Δευτέρα
19 Απριλίου

Πανφουτίου ιερομάρτυρος

TheioKirigma

Ἀριθμός  45

ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ ΛΟΥΚΑ

(Λουκ. ι΄25 - 37)

 15 Νοεμβρίου 2020

*

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, νομικός τις προσῆλθε τῷ Ἰησοῦ ἐκπειράζων αὐτὸν καὶ λέγων· διδάσκαλε, τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω; 26 ὁ δὲ εἶπε πρὸς αὐτόν· ἐν τῷ νόμῳ τί γέγραπται; πῶς ἀναγινώσκεις; 27 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου, καὶ τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν· 28 εἶπε δὲ αὐτῷ· ὀρθῶς ἀπεκρίθης· τοῦτο ποίει καὶ ζήσῃ. 29 ὁ δὲ θέλων δικαιοῦν ἑαυτὸν εἶπε πρὸς τὸν Ἰησοῦν· καὶ τίς ἐστί μου πλησίον; 30 ὑπολαβὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· ἄνθρωπός τις κατέβαινεν ἀπὸ Ἱερουσαλὴμ εἰς Ἱεριχώ, καὶ λῃσταῖς περιέπεσεν· οἳ καὶ ἐκδύσαντες αὐτὸν καὶ πληγὰς ἐπιθέντες ἀπῆλθον ἀφέντες ἡμιθανῆ τυγχάνοντα. 31 κατὰ συγκυρίαν δὲ ἱερεύς τις κατέβαινεν ἐν τῇ ὁδῷ ἐκείνῃ, καὶ ἰδὼν αὐτὸν ἀντιπαρῆλθεν. 32 ὁμοίως δὲ καὶ Λευΐτης γενόμενος κατὰ τὸν τόπον, ἐλθὼν καὶ ἰδὼν ἀντιπαρῆλθε. 33 Σαμαρείτης δέ τις ὁδεύων ἦλθε κατ᾿ αὐτόν, καὶ ἰδὼν αὐτὸν ἐσπλαγχνίσθη, 34 καὶ προσελθὼν κατέδησε τὰ τραύματα αὐτοῦ ἐπιχέων ἔλαιον καὶ οἶνον, ἐπιβιβάσας δὲ αὐτὸν ἐπὶ τὸ ἴδιον κτῆνος ἤγαγεν αὐτὸν εἰς πανδοχεῖον καὶ ἐπεμελήθη αὐτοῦ· 35 καὶ ἐπὶ τὴν αὔριον ἐξελθών, ἐκβαλὼν δύο δηνάρια ἔδωκε τῷ πανδοχεῖ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἐπιμελήθητι αὐτοῦ, καὶ ὅ,τι ἂν προσδαπανήσῃς, ἐγὼ ἐν τῷ ἐπανέρχεσθαί με ἀποδώσω σοι. 36 τίς οὖν τούτων τῶν τριῶν πλησίον δοκεῖ σοι γεγονέναι τοῦ ἐμπεσόντος εἰς τοὺς λῃστάς; 37 ὁ δὲ εἶπεν· ὁ ποιήσας τὸ ἔλεος μετ᾿ αὐτοῦ. εἶπεν οὖν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· πορεύου καὶ σὺ ποίει ὁμοίως.

ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ

Δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερη ἀγάπη ἀπὸ αὐτὴν ποὺ τρέφει ὁ Θεὸς Πατέρας γιὰ τὰ πλάσματά Του. Καὶ εἶναι τόσο μεγάλη αὐτὴ ἡ ἀγάπη, τόσο ἀσύλληπτη, πέρα ἀπὸ κάθε ἀνθρώπινο μέτρο καὶ ὅριο, ὥστε ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, γιὰ νὰ τὴν περιγράψει καὶ νὰ τὴν κατανοήσουμε, ἔστω καὶ ἐλάχιστα, χρησιμοποιεῖ τὴν παραβολὴ τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτου, τὴν ὁποία ἀκούσαμε στὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα.

Ἔρχεται κοντὰ στὸν Χριστὸ ἕνας νομοδιδάσκαλος καί, γιὰ νὰ Τὸν πειράξει, τὸν ἐρωτᾶ τί θὰ ἔπρεπε νὰ κάνει στὴν ζωή του, γιὰ νὰ κληρονομήσει τὴν αἰώνια ζωή. Τὸ ἐρώτημα εἶναι πάρα πολὺ σημαντικὸ καὶ ὁ Χριστός, παρὰ τὴν περιπαικτικὴ διάθεση τοῦ νομικοῦ αὐτοῦ, δὲν τὸν περιφρονεῖ. Τὸν ἐρωτᾶ ποιὰ εἶναι ἡ ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα αὐτὸ σύμφωνα μὲ τὸν μωσαϊκὸ νόμο καὶ αὐτὸς σωστὰ ἀπαντᾶ ὅτι γιὰ νὰ σωθεῖ κάποιος πρέπει νὰ ἀγαπήσει τὸν Κύριο καὶ Θεό του μὲ ὅλη τὴν καρδιά του, μὲ ὅλη τὴν ψυχή του, μὲ ὅλη τὴν δύναμή του, μὲ ὅλη τὴν διάνοιά του καὶ ἐπίσης νὰ ἀγαπήσει τὸν πλησίον του σὰν τὸν ἑαυτό του. Ξεκάθαρη ἀπάντηση ποὺ δὲν ἐπιδέχεται παρερμηνεία. Πρῶτα θὰ ἀγαπήσεις τὸν Θεὸ ὁλοκληρωτικὰ καὶ ὕστερα τὸν συνάνθρωπό σου, ὅσο περισσότερο μπορεῖς. Ὁ νομικὸς, ὅμως, πού ἔχει ντροπιαστεῖ ἀπὸ τὸ εὔκολο ἐρώτημα πού ἔθεσε, ἐρωτᾶ ἐπιπλέον: «Ποιὸς εἶναι ὁ πλησίον μου, ὁ συνάνθρωπός μου, τὸν ὁποῖο πρέπει νὰ ἀγαπῶ σὰν τὸν ἑαυτό μου;» Ἔτσι, λοιπὸν, ὁ Χριστὸς λαμβάνει ἀφορμὴ καὶ ἀναπτύσσει τὴν περίφημη αὐτὴ  παραβολή.

Κάποιος ἄνθρωπος ποὺ κατέβαινε ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλὴμ στὴν Ἱεριχώ ἔπεσε σὲ ἐνέδρα ληστῶν, οἱ ὁποῖοι τὸν γύμνωσαν, τὸν χτύπησαν καὶ τὸν ἄφησαν μισοπεθαμένο. Κατὰ σύμπτωση, περνοῦσε ἀπὸ τὸν ἴδιο δρόμο ἕνας ἱερέας, ὁ ὁποῖος μόλις εἶδε τὸν χτυπημένο ἄνθρωπο, ἀπομακρύνθηκε ἀμέσως χωρὶς νὰ βοηθήσει. Τὸ ἴδιο δὲν βοήθησε καθόλου καὶ ἕνας Λευίτης ποὺ πέρασε ἀπὸ ἐκεῖ. Ἕνας Σαμαρείτης, ὅμως, ποὺ βάδιζε στὸν δρόμο ἐκεῖνο, εἶδε τὸν πεσμένο ἄνθρωπο καὶ τὸν λυπήθηκε. Σταμάτησε, ἦρθε κοντά του, ἔδεσε τὶς πληγές του, ἀφοῦ πρῶτα ἔχυσε σὲ αὐτὲς κρασὶ καὶ λάδι, τὸν σήκωσε καὶ τὸν ἔβαλε πάνω στὸ ζῶο του,  τὸν μετέφερε σὲ ἕνα πανδοχεῖο καὶ τὸν περιποιήθηκε ὅπως ἔπρεπε. Τὴν ἄλλη μέρα βρῆκε τὸν ξενοδόχο, ἔβγαλε δύο δηνάρια, τοῦ τὰ ἔδωσε, τοῦ εἶπε νὰ τὸν φροντίσει καὶ  ὅ,τι παραπάνω θὰ ξόδευε ἐκεῖνος θὰ τὸν ἐξοφλοῦσε στὴν ἐπάνοδό του. Ἐρωτᾶ, λοιπὸν, ὁ Χριστός μας τὸν σοφὸ νομοδιδάσκαλο τοῦ Ἰσραήλ: «Ποιὸς ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς τρεῖς θεωρεῖς ὅτι ἀποδείχθηκε πλησίον καὶ ἀδελφὸς γιὰ ἐκεῖνον τὸν ἄνθρωπο πού ἔπεσε στὰ χέρια τῶν ληστῶν;» «Αὐτὸς ποὺ τὸν  συμπόνεσε καὶ ἔκανε ἔλεος», ἀπαντᾶ ὁ νομικός. Καὶ ὁ Χριστὸς τοῦ λέγει: «Πήγαινε καὶ ἐσὺ κᾶάνε τὸ ἴδιο!»

Ἡ ὅλη ἱστορία στρέφεται γύρω ἀπὸ ἕναν ταλαίπωρο ἄνθρωπο, θῦμα ληστρικῆς κακοποίησης, καὶ τὴν ἐντελῶς διαφορετικὴ ἀντιμετώπισή του ἀπὸ τρεῖς ἀνθρώπους, τοὺς δύο Ἰουδαίους ἱερωμένους καὶ τὸν Σαμαρείτη. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς χωρὶς βοήθεια θὰ πέθαινε ἐκεῖ στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου. Δὲν μποροῦσε οὔτε νὰ περπατήσει, οὔτε νὰ μιλήσει, εἶχε ἀπόλυτη ἀνάγκη ἀπὸ ἕναν ἄνθρωπο νὰ τὸν συνδράμει μὲ ὁποιονδήποτε τρόπο, ἔστω καὶ στοιχειωδῶς. Πόσο, λοιπὸν, ἀπίστευτα ἀπάνθρωπο ἦταν αὐτὸ ποὺ ἔκαναν οἱ δύο Ἰουδαῖοι, καὶ μάλιστα ὄχι τυχαῖοι, ἀλλὰ κατ’ ἐπάγγελμα ὑπηρέτες τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου, τὸ νὰ ἐγκαταλείψουν ἐντελῶς ἀβοήθητο τὸν μισοπεθαμένο, νὰ τὸν δοῦν καὶ νὰ περάσουν ἀπὸ δίπλα του σάν νὰ μὴν τὸν εἶδαν ποτέ; Μὲ τὴν συμπεριφορὰ τους αὐτὴ ἀποδεικνύονται χειρότεροι καὶ ἀπὸ τοὺς ληστές. Γιατί οἱ κακοποιοί, ζώντας μέσα στὴν ἀμάθεια καὶ τὴν βαρβαρότητα, σὰν ἄγρια θηρία, ἀγνοοῦν τὸν Νόμο τοῦ Θεοῦ, ποὺ προστάζει «οὐ κλέψεις», ἐνῶ ὁ ἱερέας καὶ ὁ Λευϊτης εἶναι πεπαιδευμένοι, τὸν γνωρίζουν τὸν Νόμο πολὺ καλά, ἀλλὰ δὲν τὸν ἐφαρμόζουν. Σίγουρα ἔχουν ἀκούσει τὸ «ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν», ὅπως καὶ τὸ «ἔλεον θέλω καὶ οὐ θυσίαν». «Θέλω ἀγάπη γιὰ τὸν συνάνθρωπο», δίνει ἐντολὴ ὁ Θεός, «Δὲν θέλω ξερὲς ἱεροπραξίες, τυπικὰ ἐπαναλαμβανόμενες,  χωρὶς ἀγάπη». Οἱ ἱερωμένοι ἔδωσαν ἐξετάσεις στὸ κορυφαῖο μάθημα, ποὺ εἶναι ἡ ἀγάπη, καὶ ἀπέτυχαν παταγωδῶς. Φάνηκαν ἀνάξιοι ὑπηρέτες τοῦ Θεοῦ, γιὰ αὐτὸν τὸν λόγο καὶ ἀπερρίφθησαν.

Ἀντίθετα, ἕνας ἀλλοεθνὴς Σαμαρείτης, περιφρονημένος ἀπὸ τοὺς ὑπερόπτες Ἰουδαίους, γίνεται πλησίον γιὰ τὸν πληγιασμένο ἄνθρωπο καὶ περνάει τὶς ἐξετάσεις τῆς ἀγάπης μὲ ἄριστα. Καὶ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ γίνει διαφορετικά, γιατί αὐτὸς ὁ καλὸς Σαμαρείτης εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, ὁ ὁποῖος ἔμμεσα μᾶς παραδίδει τὸ μεγάλο μάθημα στὸ ὁποῖο κατ’ ἐξοχὴν εἰδικεύεται, αὐτὸ τῆς τελείας ἀγάπης. Ὁ Χριστός μας, ὁ ἐνανθρωπήσας Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἂν καὶ κατατρεγμένος, ἀποδιωγμένος, ὑβρισμένος ἀπὸ τὸ θρησκευτικὸ κατεστημένο τῶν Ἰουδαίων τῆς ἐποχῆς Του, σπλαχνίζεται τὸν πεσμένο ἄνθρωπο, τὸν καταδυναστευόμενο ἀπὸ τοὺς ληστὲς-δαίμονες, τὸν προσεγγίζει, περιποιεῖται τὰ τραύματά του, ξεπλένει τὶς ἁμαρτίες του μὲ τὸ λάδι τοῦ βαπτίσματος καὶ μὲ τὸ κρασί, δηλαδὴ τὸ Τίμιο Αἷμά Του,  καὶ τὸν μεταφέρει στὸ πανδοχεῖο καὶ νοσοκομεῖο, ποὺ εἶναι ἡ Ἐκκλησία Του. Ἐκεῖ ὁ ἄνθρωπος θὰ βρεῖ τὴν ὁριστικὴ καὶ διαρκῆ θεραπεία, μὲ τὴν βοήθεια τῶν πανδοχέων, τῶν ἱερέων καὶ τῶν ἄλλων ὑπηρετῶν Του, καὶ τὰ ἔξοδα τῆς νοσηλείας τὰ πληρώνει ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Δίνει πρῶτα τὰ δύο δηνάρια, μία προκαταβολὴ τῆς Χάριτός Του στὴν παροῦσα ζωή, καὶ κατὰ τὴν ἐπάνοδό Του, δηλαδὴ κατὰ τὴν Δευτέρα καὶ Ἔνδοξη Παρουσία Του, θὰ ἀποδώσει πλήρη τὸν μισθὸ στοὺς πρόθυμους ὑπηρέτες Του.

Ὅλα τὰ παραπάνω τὰ διηγεῖται ὁ Χριστός μας, γιὰ νὰ μᾶς πεῖ τί πρέπει νὰ κάνουμε καθημερινὰ στοὺς πάσχοντες καὶ φτωχοὺς ἀδελφούς μας. Τὸ ζητούμενο εἶναι ἡ ἔμπρακτη ἀγάπη, ἡ φιλανθρωπία ποὺ ξεπηγάζει ἀπὸ τὴν καρδιά μας καὶ μετουσιώνεται σὲ πράξεις. Παντοῦ γύρω μας ὑπάρχουν πονεμένοι ἄνθρωποι μὲ πολλὰ καὶ ποικίλα προβλήματα, ὄχι μόνο οἰκονομικά, ποὺ κραυγάζουν σιωπηλὰ ἀποζητώντας εὔσπλαχνα μάτια καὶ χέρια, γιὰ νὰ τοὺς βοηθήσουν. Δὲν πρέπει νὰ τοὺς τὰ ἀρνηθοῦμε, οὔτε νὰ ἐπιδεικνύουμε τραγικὴ καὶ δαιμονικὴ ἀδιαφορία, ὅπως ἔκαναν ὁ Ἱερέας καὶ ὁ Λευίτης τῆς παραβολῆς. Δυστυχῶς, ἂν καὶ λεγόμαστε Χριστιανοί, πολλὰ ὡραῖα λόγια λέμε γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ τὴν ἀγάπη Του, ἐλάχιστα ὅμως πράττουμε, γιὰ νὰ δικαιολογήσουμε τὴν χριστιανική μας ἰδιότητα. Συμβαίνει δὲ καὶ τὸ φοβερό, ἐμεῖς ποὺ πηγαίνουμε ἐκκλησία καὶ ἀκοῦμε συνέχεια κηρύγματα περὶ ἀγάπης, νὰ εἴμαστε σκληρότεροι καὶ περισσότερο ἀνάλγητοι ἀπὸ κάποιους λεγόμενους κοσμικοὺς καὶ ἐκτὸς ἐκκλησίας ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι πολλὲς φορὲς συμβαίνει νὰ ἔχουν μία ἔμφυτη φιλάνθρωπη διάθεση  καὶ καλοσύνη.    

Κάθε μέρα μποροῦμε νὰ κάνουμε ἀγάπη, νὰ προσφέρουμε ἁπλόχερα τὴν βοήθειά μας σὲ ἀνθρώπους γνωστοὺς καὶ ἄγνωστους ἀδιακρίτως, μποροῦμε νὰ γκρεμίζουμε τὰ τείχη τῆς ἐγωιστικῆς αὐτάρκειας καὶ φιλαυτίας μας, νὰ ἀνοιγόμαστε στὸν ἄλλο, τὸν πλησίον μας, μετατρέποντας τὴν κοινωνία μας σὲ παράδεισο. Γιατί ὅπου ἀνθίζει ἡ ἀγάπη, βασιλεύει ὁ Χριστὸς καὶ αὐτὸ εἶναι ὁ παράδεισος. Ἂς ἔχουμε πάντοτε στὰ αὐτιά μας τὴν παραίνεση τοῦ Χριστοῦ μας: «Πορεύου καὶ σὺ ποίει ὁμοίως». Ἂς ἀγωνιζόμαστε νὰ γίνουμε καὶ ἐμεῖς καλοὶ Σαμαρεῖτες σκορπώντας παντοῦ τὴν καλοσύνη καὶ τὴν ἀγάπη, νὰ ποθήσουμε νὰ μιμηθοῦμε τὸν Χριστό μας, ὅσο μᾶς εἶναι δυνατόν, στὴν θυσιαστικὴ ἀγάπη καὶ ἔτσι θὰ γευόμαστε τὸν παράδεισο ἀπὸ αὐτὴ τὴν ζωή! Ἀμήν, γένοιτο!


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ