Κυριακή
24 Ιανουαρίου

Ξένης οσίας, Βαβύλα ιερομάρτυρος, Μακεδονίου

TheioKirigma

Ἀριθμός  43

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΛΟΥΚΑ

(Λουκ. ιστ΄19 - 31)

 1 Νοεμβρίου 2020

*

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ

Εἶπεν ὁ Κύριος· ῎Ανθρωπος τις ἦν πλούσιος, καὶ ἐνεδιδύσκετο πορφύραν καὶ βύσσον εὐφραινόμενος καθ᾽ ἡμέραν λαμπρῶς. Πτωχὸς δέ τις ἦν, ὀνόματι Λάζαρος, ὃς ἐβέβλητο πρὸς τὸν πυλῶνα αὐτοῦ ἡλκωμένος καὶ ἐπιθυμῶν χορτασθῆναι ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τοῦ πλουσίου· ἀλλὰ καὶ οἱ κύνες ἐρχόμενοι ἀπέλειχον τὰ ἕλκη αὐτοῦ. Ἐγένετο δὲ ἀποθανεῖν τὸν πτωχὸν καὶ ἀπενεχθῆναι αὐτὸν ὑπὸ τῶν Ἀγγέλων εἰς τὸν κόλπον τοῦ ᾽Αβραάμ. Ἀπέθανε δὲ καὶ ὁ πλούσιος, καὶ ἐτάφη. Καὶ ἐν τῷ ᾅδῃ ἐπάρας τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ, ὑπάρχων ἐν βασάνοις, ὁρᾷ τὸν ᾽Αβραὰμ ἀπὸ μακρόθεν καὶ Λάζαρον ἐν τοῖς κόλποις αὐτοῦ. Καὶ αὐτὸς φωνήσας εἶπε΄ Πάτερ ᾽Αβραάμ, ἐλέησόν με καὶ πέμψον Λάζαρον ἵνα βάψῃ τὸ ἄκρον τοῦ δακτύλου αὐτοῦ ὕδατος, καὶ καταψύξῃ τὴν γλῶσσάν μου΄ ὅτι ὀδυνῶμαι ἐν τῇ φλογὶ ταύτῃ. Εἶπεν δὲ ᾽Αβραάμ΄ Τέκνον, μνήσθητι ὅτι ἀπέλαβες τὰ ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωῇ σου, καὶ Λάζαρος ὁμοίως τὰ κακά· νῦν δὲ ὧδε παρακαλεῖται σὺ δὲ ὀδυνᾶσαι. Καὶ ἐπὶ πᾶσι τούτοις μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν χάσμα μέγα ἐστήρικται, ὅπως οἱ θέλοντες διαβῆναι ἔνθεν πρὸς ὑμᾶς μὴ δύνωνται, μηδὲ οἱ ἐκεῖθεν πρὸς ἡμᾶς διαπερῶσιν. Εἶπε δέ΄ ᾽Ερωτῶ οὖν σε, Πάτερ, ἵνα πέμψῃς αὐτὸν εἰς τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου΄ ἔχω γὰρ πέντε ἀδελφούς, ὅπως διαμαρτύρηται αὐτοῖς, ἵνα μὴ καὶ αὐτοὶ ἔλθωσιν εἰς τὸν τόπον τοῦτον τῆς βασάνου. Λέγει αὐτῷ ᾽Αβραάμ΄ ῎Εχουσι Μωσέα καὶ τοὺς Προφήτας· ἀκουσάτωσαν αὐτῶν. Ὁ δὲ εἶπεν΄ Οὐχί, πάτερ ᾽Αβραάμ, ἀλλ᾽ ἐάν τις ἀπὸ νεκρῶν πορευθῇ πρὸς αὐτοὺς μετανοήσουσιν. Εἶπεν δὲ αὐτῷ, Εἰ Μωϋσέως καὶ τῶν Προφητῶν οὐκ ἀκούουσιν, οὐδ᾽ ἐάν τις ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ πεισθήσονται.

ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ

Οἱ κοινωνικὲς διαφορὲς πάντοτε χαρακτήριζαν τὴν ἀνθρώπινη κοινωνία, ἄλλοτε σὲ μεγαλύτερο, ἄλλοτε σὲ μικρότερο βαθμό. Ἰδιαίτερα στὴν ἐποχή μας, ἐποχὴ μεγάλων ἀνισοτήτων καὶ διαφοροποιήσεων, τὸ χάσμα μεταξὺ τῶν ὀλίγων πλουσίων καὶ τῶν πάρα πολλῶν φτωχῶν διευρύνεται συνέχεια, δημιουργώντας τὶς προϋποθέσεις γιὰ κοινωνικὲς ἐκρήξεις, σὰν αὐτὲς ποὺ ἔλαβαν χώρα τοὺς προηγούμενους αἰῶνες τῆς ἱστορίας. Μὲ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ πρόβλημα τῆς ἀντίθεσης ἀνάμεσα στὸν πλοῦτο καὶ στὴ φτώχεια ἀπὸ μία διαφορετική, πνευματική, σκοπιὰ ἀσχολεῖται ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή.

Ὑπῆρχε κάποτε ἕνας ἄνθρωπος πλούσιος, ὁ ὁποῖος ντυνόταν μὲ πολυτελῆ ἐνδυμασία, μὲ κόκκινο, πορφυρό, μάλλινο ἐπανωφόρι καὶ λευκό, λεπτοΰφαντο χιτώνα, καὶ διασκέδαζε καθημερινὰ σὲ πλούσια συμπόσια. Στὴν πύλη τοῦ ἀρχοντικοῦ τοῦ πλουσίου καθόταν παραπεταγμένος ἕνας φτωχὸς ἄνθρωπος, ποὺ ὀνομαζόταν Λάζαρος, γεμάτος πληγές, καὶ προσπαθοῦσε νὰ χορτάσει ἀπὸ τὰ ψίχουλα ποὺ ἔπεφταν ἀπὸ τὸ τραπέζι τοῦ πλουσίου. Καὶ ἔρχονταν τὰ σκυλιὰ καὶ ἔγλυφαν τὶς πληγές του. Πόσο ἐλεεινὴ καὶ ἀξιοθρήνητη εἰκόνα! Καὶ πόσο μεγάλη ἀντίθεση ἀνάμεσα στοὺς δύο ἀνθρώπους! Ὁ ἕνας νὰ ζεῖ σὰν βασιλιὰς μέσα στὰ πλούτη, στὶς ἡδονὲς καὶ στὴ δόξα, νὰ ζεῖ ἕναν ἐπίγειο παράδεισο χωρὶς δυσκολίες καὶ στενοχώριες, καὶ ὁ ἄλλος νὰ ζεῖ χειρότερα καὶ ἀπὸ ζῶο, μέσα στὴν ἀκραία φτώχεια, μέσα στὴν πεῖνα, στὴ βρῶμα καὶ στὴν ἀρρώστια… Ἡ ἀντίθεση ἀνάμεσα στοὺς δύο ἀνθρώπους ἑστιάζεται ἐπίσης καὶ στὴν συμπεριφορά τους, τὴν ὁποία ὁ Χριστός μας, ὁ δημιουργός τῆς παραβολῆς αὐτῆς, δὲν τὴν ἀναφέρει, οὔτε τὴν σχολιάζει, ἀλλὰ ἀφήνει τὸν ἀκροατὴ εὔκολα νὰ τὴν ἐννοήσει. Ὁ μὲν πλούσιος εἶναι ἀδιάφορος καὶ σκληρόκαρδος, οὔτε κἄν ρίχνει μία ματιὰ στὸν ταλαίπωρο ἄνθρωπο πού κείτεται μπροστὰ στὴν πόρτα του, δὲν τοῦ δίνει οὔτε ἕνα ξεροκόμματο! Τί ἀξία ἔχει γιὰ ἕναν πλούσιο ἕνα πιάτο φαγητό; Καμία! Καὶ ὅμως, αὐτὸ τὸ ἐλάχιστο μερίδιο τροφῆς τὸ ἀρνεῖται στὸν φτωχό, ὄχι τόσο ἀπὸ τσιγγουνιά, ὅσο ἀπὸ πλήρη ἀδιαφορία. Ὁ ἄλλος ἄνθρωπος, ὁ πλησίον ὅπως λέγει ὁ Χριστός, ὅταν εἶναι ἀναγκεμένος καὶ στερεῖται ἀκόμη καὶ τὰ στοιχειώδη γιὰ τὴ ζωή του, εἶναι σὰν νὰ μὴν ὑπάρχει μπροστὰ στὰ μάτια τοῦ πλουσίου. Εἶναι γιὰ τὸν πλούσιο ἕνας κανένας, ἕνας μὴ ἄνθρωπος, μία ἀνύπαρκτη ὕπαρξη! Καὶ πάλι καλὰ ποὺ τὸν ἀνέχεται νὰ κάθεται πλάι στὴν μεγαλόπρεπη πύλη τοῦ ἀνακτόρου του καὶ δὲν τὸν ἀποδιώχνει σὰν παλιόσκυλο, γιὰ νὰ μὴν χαλάει τὴν αἰσθητική του ἀπόλαυση. Ἔχουμε, λοιπὸν, ἀπὸ τὴ μία τὴν ἀπόλυτη σκληροκαρδία καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη τὴν ἀπόλυτη ὑπομονή. Γιατί ὁ φτωχὸς Λάζαρος ὑπομένει τὸ καθημερινὸ βασανιστήριο τῆς φτώχειας, τῆς πείνας καὶ τῆς ἀρρώστιας μὲ ἀπίστευτη καρτερία, χωρὶς νὰ βγάλει ἀπὸ τὸ στόμα του τὸ παραμικρὸ παράπονο ἢ γογγυσμὸ ἐναντίον τοῦ Θεοῦ. Ὁ Λάζαρος, σὰν ἄλλος Ἰώβ, ὑπομένει τὴν ἄθλια ζωή του, δὲν παραπονεῖται, δὲν θυμώνει, δὲν ἐναντιώνεται οὔτε στὸν Θεό, οὔτε στὸν πλούσιο, δὲν ἐπαναστατεῖ, δὲν καταριέται, δὲν κάνει τίποτε ἀπολύτως, ἁπλῶς ὑπομένει τὸν ἀβάσταχτο πόνο του. Ὅσο μαρτυρικὴ κι ἂν εἶναι ἡ ζωή του, λόγος κακὸς δὲν βγαίνει ἀπὸ τὰ χείλη του! Εἶναι ἕνας μάρτυρας τῆς καθημερινῆς ζωῆς, μὲ ἀπίστευτη ταπείνωση καὶ μεγαλοψυχία. Γιατί μόνο μὲ αὐτὲς τὶς ἀρετὲς μπορεῖ κάποιος νὰ ἀντέξει ἕνα τόσο μεγάλο καὶ φρικτὸ σταυρό.

Τίποτε, ὅμως, σὲ αὐτὸν τὸν κόσμο δὲν μένει παντοτινὸ καὶ ἀναλλοίωτο. Ἔρχεται ὁ θάνατος, ὁ μεγαλύτερος δημοκράτης, ὅπως εὔστοχα εἶχε πεῖ κάποιος, ὁ ἀδυσώπητος ἀναιρέτης τῶν ἐγκόσμιων διαφορῶν, καὶ τότε τὰ πράγματα ἀλλάζουν ριζικά. Ἀρχίζει μία νέα, αἰώνια ζωή, κατὰ τὴν ὁποία ἀποδίδεται ἡ τέλεια δικαιοσύνη καὶ ὅλοι ἀνεξαιρέτως δικάζονται καὶ ἀνταμείβονται ἢ καταδικάζονται ἀνάλογα μὲ τὶς πράξεις τους. Πολλοὶ ἀπορρίπτουν τὴν πίστη στὴ μετὰ θάνατον ζωὴ μέσα σὲ ἕνα γενικότερο πλαίσιο ἀθεΐας καὶ ὑλισμοῦ, ὁ ὁποῖος τοὺς τυφλώνει καὶ τοὺς παροτρύνει νὰ "γλεντήσουν τὴ ζωή τους" σὰν νὰ μὴν ὑπάρχει αὔριο. Αὐτοὶ εἶναι οἱ ὀπαδοὶ τοῦ "φάγωμεν, πίωμεν, αὔριον γὰρ ἀποθνήσκωμεν", εἶναι αὐτοὶ ποὺ ἔχουν ὡς ὑπέρτατο στόχο τους τὴν μέγιστη καθημερινὴ ἀπόλαυση χωρὶς φραγμοὺς καὶ περιορισμούς. Τυφλωμένοι ἀπὸ τὰ πάθη τους δὲν λογαριάζουν καμία ἠθικὴ ἀρχὴ θέτοντας ὡς προτεραιότητά τους τὸν εὐδαιμονισμό. Φθάνει, ὅμως, ἀργὰ ἢ γρήγορα ἡ φοβερὴ ὥρα τοῦ θανάτου καὶ τὸ τέλος τους εἶναι τραγικό.

Ὁ φτωχὸς Λάζαρος πεθαίνει καὶ τὴν ψυχὴ του τὴν παραλαμβάνουν Ἄγγελοι, γιὰ νὰ τὴν ὁδηγήσουν στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Ἀβραάμ, δηλαδὴ στὴν αἰώνια ἀνάπαυση τοῦ Παραδείσου. Τὰ βάσανά του ἔλαβαν τέλος καὶ τώρα ἀπολαμβάνει τὴν εὐφροσύνη καὶ τὴν ἀγαλλίαση, ὡς ἀνταμοιβὴ τῆς ἀπέραντης ὑπομονῆς του. Πολλοὶ κάτω στὴν γῆ ποὺ τὸν ἤξεραν καὶ τὸν περιφρονοῦσαν τὸν ξέχασαν ἤδη, ἢ ἂν τὸν θυμοῦνται ἐλάχιστα, τὸν θυμοῦνται σὰν ἕνα ἐλεεινὸ πλάσμα ποὺ εὐτυχῶς ποὺ πέθανε καὶ κατέληξε στὴν "λύτρωση" τῆς ἀνυπαρξίας. Πόσο γελασμένοι εἶναι ὅλοι αὐτοί! Ὁ Λάζαρος ἀνήκει πλέον στὴν χορεία τῶν σεσωσμένων, εἶναι συνόμιλος τῶν ἁγίων καὶ τῶν ἀγγέλων καὶ ζεῖ αἰωνίως μέσα στὸ φῶς τοῦ Θεοῦ. Ἀντιθέτως ὁ πλούσιος μετὰ θάνατον βιώνει τὴν φρίκη τῆς Κόλασης. Πιθανότατα, ὅταν πέθανε, τοῦ ἔκαναν μία μεγαλοπρεπῆ κηδεία μὲ ὅλες τὶς τιμὲς ποὺ θὰ ἀναλογοῦσαν στὴν κοινωνική του θέση καὶ τὸν ἔθαψαν μέσα σὲ περίλαμπρο τάφο, ἔτσι ὥστε ὅλοι ὅσοι τὸν ἀντικρύζουν νὰ θυμοῦνται τὸν μεγάλο καὶ πλούσιο ἄρχοντα ποὺ κείτεται μέσα σὲ αὐτόν. Ὁ ἴδιος, ὅμως, βρίσκεται στὸν  ᾋδη καὶ βασανίζεται οἰκτρά. Παρακαλεῖ τὸν Ἀβραὰμ νὰ τὸν ἐλεήσει καὶ νὰ τοῦ στείλει τὸν Λάζαρο μὲ βρεγμένο τὸ δάκτυλό του, γιὰ νὰ δροσίσει τὴν γλῶσσα του, γιατί καίγεται μέσα στὴν φλόγα τῆς Κόλασης. Εἶναι, πραγματικὰ, συγκλονιστικὸ αὐτὸ ποὺ συμβαίνει. Ὁ πρώην παντοδύναμος πλούσιος, ποὺ δὲν καταδεχόταν νὰ κοιτάξει τὸν φτωχὸ Λάζαρο, τώρα ζητιανεύει ἀπὸ αὐτὸν μία σταγόνα νερό! Πόσο ἀντιστράφηκαν οἱ ὅροι! Ὁ πρώην ἄρχοντας τῆς γῆς τώρα βασανίζεται, ἐνῶ ὁ παραπεταμένος καὶ ὁ ἐξουδενωμένος τῆς γῆς τώρα ζεῖ βασιλικά!

Ἐδῶ πρέπει νὰ δώσουμε μία ἀπαραίτητη διευκρίνιση. Ὁ πλούσιος δὲν καταδικάζεται, ἐπειδὴ ἁπλῶς καὶ μόνο εἶναι πλούσιος, ἀλλὰ ἐπειδὴ ὁ πλοῦτος τὸν ἔκανε σκληρὸ καὶ ἀνάλγητο. Θὰ μποροῦσε νὰ χρησιμοποιήσει τὰ πλούτη του γιὰ ἐλεημοσύνες καὶ ποικίλες ἀγαθοεργίες, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ σωθεῖ ὡς καλὸς διαχειριστὴς τοῦ χαρίσματος τοῦ πλούτου ποὺ τοῦ ἔδωσε ὁ Θεός. Ἀπὸ τὴν ἄλλη ὁ φτωχὸς Λάζαρος δὲν σώζεται ἐξαιτίας τῆς φτώχειάς του καὶ μόνο, ἀλλὰ ἐξαιτίας τῆς ὑπομονῆς του καὶ τῆς ταπείνωσής του. Ἂν ὁ φτωχὸς Λάζαρος θύμωνε καὶ ἀγανακτοῦσε γιὰ "τὴν κακιά του τὴν τύχη", δηλαδὴ ἂν ἐναντιωνόταν στὸν Θεὸ καὶ τὸν κακολογοῦσε, θὰ κολαζόταν καὶ θὰ ἔχανε καὶ τὴν ἐπίγεια καὶ τὴν αἰώνια ζωή. Ἑπομένως, δὲν μᾶς σώζουν, οὔτε μᾶς κολάζουν τὰ ὑλικὰ ἀγαθά, εἴτε εἶναι πολλά, εἴτε εἶναι λίγα, ἀλλὰ τὴν μεταθανάτια κρίση ποὺ θὰ ὑποστοῦμε τὴν καθορίζουν ἡ διάθεση τῆς ψυχῆς μας ἀπέναντι σὲ αὐτά, τὸ πῶς τὰ διαχειριζόμαστε καὶ ὁ τρόπος ποὺ ἀντιμετωπίζουμε τὸν συνάνθρωπό μας στὶς ἀνάγκες του.

Ὁ Κύριός μας μὲ τὴν παραβολὴ αὐτὴ θέλει νὰ μᾶς ταρακουνήσει, νὰ πάψουμε νὰ ζοῦμε σὰν ὑπνωτισμένοι μέσα στὴν εὐμάρεια καὶ τὴν καλοπέραση, ἂν ἀνήκουμε κοινωνικὰ στὶς ἀνώτερες τάξεις. Θέλει νὰ δοῦμε γύρω μας τὶς ἀνάγκες τῶν φτωχῶν ἀδελφῶν μας, νὰ τοὺς σπλαχνιστοῦμε καὶ νὰ τοὺς συνδράμουμε μὲ κάθε τρόπο. Ἂν εἴμαστε φτωχότεροι καὶ μὲ δυσκολία τὰ βγάζουμε πέρα, ἂν βασανιζόμαστε καὶ ἀπὸ φτώχεια καὶ ἀπὸ ἀσθένειες, νὰ μὴν ὀλιγοψυχήσουμε, νὰ μὴν βαρυγκωμήσουμε, ἀλλὰ νὰ ὑπομένουμε μὲ γενναιότητα ψυχῆς, ἀποβλέποντας στὴν βέβαιη ἀνταπόδοση καὶ στὴν ἐπιβράβευσή μας ἀπὸ τὸν δίκαιο κριτή, τὸν Χριστό, στὴν Οὐράνια Βασιλεία Του, στὴν ὁποία εἴθε ὅλοι νὰ ἀξιωθοῦμε νὰ εἰσέλθουμε! Ἀμήν,  γένοιτο!


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ