμπιστεύτηκε ο Σεβασμιότατος. Εκείνους τους βιγλάτορες της πίστης και της πατρίδας, τους κατοίκους των χωριών Χαλάνδρων, Λεπτοπόδων, Αφροδισίων και Κεράμου σ΄ αυτούς τους ξωμάχους που φυλάνε τις Θερμοπύλες της ορθοδοξίας και της Ελλάδας. Δεν θέλω να τους μιλήσω με πολλά λόγια αλλά με πράξεις και έργα. Θα ήθελα μόνο να τους διαβεβαιώσω ότι θα είμαι ένας από αυτούς, γεμάτος αγάπη, ζεστασιά και καλοσύνη. Οι θύρες της εκκλησίας θα είναι ορθάνοιχτες διάπλατα για όλους, χωρίς αποκλεισμούς, χωρίς μικρότητες και αδιαφορίες.

Τους καλώ να εμπιστευτούν την Εκκλησία και τους προσκαλώ μαζί να χτίσουμε το μέλλον μας για την Πατρίδα και την Εκκλησία που ονειρευόμαστε. Η Εκκλησία είναι το έδαφος της καρδιάς μας. Πως μπορείς να ξεριζώσεις την καρδιά σου; Δεν πειράζει που είμαστε λίγοι, εξάλλου δώδεκα χριστιανοί έφταναν να αλλάξουν τον κόσμο. Ένας μόνος του ποτέ δεν μπορεί. Σύντομα θα είμαστε πολύ περισσότεροι.

Θέλω να διαβεβαιώσω αυτό το χαριτωμένο Ορθόδοξο μικρό ποίμνιο που διατηρεί ακόμα τη δροσιά του, την ελευθερία του, το πρόσωπο του, τον αυθορμητισμό του και την φυσιογνωμία του, πως με την βοήθεια του Θεού, στο πρόσωπο μου θα βρει την ακακία, τον θεϊκό ζήλο και την διάθεση να πέσω στην άβυσσο και να το ανασύρω από τα ναυάγια που προκαλεί ο εισαγόμενος δυτικός δαιμονοποιημένος τρόπος ζωής.

Ακόμα ως Ορθόδοξος Ποιμένας θα γίνω για όλους μεθόριο, σύνορο, ανάμεσα σ’ αυτή τη ζωή, που δεν πρέπει να χαθεί αλλά να καταξιωθεί και στην αιώνια ζωή που είναι προέκταση της τωρινής.

Θέλω να τονίσω σε όλους σας πως τους ανθρώπους που συνάντησα στα Χάλανδρα,στα Λεπτόποδα στα, Αφροδισία και στην Κεράμο, δεν είναι μπερδεμένοι, ταλαιπωρημένοι και καταδικασμένοι να μένουν στα μετόπισθεν της ζωής. Αλλά είναι Χριστιανοί που έχουν Φως, θέλουν να βγουν στο φως και να το μεταλαμπαδεύσουν. Η Εκκλησία ως κιβωτός και ορμητήριο θα τους δώσει το χέρι της καταξίωσης, της αληθινής ζωής.

Ζήτησαν να χτυπάει η καμπάνα. Η καμπάνα δεν θα χτυπάει απλώς αλλά θα σπάσει, γιατί η Λειτουργική ζωή θα γίνει το κέντρο της ζωής. Έστω και για έναν η ακόμα και για κανέναν, και η καμπάνα θα ηχεί και οι ψαλμωδίες θα συντροφεύουν τους αγίους στις χωριοεκκλησιές και στα ταπεινά εξωκκλήσια μας. Οι άνθρωποι του ποιμνίου μου, δεν είναι άνθρωποι που περιθωριοποιούνται και σταυρώνονται, αλλά χριστιανοί που ανασταίνουν και ανασταίνονται. Αυτό το μήνυμα θέλω να τους δώσω, πως εγώ με τις φτωχές μου πνευματικές δυνάμεις αλλά και ο άνθρωπος χάρη στον οποίο είμαι σήμερα εδώ και που δεν θέλει καμιά αναφορά για το όνομα του, εκείνος ξέρει, έχουμε βάλει στόχο μαζί, χέρι-χέρι να γίνουμε δραπέτες του θανάτου και να πάρουμε και άλλους πολλούς μαζί μας.

Κλείνοντας θα ήθελα να ευχαριστήσω και πάλι τους Πνευματικούς μου Πατέρες, τον Πανοσιολογιώτατο Αρχιμανδρίτη π. Καλλίστρατο Λυράκη, τον σεβάσμιο ακρίτα ποιμένα τις Αιγνούσας Πρωτοπρεβύτερο π. Νικόλαο Καραβά και τον Πρωτοπρεσβύτερο π. Κωνσταντίνο Τερκεσίδη οι οποίοι με καθοδήγησαν και με ανέθρεψαν Πνευματικά. Ιδιαιτέρως να ευχαριστήσω τον Πρωτοπρεσβύτερο π. Ιωάννη Κοντό ο οποίος στούς δέκα μήνες της διακονίας μου στον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου Βροντάδου στάθηκε δίπλα μου με πατρική αγάπη και έγινε για μένα υπόδειγμα ιερέως. Σεβαστέ μου πατέρα Ιωάννη στην καρδία μου έχει γραφτεί με ανεξίτηλα γράμματα ένας λόγος σας.

Σε κάποια συζήτηση μας μου είχατε αναφέρει. «Σε όλη μου την ζωή προτιμώ να είμαι αρεστός στον Θεό και όχι στούς ανθρώπους» Ευχηθήτε γέροντα το αυτό να πράττω και εγώ.

Δεν μπορώ όμως να μην ευχαριστήσω τούτη την ώρα και την συνοδοιπόρο της ζωής μου την σύζυγό μου Κυριακή η οποία όπως πάντα αλλά και τώρα ιδιαιτέρως σηκώνει και εκείνη το βάρος της διακονίας μας. Ευχαριστώ τον Θεό για το ότι με οδήγησε δίπλα της. 

Σε λίγα λεπτά θα οδηγηθώ στο Φώς της Ιεροσύνης. Γνωρίζοντας την ανθρώπινη ασθένεια και μικρότητα μου, ευχηθείτε Σεβασμιότατε, Σεβαστοί Πατέρες και αγαπητοί χριστιανοί, να γεύομαι την Χάρη και την ευλογία της Ιεροσύνης και να νοιώθω πάντοτε να με συντροφεύει αυτή η συναίσθηση, η χαρά και η συγκίνηση αυτής της Ιερατικής Κλήσεως και ιδιότητας. Με τη χάρη της ομοουσίου και αχωρίστου Αγίας Τριάδος, τις Θεομητορικές πρεσβείες της Κυρίας Θεοτόκου, την προστασία του Αγίου Προφήτου και Βαπτιστού Ιωάννη και τις πρεσβείες του έν Αγίοις Πατρός ημών Νικολάου επισκόπου Μύρων της Λυκίας του Θαυματουργού, του Οσίου και θεοφόρου πατρός ημών Νικοδήμου του Αγιορείτου και Αγίου Μακαρίου του Κορίνθου εκ των Κολλυβάδων Αγίων, του Αγίου και θαυματουργού Νεκταρίου επισκόπου Πενταπόλεως του Αγίου Ανθίμου του Χίου, της Αγίας Ματρόνας της Χιοπολίτισσας, της Αγίας Μαρκέλλας , του Αγίου Εθνοιερομάρτυρα Χρυσοστόμου επισκόπου Σμύρνης, των Αγίων Κοσμά και Δαμιανού των Αναργύρων και του Οσίου Πατρός ημών Δαυίδ του έν Ευβοία ων και την μνήμη επιτελούμε, είμαι έτοιμος να πω: 

«Ιδού ο δούλος Κυρίου, γένοιτο μοι κατά το ρήμα σου».


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ