Τρίτη
19 Ιανουαρίου

Μακαρίου του Αιγυπτίου, Αρσενίου, Μάρκου

TheioKirigma

Ἀριθμός  27

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε’ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

(Ματθ. η΄ 28 - Θ΄1)

 12 Ἰουλίου 2020

Ἂς ὑποθέσουμε ὅτι ἕνα πολὺ σημαντικὸ πρόσωπο πρόκειται νὰ ἐπισκεφθεῖ κάποια πόλη. Ὅλοι χαίρονται καὶ ἀρχίζουν τὶς προετοιμασίες, γιὰ νὰ τὸ ὑποδεχθοῦν ὅσο ἐπισημότερα γίνεται. Ἕνας γενικὸς εὐχάριστος ξεσηκωμὸς παρατηρεῖται καὶ ὅλοι μελετοῦν αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ γεγονός. Τὸ ἐντελῶς ἀντίθετο βλέπουμε νὰ συμβαίνει στὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα. Ὄχι ἁπλὰ ἕνα σημαντικὸ πρόσωπο, ἀλλὰ τὸ σημαντικότερο πρόσωπο τῆς παγκόσμιας ἱστορίας, ὁ Θεάνθρωπος  Ἰησοῦς Χριστός, ἔρχεται στὴν πόλη τῶν Γεργεσηνῶν καὶ οἱ Γεργεσηνοὶ τὸν διώχνουν, ἔστω καὶ μὲ εὐγενικὸ τρόπο!

Ἂς ἐξετάσουμε ὅμως τὴν διήγηση τοῦ Εὐαγγελιστῆ Ματθαίου ἀναλυτικά. Μόλις φθάνει ὁ Χριστὸς στὰ Γέργεσα, ἔχοντας διασχίσει τὴν τρικυμισμένη λίμνη Γενησαρέτ, τὸν συναντοῦν δύο φοβεροὶ δαιμονισμένοι  ποὺ βγαίνουν ἀπὸ ἕνα νεκροταφεῖο. Εἶναι τόσο ἐπιθετικοὶ καὶ ἐπικίνδυνοι, ποὺ κανένας δὲν μποροῦσε νὰ περάσει ἀπὸ τὸ δρόμο ἐκεῖνο. Μόλις τὸν βλέπουν, φωνάζουν δυνατά: «Ποιὰ σχέση ὑπάρχει ἀνάμεσα σὲ ἐμᾶς καὶ σὲ ἐσένα, Ἰησοῦ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ; Ἦρθες ἐδῶ, πρὶν ἀπὸ τὸν καιρὸ τῆς Κρίσεως, γιὰ νὰ μᾶς βασανίσεις;» Βλέπουμε τὰ πανίσχυρα γιὰ τὸν ἄνθρωπο δαιμόνια νὰ φρίττουν μπροστὰ στὴν παρουσία τοῦ Θεανθρώπου καὶ νὰ τρέμουν τὴν αἰώνια Κόλαση. Ἐδῶ ἀναλογιζόμαστε τὸ μεγάλο κακὸ ποὺ προξενεῖ στὶς ψυχὲς ἡ ἄγνοια καὶ ἡ λήθη τῆς Μελλούσης Κρίσεως. Ἐνῶ ὁ ἀρχέκακος ὄφις, ὁ Διάβολος ἀναγνωρίζει τὴν θεότητα τοῦ Χριστοῦ καὶ γνωρίζει ἐπίσης τὴν Κόλαση ποὺ τὸν περιμένει, σκόπιμα προωθεῖ μέσα στὶς ψυχὲς τῶν ἁμαρτωλῶν τὰ ἑξῆς δύο κακά: πρῶτον τὴν ἄγνοια γιὰ τὸν Χριστό, ποὺ σημαίνει ἀμφισβήτηση, ἀπόρριψη καὶ ἀθεΐα καὶ δεύτερον τὴν λήθη, τὸν σκοτασμὸ τοῦ νοῦ καὶ τὴν περιφρόνηση τῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας μας γιὰ τὴν Δευτέρα Παρουσία, τὴν Κρίση, τὸν Παράδεισο καὶ τὴν Κόλαση. Καὶ τὰ δύο αὐτὰ κακὰ ἔχουν ὡς συνέπεια τὴν ἐπιλογὴ τοῦ ἁμαρτωλοῦ τρόπου ζωῆς, ποὺ ὁδηγεῖ κατευθείαν στὴ γέεννα τοῦ πυρός της Κολάσεως.

Ξαναγυρνώντας στὴν διήγηση βλέπουμε τὰ δαιμόνια σὰν φοβισμένα κουτάβια νὰ παρακαλοῦν τὸ Χριστὸ νὰ τοὺς ἐπιτρέψει νὰ μποῦν σὲ μία ἀγέλη χοίρων ποὺ βόσκονταν ἐκεῖ κοντά. Οἱ δαίμονες γνωρίζουν ὅτι τὸ κοπάδι αὐτὸ εἶναι παράνομο, γιατί ἡ κατανάλωση χοιρινοῦ κρέατος εἶναι ἀπαγορευμένη ἀπὸ τὸ Μωσαϊκὸ Νόμο, ἑπομένως οἱ βοσκοὶ τοῦ κοπαδιοῦ ἁμαρτάνουν. Γνωρίζουν οἱ δαίμονες τοὺς δικούς τους ἀνθρώπους καὶ τὶς σκοτεινὲς μεθόδους ποὺ χρησιμοποιοῦν καὶ βέβαια σὰν μισόκαλοι καὶ μισάνθρωποι ποὺ εἶναι, ὄχι μόνο δὲν τοὺς εὐνοοῦν, ἀλλὰ καὶ τοὺς καταστρέφουν. Γι’ αὐτὸ ζητοῦν νὰ μποῦν στὴν ἀγέλη τῶν χοίρων, γιὰ νὰ τὴν ὁδηγήσουν στὸ θάνατο καὶ νὰ προκαλέσουν τὴν οἰκονομικὴ καταστροφὴ τῶν βοσκῶν. Αὐτὴ ἡ ἐξέλιξη πρέπει νὰ μᾶς βάλει σὲ σκέψεις. Πολλὲς φορὲς βλέπουμε καὶ ζηλεύουμε ἀνθρώπους τοῦ κόσμου ποὺ ζοῦν μέσα στὰ πλούτη, παραδομένοι στὰ πάθη καὶ στὴν ἁμαρτία καὶ πιστεύουμε ἐνδόμυχα ὅτι αὐτοὶ εἶναι οἱ τυχεροί της ζωῆς. Ἂν ὅμως τοὺς προσεγγίζαμε, θὰ διαπιστώναμε ὅτι ἡ ψυχή τους, κυριευμένη καθὼς εἶναι ἀπὸ τὸν Διάβολο, εἶναι θεοσκότεινη καὶ δυστυχισμένη καὶ κολυμπᾶ μέσα στὴν ἀπόγνωση καὶ στὴν ἀπελπισία. Γι’ αὐτὸ πολλὲς φορὲς αὐτοὶ ἐκτρέπονται σὲ αὐτοκαταστροφικὲς τάσεις, ὅπως εἶναι οἱ καταχρήσεις, ἡ ἐξάρτηση ἀπὸ οὐσίες καὶ κάποτε ἡ αὐτοκτονία.

Ἔτσι λοιπὸν ὁρμάει ἡ ἀγέλη τῶν χοίρων στὸ γκρεμὸ καὶ πνίγεται στὴ θάλασσα, οἱ δὲ δαιμονισμένοι θεραπεύονται. Τότε τρέχουν οἱ βοσκοὶ στὴν πόλη καὶ ἀναγγέλουν σὲ ὅλους τὰ καθέκαστα, τὸ πῶς θεραπεύτηκαν οἱ ταλαίπωροι συμπατριῶτες τους καὶ πῶς χάθηκαν στὴ θάλασσα τὰ γουρούνια ποὺ ἔβοσκαν. Θὰ περίμενε κανεὶς νὰ τρέξουν ὅλοι, νὰ πέσουν στὰ πόδια τοῦ Χτιστοῦ καὶ νὰ Τὸν εὐχαριστήσουν καὶ γιὰ τὸ ὅτι ἐδίωξε τὰ δαιμόνια, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ ὅτι ἀπάλλαξε τὴν πόλη ἀπὸ τὸν κίνδυνο ἀπὸ τοὺς δαιμονισμένους. Τί λάθος ἔκανε ὁ Χριστός; Δὲν ἔκανε ἕνα μεγάλο θαῦμα; Δὲν γιάτρεψε τοὺς ἀρρώστους; Σίγουρα ναί! Ὅμως γιὰ τοὺς Γεργεσηνοὺς ὁ Χριστὸς ἔκανε λάθος, προκάλεσε μία μεγάλη οἰκονομικὴ ζημιά. Κατέστρεψε τὴν ἐπικερδῆ ἐνασχόληση μὲ τὴν διαποίμανση τῶν χοίρων, ἀπὸ τὴν ὁποία φαίνεται πὼς κέρδιζε ὅλη ἡ πόλη. Αὐτὸ τὸ συμπεραίνουμε ἀπὸ τὸ ὅτι ὅλοι οἱ κάτοικοι τῶν Γεργέσων, «πάσα ἡ πόλις», βγαίνουν γιὰ νὰ συναντήσουν τὸ Χριστό, ὄχι γιὰ νὰ Τὸν εὐχαριστήσουν γιὰ τὴν θεραπεία τῶν συμπολιτῶν τους καὶ νὰ Τὸν φιλοξενήσουν, ἀλλὰ γιὰ νὰ Τὸν παρακαλέσουν νὰ βγεῖ ἔξω ἀπὸ τὰ σύνορά τους, φοβούμενοι μήπως πάθουν κάποιο μεγαλύτερο κακό! Δὲν Τὸν διώχνουν μὲ κακὸ τρόπο, γιατί νομίζουν πὼς εἶναι ἕνας μάγος, θαυματοποιός, ποὺ ἂν θυμώσει μπορεῖ νὰ τοὺς προκαλέσει μεγαλύτερο κακό! Τὸν διώχνουν «μὲ τὸ μαλακό», μὲ ὑποκριτικὴ εὐγένεια, καὶ ὁ Χριστὸς δὲν ἀντιδρᾶ, δὲν παρεξηγεῖται, οὔτε καταδικάζει. Ὁ Χριστὸς σιωπᾶ καὶ ἀποχωρεῖ. Πραγματικὰ δὲν ὑπάρχουν λόγια, γιὰ νὰ περιγράψουν ἀπὸ τὴ μία τὴν ἀσύλληπτη ταπείνωση τοῦ Θεανθρώπου καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη τὴν φοβερὴ κατάπτωση, τὴν τύφλωση καὶ τὴν πόρωση αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, ποὺ ἀπομακρύνουν ἀπὸ κοντὰ τοὺς τὸν Μεσσία ποὺ ὅλοι περίμεναν, τὸν Βασιλέα τῶν βασιλέων, τὸν Θεὸ ποὺ ὡς ταπεινὸς ἄνθρωπος κατέβηκε στὴ γῆ, γιὰ νὰ σώσει τὸν ἄνθρωπο. Γνήσιοι συμπατριῶτες τοῦ Ἰούδα, ποὺ προτίμησε τὸν χρυσὸ ἀπὸ τὸν Χριστὸ προδίδοντας Τὸν γιὰ τριάκοντα ἀργύρια.

Αὐτὰ συνέβησαν τότε, «τῷ καιρῶ ἐκείνω». Μήπως ὅμως καὶ σήμερα αὐτὴ ἡ ἐκδίωξη τοῦ Χριστοῦ δὲν λαμβάνει χώρα ἀμέτρητες φορὲς καὶ μάλιστα ὄχι ἀπὸ δεδηλωμένους ἐχθρούς Του, ἀλλὰ ἀπὸ τοὺς ἴδιους τους κατ’ ὄνομα ὀπαδούς Του, τοὺς Χριστιανούς; Πόσες φορὲς δὲν ἔχουμε διώξει τὸν Χριστὸ ἀπὸ ποικίλες φάσεις τῆς ζωῆς μας, ἔχοντας προτιμήσει τὸ δικό μας χαμερπὲς θέλημα καὶ ὄχι τὸ θέλημά Του; Πόσες φορὲς δὲν ἔχουμε ἀναφωνήσει μὲ τὸν τρόπο τῆς ζωῆς μας: «Θεέ, ἀπόστα ἀπ’ ἐμοῦ! Ὁδούς σου εἰδέναι οὐ βούλομαι.» Θεέ, φύγε ἀπὸ κοντά μου! Δὲν θέλω νὰ γνωρίζω τὸ δρόμο σου, τὶς ἐντολές σου. Μὲ τὴ θέλησή μας τότε ἐπιλέγουμε τὴν Κόλαση καὶ ἀρνούμαστε τὸν Παράδεισο. Γιατί ὅποιος διώχνει τὸν Χριστὸ διώχνει τὸν Παράδεισο.

Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς νὰ δώσει νὰ κρατᾶμε «πάντ’ ἀνοιχτά, πάντ’ ἄγρυπνα τὰ μάτια τῆς ψυχῆς» μας, ὅπως λέγει ἕνας ποιητής, γιὰ νὰ Τὸν ἀναγνωρίζουμε, ὅταν μᾶς πλησιάζει, νὰ Τὸν ὑποδεχόμαστε πάντοτε μὲ ἀγαλλίαση καί, σὰν τὸν Λουκᾶ καὶ τὸν Κλεόπα, νὰ Τὸν κρατᾶμε σφιχτὰ λέγοντάς Του καὶ ἐμεῖς: «Μεῖνον μεθ’ ἠμῶν, ὅτι πρὸς ἑσπέραν ἐστι καὶ κέκλικεν ἡ ἡμέρα» τοῦ παρόντος βίου, ὁ χρόνος τῆς ζωῆς μᾶς τελειώνει καὶ θέλουμε νὰ εἴμαστε πάντοτε μαζί Σου, ἀτελεύτητα ἑνωμένοι μαζί Σου, εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων, ἀμήν! Γένοιτο!


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ