Τρίτη
19 Ιανουαρίου

Μακαρίου του Αιγυπτίου, Αρσενίου, Μάρκου

TheioKirigma

Ἀριθμός  32

ΚΥΡΙΑΚΗ Ι΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ

(Ματθ. ΙΖ΄ 14 - 23)

16 Αὐγούστου 2020

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΟΣΜΑ

14 Καὶ ἐλθόντων αὐτῶν πρὸς τὸν ὄχλον προσῆλθεν αὐτῷ ἄνθρωπος γονυπετῶν αὐτὸν καὶ λέγων·

15 Κύριε, ἐλέησόν μου τὸν υἱόν, ὅτι σεληνιάζεται καὶ κακῶς πάσχει· πολλάκις γὰρ πίπτει εἰς τὸ πῦρ καὶ πολλάκις εἰς τὸ ὕδωρ.

16 καὶ προσήνεγκα αὐτὸν τοῖς μαθηταῖς σου, καὶ οὐκ ἠδυνήθησαν αὐτὸν θεραπεῦσαι.

17 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· Ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη! ἕως πότε ἔσομαι μεθ’ ὑμῶν; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν; φέρετέ μοι αὐτὸν ὧδε.

18 καὶ ἐπετίμησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἐξῆλθεν ἀπ’ αὐτοῦ τὸ δαιμόνιον καὶ ἐθεραπεύθη ὁ παῖς ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης.

19 Τότε προσελθόντες οἱ μαθηταὶ τῷ Ἰησοῦ κατ’ ἰδίαν εἶπον· Διατί ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτό;

20 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Διὰ τὴν ἀπιστίαν ὑμῶν. ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἐὰν ἔχητε πίστιν ὡς κόκκον σινάπεως, ἐρεῖτε τῷ ὄρει τούτῳ, μετάβηθι ἐντεῦθεν ἐκεῖ, καὶ μεταβήσεται· καὶ οὐδὲν ἀδυνατήσει ὑμῖν.

21 τοῦτο δὲ τὸ γένος οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ.

22 Ἀναστρεφομένων δὲ αὐτῶν εἰς τὴν Γαλιλαίαν εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Μέλλει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοσθαι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων

23 καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἐγερθήσεται. καὶ ἐλυπήθησαν σφόδρα.

ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ

Τὸ μεγαλύτερο δυστύχημα γιὰ τὸν ἄνθρωπο εἶναι ἡ ἀπώλεια τῆς ψυχῆς του, ὁ αἰώνιος θάνατος στὴν κόλαση, ἡ «μετὰ τῶν δαιμόνων συνδιαγωγή». Θὰ ἦταν προτιμότερο νὰ μὴν εἶχε γεννηθεῖ ὁ ἄνθρωπος αὐτός, ὅπως εἶπε ὁ Χριστὸς γιὰ τὸν προδότη Ἰούδα. Στὴν αἰώνια καταδίκη ὁδηγεῖ ἡ πολυποίκιλη ἁμαρτία καὶ ἡ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸν Θεό, ἡ ὁποία πολλὲς φορὲς σὲ ἀκραία μορφὴ καταλήγει στὸν δαιμονισμὸ τοῦ ἀνθρώπου, στὴν κατοχή του ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα πονηρὰ πνεύματα. Εἶναι καὶ αὐτὸ μία πρόγευση τῆς κολάσεως, μία ἀνείπωτη, ἀβάσταχτη συμφορά, ἕνα φρικτὸ μαρτύριο, τόσο γιὰ τὸν ἴδιο τὸν δαιμονιζόμενο, ὅσο καὶ γιὰ τοὺς οἰκείους του, ποὺ τὸν βλέπουν νὰ ὑποφέρει κατ’ αὐτὸν τὸν ὀδυνηρὸ τρόπο. Τρέχουν αὐτοὶ λοιπὸν σὲ ὅλους τους πιθανοὺς θαυματουργικοὺς τόπους, σὲ θαυματουργὲς εἰκόνες, σὲ σεβάσμιους ἱερεῖς, σὲ ἱερὰ προσκυνήματα, κάνουν τὰ πάντα, γιὰ νὰ βροῦν τὴ ἴαση καὶ τὴν ἀπελευθέρωση τοῦ διακατεχομένου ἀπὸ τὸ πονηρὸ πνεῦμα.

Αὐτὸν τὸν μαρτυρικὸ ἀγώνα εἶχε καὶ ὁ τραγικὸς πατέρας μὲ τὸν σεληνιαζόμενο γιό του, ὅπως ἀναφέρει ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή. Ἂς παρακολουθήσουμε τὰ λόγια καὶ τὶς πράξεις του. Πρῶτα ἀπ’ ὅλα προσπαθεῖ νὰ προσεγγίσει τὸν Χριστὸ διασχίζοντας ἕνα μεγάλο πλῆθος ἀνθρώπων, ποὺ στριμώχνονται ὁλόγυρά Του. Κάποια στιγμὴ κατορθώνει νὰ πλησιάσει καὶ τὸν βλέπουμε νὰ πέφτει στὰ γόνατα μπροστὰ στὸν Χριστὸ περιγράφοντας μὲ συντομία τὴν κατάσταση τοῦ γιοῦ του. «Κύριε, ἐλέησόν μου τὸν υἱόν, ὅτι σεληνιάζεται καὶ κακῶς πάσχει!» Πολλὲς φορὲς πέφτει στὴ φωτιά, πολλὲς φορὲς στὸ νερό. Τὸν ἔφερα στοὺς μαθητές σου, ἀλλὰ δὲν μπόρεσαν νὰ τὸν θεραπεύσουν. Ὁ Ἰησοῦς τότε ἀπαντᾶ μὲ ἱερὴ ἀγανάκτηση χαρακτηρίζοντας τὴν γενιὰ τοῦ πατέρα ἄπιστη καὶ διεστραμμένη, γιατί βλέπει μέσα στὴν ψυχὴ τοῦ πατέρα ἀπιστία καὶ σκληροκαρδία. Ὁ ταλαίπωρος αὐτὸς ἀμφιταλαντευόταν καὶ δὲν πολυπίστευε ὅτι ὁ Χριστὸς θὰ μποροῦσε νὰ πραγματοποιήσει τὸ θαῦμα. Ἔτσι προσεγγίζει πρῶτα τους μαθητές Του καί, ἀφοῦ αὐτοὶ ἀπέτυχαν, τότε ἔρχεται μπροστά Του ἐκλιπαρώντας τὴν θεραπεία τοῦ γιοῦ του, τὴν ὁποία καὶ λαμβάνει ἁπλόχερα, γιατί ὁ Χριστός, παρὰ τὴν αὐστηρότητα μὲ τὴν ὁποία μίλησε στὸν πατέρα, εἶναι ὅλος ἀγάπη, ὅλος συμπόνια καὶ ἔλεος. Εἶναι ὁ μακρόθυμος καὶ πολυέλεος Σωτήρας τοῦ κόσμου, ποὺ δὲν ἀνέχεται νὰ βλέπει τὸ πλάσμα Του νὰ τυραννιέται ἀπὸ τὸν Διάβολο. Γι’ αὐτὸ ἐπιτιμᾶ ἀμέσως  τὸ ἀκάθαρτο πνεῦμα, αὐτὸ ἐξέρχεται καὶ ὁ νέος θεραπεύεται.

Στὴ συνέχεια ἀκολουθεῖ μία συζήτηση ἀνάμεσα στὸν Χριστὸ καὶ στοὺς μαθητές Του, ἕνας σχολιασμὸς τοῦ συμβάντος ποὺ προηγήθηκε. Οἱ μαθητὲς εἶναι λιγάκι πειραγμένοι, κάπως στενοχωρημένοι, ποὺ δὲν τὰ κατάφεραν οἱ ἴδιοι νὰ βγάλουν τὸ πονηρὸ πνεῦμα ἀπὸ τὸν νεαρό. Θεωροῦν τὴν ἀδυναμία τοὺς αὐτὴ ὡς προσωπικὴ ἀποτυχία, γι’ αὐτὸ καὶ ρωτοῦν τὸν Διδάσκαλό τους: «Γιατί ἐμεῖς δὲν μπορέσαμε νὰ τὸ διώξουμε τὸ δαιμόνιο αὐτό;» «Ἐξαιτίας τῆς ἀπιστίας σας!», ἔρχεται ξεκάθαρη καὶ κατηγορηματικὴ ἡ ἀπάντησή Του. Δὲν ἔχει μισόλογα καὶ κατευναστικὰ λόγια, «εἴσαστε ἄπιστοι», τοὺς λέει. «Ἐὰν ἔχετε πίστη σὰν ἕνα κόκκο σιναπιοῦ, θὰ πεῖτε στὸ βουνὸ αὐτό, πήγαινε ἀπὸ ἐδῶ ἐκεῖ καὶ θὰ μετακινηθεῖ. Καὶ τίποτε δὲν θὰ εἶναι ἀδύνατον γιὰ ἐσᾶς.» Εἶναι νὰ τρομάζει κανεὶς ἀπὸ τὴν συνειδητοποίηση τῆς ἀπιστίας, ἂν πρόκειται νὰ τὴν μετρήσει μὲ τὸ μέτρο ποὺ ἔθεσε ὁ Κύριός μας. Οὔτε ἕνα ἐλαχιστότατο κομματάκι πίστης δὲν διαθέτουμε, πῶς μποροῦμε νὰ σταθοῦμε πνευματικά; Πῶς θὰ μπορέσουμε νὰ ἀντιπαλέψουμε «πρὸς τὰ πνευματικά της πονηρίας», τὰ πονηρὰ πνεύματα ποῦ καταδυναστεύουν τὸν ἀδύναμο ἄνθρωπο;

Κι ὅμως ὑπάρχει τρόπος ἀντιμετώπισης. Μᾶς τὸν διδάσκει ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας: «Τοῦτο τὸ γένος οὐκ ἐκπορεύεται, εἰ μὴ ἐν προσευχὴ καὶ νηστεία.» Αὐτὸ τὸ εἶδος τῶν δαιμόνων δὲν βγαίνει ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἔχει καταληφθεῖ ἀπὸ αὐτό, παρὰ μόνο μὲ προσευχὴ ποὺ συνοδεύεται ἀπὸ νηστεία. Αὐτὰ εἶναι τὰ δύο πανίσχυρα ὄπλα τοῦ χριστιανοῦ, ποὺ ἀποκρούουν κάθε δαιμονικὴ ἐπίθεση καὶ ἐπήρεια. Ἀπὸ τὴ μία ἡ προσευχή, ἰδιαίτερα δὲ ἡ συντομότατη καὶ πανίσχυρη εὐχή, τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον μέ», μὲ τὴν ἐπίκληση τοῦ Ἱεροῦ Ὀνόματος τοῦ Κυρίου μᾶς Ἰησοῦ Χριστοῦ, καίει τοὺς δαίμονες, τοὺς κατατροπώνει καὶ τοὺς ἀποδιώκει πάραυτα. Ἕνα πύρινο τεῖχος ὑψώνεται ὁλόγυρα ἀπὸ τὸν προσευχόμενο ἄνθρωπο καὶ τὸν καθιστὰ ἄτρωτο ἀπὸ «τὰ βέλη τοῦ πονηροῦ, τὰ καθ’ ἠμῶν δολίως κινούμενα». Ὁ ἄνθρωπος χωρὶς τὴν θωράκιση ποὺ παρέχει ἡ προσευχὴ εἶναι ἕνα ἄθυρμα, ἕνα φτερὸ στὸν ἄνεμο, ἕνα τιποτένιο καὶ μηδαμινὸ πλάσμα, ἕρμαιο στὶς δαιμονικὲς ἐπιθέσεις. Ἀκριβῶς γι’ αὐτὸν τὸν λόγο τίποτε ἄλλο δὲν μισεῖ καὶ δὲν πολεμᾶ περισσότερο ὁ Σατανᾶς ἀπὸ τὴν προσευχή. Ἔλεγε ἕνας γέροντας στὰ πνευματικά του παιδιά: «Θέλετε μία ἁπλὴ ἀπόδειξη γιὰ τὸ ὅτι ὑπάρχει Διάβολος; Προσπαθεῖστε νὰ κάνετε δέκα λεπτὰ προσευχή! Σὲ αὐτὰ τὰ δέκα λεπτὰ θὰ αἰσθανθεῖτε τέτοιο πόλεμο ἀπὸ τὸν Πονηρό, ποὺ δὲν θὰ σᾶς μείνει καμιὰ ἀμφιβολία ὅτι ὑπάρχει!» Πρέπει νὰ συνειδητοποιήσουμε ὅτι εἴμαστε στρατιῶτες σὲ ἕναν μεγάλο καὶ ἀόρατο πόλεμο. Ἀπὸ τὴν ἡμέρα τοῦ βαπτίσματός μας ἔχουμε συνταχθεῖ μὲ τὴν παράταξη τοῦ Χριστοῦ καὶ μαχόμαστε καθημερινὰ μὲ τὶς σκοτεινὲς δυνάμεις. Ὅλη ἡ πνευματικὴ ζωὴ εἶναι μία ἀέναη πάλη μὲ τοὺς δαίμονες, μία πάλη ποὺ καταλήγει σὲ βέβαιη νίκη, ἂν χρησιμοποιοῦμε τὸ τέλειο ὅπλο ποὺ εἶναι ἡ προσευχή.

Ἡ προσευχὴ λοιπὸν εἶναι τὸ ξίφος ποὺ σκοτώνει τοὺς δαίμονες. Ὅμως ὁ στρατιώτης, γιὰ νὰ εἶναι σὲ θέση νὰ πολεμήσει, πρέπει νὰ εἶναι γυμνασμένος καὶ ἀνάλαφρος. Δὲν θὰ μπορεῖ νὰ κάνει τίποτε ἀξιόλογο, δὲν θὰ μπορεῖ νὰ κινηθεῖ καν, ἂν εἶναι βεβαρυμένος ἀπὸ πολυφαγία καὶ πολυποσία. Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τὸν πνευματικὸ στρατιώτη. Πῶς θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ προσευχηθεῖ μὲ γεμάτο στομάχι, μὲ κεφάλι ζαλισμένο ἀπὸ τὴν ὑπερβολικὴ οἰνοποσία; Ἀξίζει νὰ τονίσουμε αὐτὸν τὸν συνδυασμὸ προσευχῆς καὶ νηστείας. Ἂν πρόκειται νὰ ἀποδυθεῖ ἡ ψυχὴ σὲ ἕναν νοερὸ καὶ δυσχερέστατο ἀγώνα κατὰ τῶν πονηρῶν πνευμάτων μέσω τῆς προσευχῆς, πρέπει νὰ συνεπικουρεῖται ἀπὸ ἕνα σῶμα ἐλαφρύ, κάτι τὸ ὁποῖο ἐπιτυγχάνεται μὲ τὴν ἑκούσια ἀποχὴ ἀπὸ πλούσιες καὶ βαριὲς τροφές.

Ζοῦμε σὲ μία δαιμονικὴ ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποία ὁ Διάβολος ἔχει φρυάξει καὶ περιφέρεται «ὡς λέων ὠρυόμενος ζητῶν τίνα καταπίη». Ἴσως γιατί γνωρίζει ὅτι δὲν ἔχει καὶ πολὺ χρόνο ἀκόμη. Ἐμεῖς δὲν πρέπει νὰ τὸν φοβηθοῦμε, οὔτε νὰ τρομάζουμε ἀπὸ τὴν θυελλώδη ἐπέλαση τοῦ Κακοῦ. Ἂς προσβλέπουμε μὲ πόθο στὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, ἂς χρησιμοποιοῦμε ὅσο συχνότερα μποροῦμε τὰ δύο ἀνίκητα ὄπλα, τὰ ὁποῖα μᾶς συνέστησε σήμερα ὡς καλὸς ἰατρὸς καὶ στρατηγὸς στὸν ἀόρατο, πνευματικὸ πόλεμο: τὴν προσευχὴ καὶ τὴ νηστεία. Καὶ θὰ εἴμαστε βέβαιοι ὅτι μὲ τὴν Χάρη Του θὰ νικήσουμε καὶ θὰ λάβουμε ὡς βραβεῖο νίκης τὸν στέφανο τῆς ὄντως Ζωῆς, τὴν ὁποία εἴθε ὅλοι νὰ ἀπολαύσουμε εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων, ἀμήν! Γένοιτο!


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ