Τετάρτη
20 Ιανουαρίου

Ευθυμίου του μεγάλου, Ζαχαρίου

TheioKirigma

Ἀριθμός  35

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΓ’ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

(Ματθ. κα΄ 33-42)

 6 Σεπτεμβίου 2020

*

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ

Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· ἄνθρωπος τις ἦν οἰκοδεσπότης, ὅστις ἐφύτευσεν ἀμπελῶνα καὶ φραγμὸν αὐτῷ περιέθηκε καὶ ὤρυξεν ἐν αὐτῷ ληνὸν καὶ ᾠκοδόμησεν πύργον, καὶ ἐξέδοτο αὐτὸν γεωργοῖς, καὶ ἀπεδήμησεν. ὅτε δὲ ἤγγισεν ὁ καιρὸς τῶν καρπῶν, ἀπέστειλε τοὺς δούλους αὐτοῦ πρὸς τοὺς γεωργοὺς λαβεῖν τοὺς καρποὺς αὐτοῦ. καὶ λαβόντες οἱ γεωργοὶ τοὺς δούλους αὐτοῦ ὃν μὲν ἔδειραν, ὃν δὲ ἀπέκτειναν, ὃν δὲ ἐλιθοβόλησαν. πάλιν ἀπέστειλεν ἄλλους δούλους πλείονας τῶν πρώτων, καὶ ἐποίησαν αὐτοῖς ὡσαύτως. ὕστερον δὲ ἀπέστειλε πρὸς αὐτοὺς τὸν υἱὸν αὐτοῦ λέγων· ἐντραπήσονται τὸν υἱόν μου. οἱ δὲ γεωργοὶ ἰδόντες τὸν υἱὸν εἶπον ἐν ἑαυτοῖς· οὗτός ἐστιν ὁ κληρονόμος· δεῦτε ἀποκτείνωμεν αὐτὸν καὶ κατάσχωμεν τὴν κληρονομίαν αὐτοῦ. καὶ λαβόντες αὐτὸν ἐξέβαλον ἔξω τοῦ ἀμπελῶνος καὶ ἀπέκτειναν. ὅταν οὖν ἔλθῃ ὁ κύριος τοῦ ἀμπελῶνος, τί ποιήσει τοῖς γεωργοῖς ἐκείνοις; λέγουσιν αὐτῷ· Κακοὺς κακῶς ἀπολέσει αὐτούς, καὶ τὸν ἀμπελῶνα ἐκδώσεται ἄλλοις γεωργοῖς, οἵτινες ἀποδώσουσιν αὐτῷ τοὺς καρποὺς ἐν τοῖς καιροῖς αὐτῶν. λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Οὐδέποτε ἀνέγνωτε ἐν ταῖς γραφαῖς, λίθον ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες, οὗτος ἐγενήθη εἰς κεφαλὴν γωνίας· παρὰ Κυρίου ἐγένετο αὕτη, καὶ ἔστι θαυμαστὴ ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν;

ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ

Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, καθὼς βαδίζει πρὸς τὸ ἑκούσιο πάθος Του, γνωρίζοντας ὅτι Τοῦ ἔχει ἀπομείνει ἐλάχιστος χρόνος ἐπίγειας παρουσίας καὶ διδασκαλίας, ἀπευθύνει τοὺς τελευταίους λόγους Του στὰ πλήθη τῶν Ἰουδαίων καὶ ἰδιαίτερα στοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς ἄρχοντες τοῦ λαοῦ, ἔτσι ὥστε νὰ εἶναι ἀναπολόγητοι, γιὰ τὸ μεγαλύτερο ἔγκλημα τῆς ἱστορίας, τὸ ὁποῖο σὲ λίγο θὰ διαπράξουν. Αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν σκοπὸ ἐξυπηρετεῖ ἡ παραβολὴ τῶν κακῶν γεωργῶν, τὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα, ποὺ ἀκούγεται σὰν ἱστορικὴ ἑρμηνεία, ἀλλὰ καὶ σὰν ἐγερτήριο σάλπισμα γιὰ τοὺς Ἰουδαίους, τὸν περιούσιο λαὸ τοῦ Θεοῦ.

Ἦταν κάποιος οἰκοδεσπότης, ὁ ὁποῖος ἐφύτευσε ἕναν ἀμπελώνα, τὸν ἔφραξε, τοῦ ἔσκαψε πατητήρι γιὰ τὰ σταφύλια, τοῦ ἔχτισε πύργο καὶ τὸν ἔδωσε σὲ κάποιους γεωργούς. Ὁ ἴδιος ἔφυγε γιὰ ἄλλη χώρα. Ὅταν πλησίασε ὁ καιρὸς τῆς συγκομιδῆς τῶν καρπῶν, ἔστειλε τοὺς δούλους του στοὺς γεωργούς, γιὰ νὰ παραλάβουν τοὺς καρπούς. Οἱ γεωργοὶ ὅμως τοὺς δούλους αὐτοὺς τοὺς κακομεταχειρίστηκαν. Ἄλλους τοὺς ἔδειραν, ἄλλους τοὺς σκότωσαν, ἄλλους τοὺς πετροβόλησαν. Πάλι ἔστειλε ὁ νοικοκύρης ἄλλους δούλους περισσότερους ἀπὸ τοὺς πρώτους, ἀλλὰ καὶ σὲ αὐτοὺς οἱ κακοὶ γεωργοὶ ἔκαναν τὰ ἴδια. Στὸ τέλος ἔστειλε σὲ αὐτοὺς τὸν γιὸ του λέγοντας: «Τοὐλάχιστον θὰ ντραποῦν τὸν γιό μου!» Οἱ γεωργοί, μόλις εἶδαν τὸν γιό, εἶπαν μεταξύ τους: «Αὐτὸς εἶναι ὁ κληρονόμος. Ἐλᾶτε νὰ τὸν σκοτώσουμε καὶ νὰ κυριεύσουμε τὴν κληρονομιά του.» Καὶ πράγματι, ἀφοῦ τὸν ἔπιασαν, τὸν ἔβγαλαν ἔξω ἀπὸ τὸν ἀμπελώνα καὶ τὸν θανάτωσαν. Ἐρωτᾶ τότε ὁ Χριστός: «Ὅταν ἔρθει ὁ κύριος του ἀμπελώνα, τί θὰ κάνει στοὺς γεωργοὺς ἐκείνους;» Ἀπαντοῦν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ γραμματεῖς: «Τοὺς κακοὺς γεωργοὺς μὲ κακὸ θάνατο θὰ τοὺς ἐξολοθρεύσει καὶ τὸν ἀμπελώνα θὰ τὸν δώσει σὲ ἄλλους γεωργούς, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀποδώσουν σὲ αὐτὸν τοὺς καρποὺς στὴν ὥρα τους».

Ἡ ἑρμηνεία τῆς παραβολῆς ἔχει ὡς ἑξῆς. Ὁ οἰκοδεσπότης εἶναι ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος ἐφύτευσε τὸν ἀμπελώνα, δηλαδὴ ἐδημιούργησε τὸ Ἰουδαϊκὸ ἔθνος, ὡς ἀγαπημένο Του ἔθνος. Γι’ αὐτὸ τὸ φρόντισε μὲ ἰδιαίτερο καὶ ξεχωριστὸ τρόπο, τὸ περιποιήθηκε καὶ τὸ φρούρησε. Ὅρισε ἐργάτες καὶ γεωργούς, δηλαδὴ τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς ἄρχοντες, γιὰ νὰ ὑπηρετοῦν καὶ νὰ καθοδηγοῦν τὸν λαό Του. Τὸν καιρὸ τῆς ἐσοδείας ἔστειλε τοὺς δούλους Του, τοὺς προφῆτες. Αὐτοὶ θὰ διαπίστωναν τὴν ἀφοσίωση στὸν Θεὸ καὶ τὰ ἔργα τῆς ἀρετῆς, τὰ ὁποία ὄφειλε ὁ λαὸς αὐτός, ὕστερα ἀπὸ τόση εὔνοια καὶ πρόνοια τοῦ Θεοῦ, νὰ καρποφορήσει, σὰν καλλιεργημένο ἀμπέλι. Οἱ ἄρχοντες τοῦ Ἰσραὴλ ὅμως κακοποίησαν καὶ θανάτωσαν τοὺς προφῆτες καὶ τοὺς ἄλλους ἀπεσταλμένους τοῦ Θεοῦ. Τὰ ἴδια ἀκριβῶς ἔκαναν καὶ σὲ ὅλους τούς ἄλλους δικαίους ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἐκήρυξαν καὶ προεφήτευσαν στοὺς Ἰουδαίους. Πραγματικὰ, εἶναι φοβερὸ νὰ βλέπει κανεὶς μὲ πόσο ὑβριστικὸ καὶ ἀπάνθρωπο τρόπο συμπεριφέρθηκε ὁ περιούσιος λαὸς τοῦ Θεοῦ στοὺς ἀπεσταλμένους Του, χωρὶς καμιὰ συναίσθηση ἐνοχῆς, χωρὶς τὴν παραμικρὴ εὐγνωμοσύνη πρὸς τὸν Θεό. Καὶ εἶναι ἐξίσου ἄπειρη ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ὑπομονὴ τοῦ Θεοῦ, ποὺ δὲν παύει νὰ προνοεῖ καὶ νὰ προσπαθεῖ νὰ συνετίσει τὰ ἀτίθασα καὶ ἀχάριστα παιδιὰ Του στέλνοντας σὲ αὐτὰ ἀδιάκοπα τούς ἀνθρώπους Του. Στὸ τέλος μάλιστα ἀποφασίζει ὁ Θεὸς Πατέρας νὰ στείλει στὸν ἀμπελώνα ὡς ἄνθρωπο τὸν Υἱὸ Του τὸν μονογενῆ. Θὰ ἔλεγε κάποιος: «Πάει, τὸ ἀφεντικὸ τρελάθηκε!» Καὶ ὄντως, αὐτὴ ἡ ἀσύλληπτη γιὰ τὸν ἀνθρώπινο νοῦ κίνηση τοῦ Θεοῦ εἶναι παράλογη καὶ «τρελή». Μόνο ἕνας τρελαμένος ἀπὸ ἀγάπη βασιλιάς, θὰ ἔκανε μία τόσο ἀπίστευτα ταπεινωτικὴ πράξη, νὰ γίνει δοῦλος τῶν δούλων του. Ἐλπίζει μάλιστα ὅτι αὐτὴ τὴ φορὰ οἱ ἀγαπημένοι Του ἄνθρωποι, ποὺ τόσο Τὸν ἔχουν στενοχωρήσει, θὰ αἰσθανθοῦν συστολὴ καὶ θὰ ντραποῦν τὸν γιό Του. Θὰ τολμούσαμε νὰ ἀναρωτηθοῦμε ἐμεῖς οἱ ἔξυπνοι: « Μά, τόσο ἀφελὴς εἶναι ὁ Θεός; Δὲν βλέπει σὲ ποιὰ θηρία στέλνει τὸν γιό Του;» Ὄχι, ὁ Θεὸς γνωρίζει τὰ πάντα, γνωρίζει ἑπομένως καὶ τὴν ἔκβαση τοῦ «παράτολμου» αὐτοῦ σχεδίου Του. Γιατί ὅμως δὲν σταματᾶ; Διότι εἶναι ἕνας μανικὸς ἐραστὴς τοῦ ἀνθρωπίνου γένους καὶ δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ κάνει τὴν πλέον ὑπέρλογη πράξη ποὺ ἔχει συμβεῖ ποτέ, νὰ γίνει ἄνθρωπος, γιὰ νὰ σώσει αὐτοὺς ποὺ θὰ Τὸν πιστεύσουν, καὶ νὰ θυσιαστεῖ ἐπάνω στὸν Σταυρό. Καὶ πράγματι, οἱ κακοὶ γεωργοί, ὄντας ἀδίστακτοι καὶ πορωμένοι ἐγκληματίες, ἀποφασίζουν νὰ θανατώσουν τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ ἰδιοποιηθοῦν τὴν κληρονομιά  Του, δηλαδὴ γιὰ νὰ κυριαρχοῦν ἀνενόχλητοι ἐπάνω στὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ.

Στὸ σημεῖο αὐτὸ ὁ Χριστὸς διακόπτει τὴν ἀφήγηση τῆς παραβολῆς καὶ ἀπευθύνει μία ἐρώτηση στοὺς Ἰουδαίους πού Τὸν ἀκούουν: «Ὅταν θὰ ἔρθει ὁ κύριος του ἀμπελώνα, τί θὰ κάνει στοὺς γεωργοὺς ἐκείνους;» Ἡ ἀπάντηση εἶναι αὐτονόητη, σύμφωνα μὲ τὸ κοινὸ περὶ δικαίου αἴσθημα: «Τοὺς κακοὺς μὲ κακὸ τρόπο θὰ τοὺς ἐξολοθρεύσει καὶ τὸν ἀμπελώνα θὰ τὸν δώσει σὲ ἄλλους γεωργούς, οἱ ὁποῖοι θὰ δώσουν τοὺς καρποὺς στὸν καιρό τους». Οἱ ἴδιοι οἱ Ἰουδαῖοι, λοιπόν, χωρὶς νὰ τὸ ἔχουν συνειδητοποιήσει, ἐκφέρουν μὲ τὸ ἴδιο τους τὸ στόμα τὴν καταδικαστικὴ ἀπόφαση γιὰ τοὺς ἑαυτούς τους. Μέσα στὴν αὐτάρκεια τῆς ὑπερηφανείας τους δὲν ἔχουν καταλάβει ἀκόμη ὅτι οἱ κακοὶ γεωργοὶ ποὺ θὰ καταδικαστοῦν εἶναι οἱ ἴδιοι, γι’ αὐτὸ ὁ Χριστὸς σπεύδει νὰ συγκεκριμενοποιήσει τὸν στόχο τῆς παραβολῆς, μήπως καὶ τοὺς ἀνοίξει τὰ τυφλὰ μάτια τῆς ψυχῆς τους. «Ποτὲ δὲν διαβάσατε στὶς Γραφὲς ὅτι ὁ λίθος, τὸν ὁποῖο ἀπέρριψαν ὡς ἀκατάλληλο οἱ οἰκοδόμοι, αὐτὸς τελικὰ ἔγινε κεφαλὴ ὅλης της οἰκοδομῆς ὡς ἀκρογωνιαῖος;» Ἐμένα, τὸν Μεσσία Χριστό, μὲ ἀπορρίψατε, μὲ ἀποδιώξατε, ἐσεῖς οἱ ὑπεύθυνοι γιὰ τὴν πνευματικὴ οἰκοδομὴ τοῦ Ἰσραήλ, ὅμως τελικὰ ἐγὼ θὰ γίνω ὁ πνευματικὸς ἀκρογωνιαῖος λίθος, θὰ γίνω ἡ κεφαλὴ καὶ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ παγκόσμιου, κατὰ πνεῦμα, Ἰσραήλ, ποὺ εἶναι ἡ Ἐκκλησία μου. Καὶ αὐτὸ τὸ θαυμαστὸ στὰ μάτια ὅλων τῶν πιστῶν γεγονὸς ἔγινε ἀπὸ τὸν Κύριο καὶ Θεό σας. «Ἐπειδὴ λοιπὸν ἀποδειχθήκατε ἀκατάλληλοι γεωργοί του ἀμπελώνα μου, θὰ ἀφαιρεθεῖ ἀπὸ ἐσᾶς ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ δοθεῖ σὲ ἕνα ἔθνος, τὸ ὁποῖο θὰ παράγει τὰ ἀγαθὰ ἔργα ποὺ εἶναι οἱ καρποὶ τῆς Βασιλείας αὐτῆς.»

Τὸ ἔθνος, στὸ ὁποῖο ἀναφέρεται ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι τὸ Ἑλληνικὸ ἔθνος. Ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες διαδεχθήκαμε τοὺς Ἰουδαίους καὶ γίναμε ὁ νέος περιούσιος λαὸς Του προσφέροντάς Του πλούσια καρποφορία ἀγαθῶν καὶ θεαρέστων ἔργων, δηλαδὴ πολυάριθμους ἁγίους. Αὐτὴ εἶναι μία ἀναντίρρητη πραγματικότητα καὶ δὲν πρέπει νὰ ἑρμηνεύεται ἐθνικιστικά. Ὁ Ἑλληνισμὸς ὡς πολιτισμός, ὡς τρόπος καὶ φιλοσοφία  ζωῆς, ξεκίνησε βέβαια ἀπὸ τὸν μικρότατο ἑλληνικὸ χῶρο, σύντομα ὅμως ἀπέκτησε παγκόσμιες διαστάσεις καὶ συνενούμενος καὶ μεταμορφούμενος μὲ τόν Χριστιανισμὸ ἔγινε ἡ Ρωμιοσύνη, ὁ Ἑλληνορθόδοξος Πολιτισμὸς τῆς Ρωμανίας, τοῦ Βυζαντίου. Ἡ Ρωμιοσύνη δὲ ἀποτέλεσε καὶ ἀποτελεῖ  μία ἀσφαλῆ ὁδό, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς καὶ στὴ θέωση.

Στὴν ἐποχή μας, δυστυχῶς, ἐμεῖς οἱ ἀπόγονοι τῶν παλαιῶν Ἑλλήνων βρισκόμαστε στὴν θέση τῶν Ἰουδαίων τῆς ἐποχῆς τοῦ Χριστοῦ. Ἔχουμε περιφρονήσει τὸν Χριστὸ καὶ ἐν πολλοῖς ζοῦμε ἄθεα καὶ ὑβριστικά, μὲ τὴν ἀρχαία ἔννοια τῆς λέξεως «ὕβρις». Καθημερινὰ παροργίζουμε τὸν Θεὸ μὲ λόγους καὶ πράξεις ἁμαρτίας καὶ ἔχουμε σχεδὸν τυφλωθεῖ πνευματικά. Γιὰ νὰ μὴν ἀκούσουμε, λοιπὸν, αὐτὸν τὸν φοβερὸ λόγο: «Ἀρθήσεται ἀφ’ ἠμῶν ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ», ἂς προσπαθήσουμε νὰ μετανοήσουμε, ὅπως οἱ Νινευίτες, μήπως καὶ μᾶς ἐλεήσει ὁ Θεός. Ὁ καθένας μας ἂς φροντίσει νὰ ἐπιστρέψει συνειδητὰ στὴν Ἐκκλησία καὶ ἔτσι ὁ Θεὸς βλέποντας τὰ ἔργα τῆς μετανοίας μας θὰ μᾶς λυπηθεῖ καὶ θὰ μᾶς σώσει, γιατί δὲν θέλει τὸν θάνατο τοῦ ἁμαρτωλοῦ «ὡς τὸ ἐπιστρέψαι καὶ ζῆν αὐτόν». Καὶ ἡ Ἑλλάδα μας, ἡ μισοπεθαμένη, ἡ τόσο ταπεινωμένη καὶ ἀπογυμνωμένη τώρα, ὄχι μόνο θὰ ξανασταθεῖ στὰ πόδια της, ἀλλὰ καὶ θὰ μεγαλυνθεῖ καὶ θὰ δοξασθεῖ «ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίω ἠμῶν». Ἀμήν, γένοιτο!


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ