Σάββατο
15 Μαΐου

Παχωμίου του μεγάλου, Αχιλλείου Λαρίσης, Βαρβάρου μάρτυρος

GRAFEITUPOU

25η Μαρτίου

Εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου &

Εθνική Επέτειος της Ελληνικής Επανάστασης του 1821

«Μέριασε, βράχε, να διαβώ!» το κύμα ανδρειωμένο,

λέγει στην πέτρα του γιαλού θολό, μελανιασμένο.

«Μέριασε! μες τα στήθη μου, που 'σαν νεκρά και κρύα

μαύρος βοριάς εφώλιασε και μαύρη τρικυμία.

Αφρούς δεν έχω γι' άρματα, κούφια βοή γι' αντάρα,

έχω ποτάμι αίματα, με θέριεψε η κατάρα

του κόσμου, που βαρέθηκε, του κόσμου που 'πε τώρα:

«Βράχε, θα πέσεις, έφτασεν η φοβερή σου η ώρα!»

 Αυτή τη φοβερή και αγιασμένη ώρα που ο βράχος κλονίστηκε συθέμελα, βουλιάζοντας στο μελανιασμένο κύμα και που τόσο γλαφυρά αποτυπώνει ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης στο ποίημά του, γιορτάζουμε σήμερα, σχεδόν 2 αιώνες μετά.

Μετά από την ημέρα που, Ορθοδοξία και Ελληνισμός, γνώριμοι συνοδοιπόροι, μαρτυρώντας αψευδώς την αρραγή σύζευξή τους, έψαλλαν μ’ ένα στόμα το διττό χαίρε.

Το «Χαίρε Κεχαριτωμένη Μαρία» και το «Χαίρε, ω Χαίρε Λευτεριά».

Το πρώτο ήταν το μήνυμα της ασπόρου και ανηδόνου συλλήψεως της Θεοτόκου, όταν ο Αρχάγγελος Γαβριήλ της ανήγγειλε, ότι θα φέρει στον κόσμο Αυτόν που θα τον σώσει, ότι είναι Εκείνη που θα συντελέσει στην ενανθρώπηση του Θείου Λόγου.

Το δεύτερο χαίρε ήταν αυτό που μετάλλαξε τους καημούς και τους θρήνους του ραγιά, τους εξευτελισμούς και τις ταπεινώσεις που υπέστη, σε αποφασιστική αντίδραση, στον ξεσηκωμό και την αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού. Ήταν αυτό που μετέτρεψε την προσμονή σε θεϊκή προσταγή του δυναστευμένου λαού∙ που θέριεψε την αποσταμένη ελπίδα.

Αυτή που είχε κουρνιάσει από τον ορυμαγδό και τη λύσσα, τη νύχτα της πτώσης της Βασιλεύουσας. Κι όμως, και από εκείνη ακόμα τη στιγμή, από τις πρώτες κιόλας ώρες, μέχρι και 370 χρόνια μετά, ο μύθος του Μαρμαρωμένου Βασιλιά οιστρηλατούσε την ιδέα της ανάκτησης των χαμένων εδαφών, της ρημαγμένης τιμής, της πληγωμένης αξιοπρέπειας, της πολυπόθητης λευτεριάς. Κι είναι αλήθεια, ας το λησμονούν πολλοί, πως η ψυχή του ανθρώπου γίνεται παντοδύναμη όταν συνεπαρθεί από μια μεγάλη ιδέα. Ήταν το πεπρωμένο της. Η Ελληνική ψυχή θα έβγαινε ξανά από μία ακόμα δοκιμασία. Αδούλωτη, αλώβητη, ακατάλυτη.

Γιατί, η σπίθα σιγόκαιε. Η ακοίμητη σπίθα στα σωθικά της Ελλάδας. Αυτή που την ωθούσε με ορμή στο αδύνατο, που της έδινε ελπίδα εκεί που δεν υπήρχε, που την έκανε να αψηφά τον ισχυρό και να περιφρονεί τον θάνατο. Ήταν η πίστη στον Θεό. Η ανέσπερη σπίθα του Ελληνικού γένους. Η προμετωπίδα και σκέπη του Ελληνικού γένους.

«Θέλω προσέχει πάντοτε εις την διάνοιάν μου και διαγωγή μου να είμαι ευσεβής, ενάρετος, ευλαβής εις την θρησκείαν μου», ορκίζονταν οι εμπνευσμένοι Φιλικοί, Ξάνθος, Σκουφάς και Τσακάλωφ, πρωτεργάτες της συσπείρωσης για το «ποθούμενο».

«Όταν πήραμε τα όπλα, είπαμε πρώτα υπέρ Πίστεως και ύστερα υπέρ Πατρίδος», θα’ λεγε αργότερα ο Κολοκοτρώνης στην Πνύκα.

Με το «εν ονόματι της Αγίας και Αδιαιρέτου Τριάδος» θα ξεκινούσε το Πρώτο Σύνταγμα του Αγώνα στην Επίδαυρο.

«Για του Χριστού την Πίστη την Αγία και της Πατρίδας την Ελευθερία», αποκρίνονταν τα παλληκάρια. Από τον Υψηλάντη στο Ιάσιο, μέχρι τους Μαυρομιχάληδες στην Αρεόπολη και από τη Ρούμελη μέχρι την Αγία Λαύρα.

Εκεί που ο Παλαιών Πατρών Γερμανός με τους οπλαρχηγούς Ανδρέα Ζαΐμης και Ανδρέα Λόντο, κήρυξαν την Ελληνική Επανάσταση του ΄21, το ασυγκρίτως κορυφαίο γεγονός της νεότερης ιστορίας μας. Την απαρχή για την επίτευξη του ανεκρίζωτου στόχου της βαθμιαίας ολοκλήρωσης των εθνικών πόθων. Των πόθων που από μοιρολόι, έγιναν γλέντι, χορός, πανηγύρι, τραγούδι τραχύ, μα χαρμόσυνο, ελπιδοφόρο, φτιαγμένο από ψαλμούς αγγέλων και τις νότες του ταμπουρά.

Διεκδίκησαν την ελευθερία τους οι Έλληνες και την έφεραν στην αρχαία της κοιτίδα. Έσμιξε ο σταυρός με το αρχαιοελληνικό ηρωικό πνεύμα, η φουστανέλα και το τσαρούχι με τις προγονικές αρετές. «Του Λεωνίδα το σπαθί, Κολοκοτρώνης το φορεί» τραγουδούσε ο λαός. Κι ήταν εκρηκτικό αυτό το σμίξιμο. Ήταν η κορύφωση του πατριωτικού αισθήματος και της εθελοθυσίας, ένα γεγονός που ξεπέρασε την ανθρώπινη φύση, για να μετουσιωθεί αιώνια στη σφαίρα του θρύλου, της υπεράνθρωπης πράξης και του άφθαστου κλέους.

Ο αγώνας του 1821 ήταν καθολικός. Δεν είχε ιδεολογικά ή ταξικά κίνητρα. Ήταν αγώνας για ιδανικά. Δεν ήταν έργο των ολίγων, μιας τάξης ή μιας κοινωνικής ομάδας. Ήταν έργο όλων των Ελλήνων και όλων των περιοχών, πλουσίων και φτωχών, εμπόρων και παραγιών, γραμματιζούμενων και αγραμμάτων. Ήταν η γενεσιουργός αιτία και ταυτόχρονα το απότοκο της εθνικής κοινωνικής συνοχής που είχε ως καταλύτες και θεματοφύλακες, το ράσο και το καριοφίλι, τη ναυτοσύνη και τη φλογερή γραφίδα.

«Κατά δε την επανάστασιν πρώτος ο κλήρος εφάνη εις τον αγώνα με τον σταυρόν και με την σπάθην εις τας χείρας (…) Αυτός εφύλαξε τα γράμματα και την γλώσσαν».

Ο αοίδιμος Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε’ οδηγείται στην αγχόνη και ατσαλώνει τη θέληση των πιστών, ο Παπαφλέσσας ορθώνει το ανάστημά του στο Μανιάκι, για να σταθεί με σεβασμό ο Ιμπραήμ μπροστά στο νεκρό σώμα του. Ο άγνωστος κληρικός λειτουργεί το Κρυφό Σχολειό, που όσο κι αν κάποιοι το αμφισβητούν, είναι το εργαστήρι που χαλυβδώνει το εθνικό φρόνημα των Ελλήνων.

Αυτό που ένιωσαν τα φουσάτα των Τούρκων στα Δερβενάκια από τον αειθαλή Γέρο του Μωριά, από τον Καραϊσκάκη, τον Ανδρούτσο στη Γραβιά, τον Διάκο στην Αλαμάνα, τον Νικηταρά, τον Μάρκο Μπότσαρη και την Τζαβέλαινα στο σκληροτράχηλο Σούλι. Αναρίθμητοι οι ήρωες. Κλέφτες και αρματωλοί, ξεπηδούν απ’ τα ταμπούρια και σκορπούν … δικαιοσύνη!

Για να τη συνεχίσουν στη θάλασσα ο Μιαούλης, ο Σαχτούρης, ο Παπανικολής, εμποδίζοντας αποβάσεις που θα ήταν μοιραίες για τον αγώνα, με καρδιά λιονταριού, σαν του Κωσταντή Κανάρη «τη νύχτα που παράδερνε μ’ ένα δαυλί ‘ς το χέρι, κι εσπιθοβόλει κεραυνούς κ’ έφεγγε σαν αστέρι».

Και από τον μπουρλοτιέρη στη θάλασσα, στον πυρπολητή της καρδιάς και του νου, τον Ρήγα, τον φλογερό οραματιστή πατριώτη που ενέπνεε με την πένα του, κι ήταν αυτή πιο «καυτή» απ’ το βόλι και το μπουρλότο.

Ο εχθρός προσπάθησε να αντιμετωπίσει τη λαίλαπα που κατέτρωγε τα θέμελά του. Ευθύς αμέσως μετά τον ξεσηκωμό έσπευσε να υπενθυμίσει την ταυτότητά του! Η Χίος και τα Ψαρά, είναι δύο μόνο, ίσως τα πιο ζοφερά, ανεξίτηλα παραδείγματα της τουρκικής κτηνωδίας!

Δεν γνώριζαν, ωστόσο, ότι ήταν ταυτισμένο με τη θυσία το γένος των Ελλήνων. «Ότι του αντρειωμένου ο θάνατος, θάνατος δεν λογιέται». Σύσσωμοι οι ραγιάδες βρυχώνται: «Να διώξουμ’ όλη την Τουρκιά, ή να χαθούμε ούλοι». Για την εξασφάλιση της εθνικής συνέχειας, η Σουλιώτισσα κάνει αιώνιο μνημείο το Ζάλογγο. Στο Μεσολόγγι, σπαθίζει τον αέρα το μεγαλείο της αυταπάρνησης, ατίθασο, ζωογόνο και νοηματοδοτεί αφοπλιστικά τον για άλλους αντιφατικό όρο «των ελεύθερων πολιορκημένων».

Αλλά…, πώς να μην ήταν μπολιασμένος, ο κόσμος τούτος, «ο μικρός, ο μέγας» κατά τον Ελύτη, με την ιδέα της θυσίας των λίγων για τη σωτηρία των πολλών. Πώς θα μπορούσε να απαρνηθεί την Αμόλυντο Προστάτιδά του; Αυτή που βιώνοντας την κορύφωση του πόνου αντικρύζοντας τον Υιό της στον Σταυρό, αναδείχθηκε ως πανανθρώπινο πρότυπο αποδοχής της θυσίας του Ενός για την παντοτινή σωτηρία των πολλών. Αυτής που «έχει στα μάτια της ψηφιδωτό τον καημό της Ρωμιοσύνης».

Κι ο καημός έγινε νίκη. Μια περίτρανη νίκη του Ελληνισμού στο πεδίο του πολιτισμού. Τετρακόσια χρόνια που οι Σουλτάνοι χάλκευαν τα δεσμά του, δεν στάθηκαν αρκετά να αφομοιωθεί. Παρά τις αντιξοότητες, τον κατατρεγμό, τα παιδομαζώματα, παρά την ενδημική μας ασθένεια τη δολερή διχόνοια, διαφύλαξε την παράδοσή του. Κράτησε την εθνική του ταυτότητα, την ιδιοπροσωπία του, την αυθεντικότητά του. Πολλοί λαοί χάθηκαν στο πέρασμα των αιώνων. Πέρασαν από την ιστορία σαν διάττοντες αστέρες. Αλλά… αυτοί δεν ήταν Έλληνες!

Έλληνες!

Σε στιγμές που δοκιμάζεται ο Ελληνισμός και η εθνική του αξιοπρέπεια, από «εισαγόμενες» απροκάλυπτες ενέργειες και ανυπόστατες ρητορικές, το μήνυμα της 25ης Μαρτίου καθίσταται πιο επίκαιρο από ποτέ.

Μας καλεί να ανασυνταχθούμε, να στοιχηθούμε στις θεϊκές επιταγές και να κρατήσουμε άσβεστη τη σπίθα που οδήγησε τους προγόνους μας σε μεγαλεία, που αρκετές φορές στους καιρούς μας μοιάζουν κατάφορα περασμένα. Στους καιρούς μιας βαθιάς οικονομικής και ανθρωπιστικής κρίσης, που οι πομφόλυγες παντός είδους επιδιώκουν να επικρατήσουν, αντικαθιστώντας την ουσία, με το εφήμερο. Που τα κοινωνικά αντανακλαστικά ατονούν, σχεδόν νεκρώνουν.

Μας υπενθυμίζει τις Εθνικές υποθήκες και το ιερό χρέος όλων.

Αναδεικνύει τη διαχρονικότητα του Είμαστε εις το «εμείς» κι όχι εις το «εγώ» του Μακρυγιάννη.

Τροφοδοτεί, τέλος, την καρδιά και το νου μας με την άφθαρτη υποχρέωση της διατήρησης μιας αυτόφωτης εθνικής συνείδησης και την τήρηση διερευνητικής στάσης απέναντι σε ενδεχόμενους κατ’ επίφαση αφιλοκερδείς φιλελληνισμούς.

Αυτή την ημέρα, μια ημέρα μεστή συμβολισμών, που η Πανυπέραγνη Δέσποινα, έλαβε το μήνυμα ότι στη γαστέρα της βρίσκεται ο Λυτρωτής ημών, ας κλίνουμε ευλαβικά το γόνυ, στους τάφους των αθανάτων νεκρών μας.

Ας τους αποκριθούμε,

γιατί μας αφουγκράζονται,

γιατί νιώθουν την περηφάνια που ξεχειλίζει από τα στήθια μας, ως Έλληνες, απόγονοι Μαραθωνομάχων,

γιατί ξέρουν πως τα μάτια μας βουρκώνουν, το κορμί μας ριγεί και η ψυχή μας δονείται όταν ακούμε το «και σαν πρώτα αντρειωμένη»,

γιατί, τέλος, γνωρίζουν, είναι σίγουροι, πως αν χρειαστεί θα βαδίσουμε στα χνάρια τους.

Ας τους τιμήσουμε όπως τους αξίζει, αφιερώνοντάς τους χωρίς προϋποθέσεις τον στίχο του Βαλαωρίτη:

«Ξυπνάτε, σεις που κοίτεσθε, ξυπνάτε όσοι κοιμάστε, το θάνατο όσοι εγεύτητε, τώρα ζωή χορτάστε».

Ζήτω η Ελλάδα μας

Ζήτω η 25η Μαρτίου

Χρόνια Πολλά.

Αντισυνταγματάρχης (ΠΖ)

Δημήτριος Γ. Τσαφούλης

 


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ