Τρίτη
19 Ιανουαρίου

Μακαρίου του Αιγυπτίου, Αρσενίου, Μάρκου

TheioKirigma

Ἀριθμός  34

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ

(Ματθ. ΙΘ΄ 16 - 26)

30 Αὐγούστου 2020

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ

16. Καὶ ἰδοὺ εἷς προσελθὼν εἶπεν αὐτῷ· Διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ἀγαθὸν ποιήσω ἵνα ἔχω ζωὴν αἰώνιον;

17. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· Τί με λέγεις ἀγαθόν; οὐδεὶς ἀγαθὸς εἰ μὴ εἷς ὁ Θεὸς. εἰ δὲ θέλεις εἰσελθεῖν εἰς τὴν ζωὴν, τήρησον τὰς ἐντολάς.

18. Λέγει αὐτῷ· Ποίας; ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπε· Τὸ οὐ φονεύσεις, οὐ μοιχεύσεις, οὐ κλέψεις, οὐ ψευδομαρτυρήσεις,

19. τίμα τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα, καί, ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν.

20. Λέγει αὐτῷ ὁ νεανίσκος· Πάντα ταῦτα ἐφυλαξάμην ἐκ νεότητός μου· τί ἔτι ὑστερῶ;

21. ἔφη αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, ὕπαγε πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα καὶ δὸς πτωχοῖς, καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ, καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι.

22. Ακούσας δὲ ὁ νεανίσκος τὸν λόγον ἀπῆλθε λυπούμενος· ἦν γὰρ ἔχων κτήματα πολλά.

23. Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ· Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι δυσκόλως πλούσιος εἰσελεύσεται εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν.

24. Πάλιν δὲ λέγω ὑμῖν, εὐκοπώτερόν ἐστι κάμηλον διὰ τρυπήματος ῥαφίδος διελθεῖν ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν.

25. Ακούσαντες δὲ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἐξεπλήσσοντο σφόδρα λέγοντες· Τίς ἄρα δύναται σωθῆναι;

26. ἐμβλέψας δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Παρὰ ἀνθρώποις τοῦτο ἀδύνατόν ἐστι, παρὰ δὲ Θεῷ πάντα δυνατά ἐστι.

ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ

Κάθε ἄνθρωπος ἐπιθυμεῖ τὸ καλύτερο γιὰ τὴν ζωή του, ἀγωνίζεται καὶ παλεύει συνεχῶς, γιὰ νὰ τὸ ἐπιτύχει. Ἔχει κάποιους στόχους καὶ οἱ στόχοι αὐτοὶ φανερώνουν σὲ μεγάλο βαθμὸ τὸ ποιόν, τὴν γενικότερη πνευματικὴ κατάστασή του. Ἂν μάλιστα κατορθώσει νὰ τοὺς πραγματοποιήσει, ἡ αὐτοεκτίμησή του αὐξάνει καὶ ὁ ἴδιος χαίρεται γιὰ αὐτὰ τὰ ἐπιτεύγματά του.

Στὴν σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ βλέπουμε ἕναν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος φαίνεται πὼς ἔχει πνευματικὲς ἀναζητήσεις καὶ κατακτήσεις,  καὶ μάλιστα σὲ νεαρὴ ἡλικία, κάτι ἀπρόσμενο, θὰ λέγαμε, καθὼς ἡ πνευματικότητα σὲ αὐτὴν τὴν ἡλικία εἶναι ἕνα σπάνιο φαινόμενο. Ὁ νεανίσκος σήμερα ἔρχεται μπροστὰ στὸν Χριστό, γονατίζει μπροστά Του καὶ θέτει ἕνα βασικὸ καὶ θεμελιῶδες ἐρώτημα, τὸ ὁποῖο ἴσως εἶναι τὸ μόνο ἐρώτημα ποὺ ἀξίζει καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ ἀπασχολεῖ κάθε στιγμή, κάθε ἄνθρωπο: «Διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ποιήσω, ἴνα ἔχω ζωὴν αἰώνιον;» Τί νὰ κάνω, γιὰ νὰ σωθῶ καὶ νὰ κληρονομήσω τὴν αἰώνια ζωή; Ἡ ἐρώτησή του φανερώνει μία σοβαρὴ πνευματικὴ ἐγρήγορση, ὁ Χριστὸς ὅμως διαβλέπει κάτι διαφορετικὸ πίσω ἀπὸ τὴν ἐρώτηση αὐτή. Ἀκούει αὐτὸ τὸ «Διδάσκαλε ἀγαθὲ» καὶ βλέπει πὼς ὁ νεανίσκος δὲν τὸν προσεγγίζει ὡς Θεάνθρωπο, ἀλλ’ ὡς ἕνα ἄνθρωπο σημαντικό, ὡς ἁπλὸ διδάσκαλο. Γι’ αὐτὸ καὶ ἀπαντᾶ: «Γιατί μὲ ἀποκαλεῖς ἀγαθό; Ἕνας εἶναι ἀγαθός, ὁ Θεός!» Ἀφοῦ μὲ ὀνομάζεις διδάσκαλο καὶ ὄχι Κύριο, δὲν ἔχει νόημα αὐτὴ ἡ φιλοφρόνηση, δηλαδὴ νὰ μὲ χαρακτηρίζεις ἀγαθό! «Τὶς ἐντολὲς τὶς γνωρίζεις, δὲν θὰ φονεύσεις, δὲν θὰ μοιχεύσεις, δὲν θὰ κλέψεις,  δὲν θὰ ψευδομαρτυρήσεις, νὰ τιμᾶς τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου καὶ νὰ ἀγαπᾶς τὸν πλησίον σου σὰν τὸν ἑαυτό σου.» Ὁ νεανίσκος ἀπαντᾶ ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ ἔχει τηρήσει ἀπὸ τὴν μικρή του ἡλικία. Εἶναι ἕνας καλὸς ἄνθρωπος μὲ ἀρχὲς καὶ ἰδανικά, ποὺ ξεχωρίζει ἀπὸ τοὺς συνομηλίκους του. Ρωτάει λοιπόν: «Σὲ τί ὑστερῶ ἀκόμη;» . Περιμένει νὰ ἀκούσει ἕνα «εὖγε», ἕνα «συγχαρητήρια» ἀπὸ τὸν Χριστό, μία ἐπιβεβαίωση τῆς ἀρετῆς του καὶ τῆς ἠθικῆς του ἀνωτερότητας.  Διαπιστώνουμε ὅτι τὰ κίνητρά του δὲν εἶναι  πνευματικὰ καὶ εἰλικρινῆ, περιέχουν φαρισαισμὸ καὶ ὑπερηφάνεια. Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο ὁ Χριστὸς δὲν τὸν συγχαίρει, οὔτε τὸν ἐπαινεῖ, σίγουρα δὲν ἀπορρίπτει τὸν ἐνάρετο βίο τοῦ νεαροῦ, δὲν τὸν ἐκθειάζει ὅμως, γιατί βλέπει πὼς ὁ ἄνθρωπος ἀπέναντί Του πάσχει ἀπὸ οἴηση. Θέλει νὰ τὸν κάνει νὰ σκεφθεῖ πὼς ὑπάρχει καὶ τελειότερος τρόπος ζωῆς ἀπὸ τὸν δικό του καὶ τοῦ παρουσιάζει αὐτὸ τὸ ἀνώτερο ἐπίπεδό της πνευματικῆς ζωῆς. «Ἂν θέλεις νὰ εἶσαι τέλειος, πήγαινε, πούλησε τὰ ὑπάρχοντά σου καὶ δῶσε τὰ στοὺς φτωχοὺς καὶ θὰ ἔχεις θησαυρὸ στὸν οὐρανὸ καὶ ἔλα νὰ μὲ ἀκολουθήσεις!» Ὁ λόγος αὐτὸς πέφτει σὰν κεραυνὸς στὸ κεφάλι τοῦ ὑπερήφανου καὶ αὐτάρκους νέου. Ἀκούει κάτι φοβερό: νὰ πουλήσει ὅ,τι ἔχει καὶ δὲν ἔχει, νὰ μὴν ἀφήσει τίποτε δικό του, νὰ ἀποτινάξει ἀπὸ ἐπάνω του κάθε εἶδος περιουσιακοῦ στοιχείου καὶ τὰ χρήματα ποὺ θὰ συγκεντρώσει ἀπὸ τὴν πώληση νὰ τὰ διαθέσει ὅλα στοὺς φτωχούς. Ὁ Χριστὸς προτείνει μία ἀνταλλαγὴ πλούτου: «Δῶσε τὸν ἐπίγειο πλοῦτο σου καὶ θὰ ἀποκτήσεις θησαυρὸ στὸν Οὐρανό. Καὶ ὕστερα ἀπὸ αὐτό, ἔλα κοντά μου νὰ γίνεις μαθητής μου!» Λόγια ἀκατανόητα, ἐμπόδια ἀξεπέραστα, γιὰ τὸν προσκολλημένο μὲ τὰ γήινα ἀγαθὰ νεανίσκο. «Εἴπαμε νὰ εἶμαι καλὸς καὶ τίμιος καὶ νομοταγὴς πολίτης, ἀλλὰ ὄχι καὶ ἑκούσια φτωχός! Νὰ δώσω ἐλεημοσύνη τὰ πάντα, ὅσα ἔχω; Καὶ ἐγὼ τί θὰ ἔχω, γιὰ νὰ ζήσω; Καὶ ποιὸς εἶναι αὐτὸς ὁ θησαυρὸς στὸν οὐρανό; Τὸν εἶδε κανένας; Ἀστεία πράγματα!»  Ἔτσι λοιπὸν φεύγει λυπημένος ὁ νεανίσκος, καὶ γιατί δὲν ἄκουσε ἕνα μπράβο ἀπὸ τὸν «ἀγαθὸ διδάσκαλο», καὶ γιατί κατάλαβε πὼς τοῦ ἦταν ἀδύνατον νὰ φτάσει στὸ ὕψος ποὺ τοῦ ζήτησε ὁ Χριστός. Κλήθηκε νὰ γίνει ἀπόστολος, δὲν μπόρεσε ὅμως νὰ περάσει τὶς πνευματικὲς ἐξετάσεις καὶ ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὸν Χριστό, μὴ μπορώντας νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὰ δεσμὰ τοῦ πλούτου.

Ὁ Χριστὸς στὴ συνέχεια σχολιάζει τὴν στάση τοῦ νεαροῦ καὶ διὰ τυπώνει μία πολὺ «ἀπαισιόδοξη» ἄποψη γιὰ τὴν τύχη τῶν πλουσίων, γενικά: «Ἀλήθεια σᾶς λέγω, δύσκολα ἄνθρωπος πλούσιος θὰ εἰσέλθει στὴν βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Πιὸ εὔκολα εἶναι δυνατὸν νὰ περάσει μία καμήλα ἀπὸ τὴν τρύπα τῆς βελόνας, παρὰ πλούσιος νὰ μπεῖ στὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ!» Τρομακτικὴ ἀπόρριψη τῶν πλουσίων, θὰ ἔλεγε κάποιος. Ὁ Χριστὸς οὐσιαστικὰ ἀποκλείει κάθε ἐνδεχόμενο εἰσόδου κάποιου πλουσίου στὸν παράδεισο καὶ αὐτὸ ἀκούγεται σκληρό, ὅμως, ἂν ἐξετάσουμε βαθύτερα τὴν στάση τοῦ πλούσιου νεανίσκου, ποὺ προηγήθηκε τοῦ λόγου τοῦ Χριστοῦ, θὰ καταλήξουμε στὸ συμπέρασμα ὅτι ὁ ἴδιος ὁ πλούσιος αὐτοαποκλείεται ἀπὸ τὴν βασιλεία τῶν οὐρανῶν! Ὁ Χριστὸς δὲν καταδικάζει τὸ νεαρό, ἐπειδὴ εἶναι πλούσιος, κάτι ποὺ θὰ ταιρίαζε μὲ τὸ κοινὸ περὶ δικαίου αἴσθημα, ἀφοῦ μὲ μία ἰσχυρὴ δόση προκατάληψης ὁ κάθε πλούσιος θεωρεῖται ἄδικος καὶ ἄτιμος. Ἀντίθετα τὸν καλεῖ σὲ μία ἀνώτερη, ἐλεύθερη ζωή, ἀπαλλαγμένη ἀπὸ τὰ βαρίδια τῶν ὑπέρμετρων ὑλικῶν ἀγαθῶν, καὶ αὐτὸς τὴν μὲ τὴ θέλησή του τὴν ἀρνεῖται. Ἑπομένως ὁ ἴδιος ὁ πλούσιος ἐγκλωβίζεται στὰ πλούτη του καὶ δὲν μπορεῖ νὰ κερδίσει τὴν αἰώνια ζωή. Συμβαίνει αὐτὸ ἀκριβῶς ποὺ λέγεται γιὰ τοὺς κολασμένους, ὅτι δὲν τοὺς τιμωρεῖ ὁ Θεός, ἀλλὰ μόνοι τους καταδικάζουν τοὺς ἑαυτούς τους στὴν κόλαση.

Οἱ μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ ἀκούγοντας τὰ παραπάνω λόγια του Χριστοῦ μένουν ἔκπληκτοι, καὶ μάλιστα πάρα πολύ, καὶ ἀναρρωτιοῦνται: «Ποιὸς ἄραγε μπορεῖ νὰ σωθεῖ;» Ἡ ἐρώτηση ἀναφέρεται εἰδικὰ στοὺς πλουσίους καὶ γενικὰ σὲ ὅλους τους ἀνθρώπους. Γιατί ὑπὸ μίαν ἔννοια ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶναι «πλούσιοι», δηλαδὴ εἶναι προσκολημμένοι στὰ γήινα ἀγαθὰ καὶ στὶς ἀπολαύσεις, τὶς ὁποῖες δύσκολα ἀπαρνοῦνται καὶ ἔτσι ἀποτυγχάνουν νὰ εἰσέλθουν στὴν βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μᾶς μιλοῦν γιὰ τὴν «προσπάθεια», ποὺ εἶναι ἀκριβῶς αὐτὴ ἡ προσκόλληση στὸ ὁποιοδήποτε πάθος, ποὺ κρατάει δέσμια τὴν ψυχή. Ἂν ὁ ἄνθρωπος δὲν ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὴν προσπάθεια, πρόσωπο Θεοῦ δὲν μπορεῖ νὰ δεῖ. Μπορεῖ ὅμως κάποιος νὰ ἀποτινάξει τὸν βαρὺ ζυγὸ τοῦ κάθε εἴδους πλούτου καὶ νὰ σωθεῖ; Ἡ ἀπάντηση τοῦ Χριστοῦ μᾶς ἔρχεται εἰλικρινὴς καὶ λίαν παρηγορητική: «Γιὰ τοὺς ἀνθρώπους αὐτὸ (δηλαδὴ τὸ νὰ σωθοῦν ἀπὸ μόνοι τους, μὲ τὶς δικιὲς τοὺς δυνάμεις) εἶναι ἀδύνατον. Γιὰ τὸν Θεὸ ὅμως ὅλα εἶναι δυνατά!»

Ἑπομένως ὅλοι μποροῦμε νὰ σωθοῦμε, ἂν στραφοῦμε μὲ πίστη καὶ ἐλπίδα στὸν Θεό! Ὅλοι πάσχουμε, ὅλοι εἴμαστε ἀσθενεῖς, ὅλοι εἴμαστε ἀνήμποροι πνευματικὰ καὶ βουτηγμένοι στὸν ὑλόφρονα  βίο, μὲ λίγα λόγια ὅλοι εἴμαστε «πλούσιοι νεανίσκοι» καὶ δυσκολευόμαστε νὰ ἀποτινάξουμε ἀπὸ ἐπάνω μας τὰ ἀγαπημένα μᾶς πλούτη καὶ τὴν χαμαιρπὴ ζωὴ ποὺ διάγουμε. Ἐντούτοις κάθε στιγμή, ὅσο ζοῦμε,  ἔχουμε τὴν εὐκαιρία νὰ ἐπαναστατήσουμε, ποὺ θὰ πεῖ, νὰ μετανοήσουμε καὶ νὰ ἀκολουθήσουμε τὸν Χριστό, θησαυρίζοντας   στὸν οὐρανὸ καὶ ἐναποθέτοντας τὴν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας μας σὲ Αὐτόν. Ἀμήν, γένοιτο!


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ