Κυριακή
24 Ιανουαρίου

Ξένης οσίας, Βαβύλα ιερομάρτυρος, Μακεδονίου

TheioKirigma

Ἀριθμός  49

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ΄ ΛΟΥΚΑ

(Λουκ. ιδ΄ 16 - 24, Ματθ. κβ’ 14)

 13 Δεκεμβρίου 2020

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ

Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· ῎Ανθρωπός τις ἐποίησε δεῖπνον μέγα καὶ ἐκάλεσε πολλούς· καὶ ἀπέστειλε τὸν δοῦλον αὐτοῦ τῇ ὥρᾳ τοῦ δείπνου εἰπεῖν τοῖς κεκλημένοις· ῎Ερχεσθε, ὅτι ἤδη ἕτοιμά ἐστι πάντα. Καὶ ἤρξαντο ἀπὸ μιᾶς παραιτεῖσθαι πάντες. ῾Ο πρῶτος εἶπεν αὐτῷ· ᾿Αγρὸν ἠγόρασα, καὶ ἔχω ἀνάγκην ἐξελθεῖν καὶ ἰδεῖν αὐτόν· ἐρωτῶ σε, ἔχε με παρῃτημένον. Καὶ ἕτερος εἶπε· Ζεύγη βοῶν ἠγόρασα πέντε, καὶ πορεύομαι δοκιμάσαι αὐτά· ἐρωτῶ σε, ἔχε με παρῃτημένον. Καὶ ἕτερος εἶπε· Γυναῖκα ἔγημα, καὶ διὰ τοῦτο οὐ δύναμαι ἐλθεῖν. Καὶ παραγενόμενος ὁ δοῦλος ἐκεῖνος ἀπήγγειλε τῷ κυρίῳ αὐτοῦ ταῦτα. Τότε ὀργισθεὶς ὁ οἰκοδεσπότης εἶπε τῷ δούλῳ αὐτοῦ· ῎Εξελθε ταχέως εἰς τὰς πλατείας καὶ ῥύμας τῆς πόλεως, καὶ τοὺς πτωχοὺς καὶ ἀναπήρους καὶ χωλοὺς καὶ τυφλοὺς εἰσάγαγε ὧδε. Καὶ εἶπεν ὁ δοῦλος· Κύριε, γέγονεν ὡς ἐπέταξας, καὶ ἔτι τόπος ἐστί. Καὶ εἶπεν ὁ κύριος πρὸς τὸν δοῦλον· ῎Εξελθε εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ φραγμοὺς καὶ ἀνάγκασον εἰσελθεῖν, ἵνα γεμισθῇ ὁ οἶκός μου. Λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι οὐδεὶς τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων τῶν κεκλημένων γεύσεταί μου τοῦ δείπνου. Πολλοὶ γάρ εἰσι κλητοί, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί.

ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ

Ἂς ὑποθέσουμε ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας μᾶς καλοῦσε νὰ παρευρεθοῦμε σὲ ἕνα ἐπίσημο δεῖπνο, τὸ ὁποῖο θὰ παρέθετε  ἀποκλειστικὰ γιὰ ἐμᾶς. Πῶς θὰ ἀντιδρούσαμε; Ἀρχικὰ θὰ νιώθαμε μεγάλη ἔκπληξη γιὰ τὴν ἀπρόσμενη τιμὴ ποὺ θὰ μᾶς γινόταν, ὕστερα θὰ χαιρόμασταν καὶ θὰ κάναμε τὴν καλύτερη δυνατὴ προετοιμασία γιὰ τὸ μεγάλο γεγονός. Ὅλη ἡ σκέψη μας καὶ ἡ καθημερινὴ δραστηριότητά μας θὰ περιστρεφόταν γύρω ἀπὸ τὴν πρόσκληση αὐτὴ καὶ θὰ προσπαθούσαμε νὰ ἀνταποκριθοῦμε ὅσο τὸ δυνατὸν καλύτερα σὲ αὐτήν. Καὶ τὴν ὥρα τοῦ δείπνου θὰ προσερχόμασταν στὸ Προεδρικὸ Μέγαρο μὲ τὴν πλέον ἐπίσημη ἐνδυμασία προσκομίζοντας καὶ ἕνα πολύτιμο δῶρο ὡς ἔνδειξη σεβασμοῦ καὶ εὐγνωμοσύνης.

Ἡ παραπάνω πρόσκληση εἶναι σχεδὸν βέβαιο ὅτι δὲν θὰ μᾶς ἔρθει ποτέ. Κανένας ἐπίγειος ἄρχοντας δὲν πρόκειται νὰ μᾶς καλέσει. Μᾶς καλεῖ ὅμως διαρκῶς ὁ ἴδιος ὁ Ὕψιστος Θεός, ὁ Βασιλεὺς τῶν βασιλευόντων καὶ ὁ Κύριος τῶν κυριευόντων. Αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν οὐράνια πρόσκληση περιγράφει ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς μὲ τὴν παραβολὴ τοῦ μεγάλου Δείπνου, τὴν ὁποία ἀκούσαμε στὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα. Ἦταν ἕνας ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἔκανε ἕνα δεῖπνο καὶ ἐκάλεσε πολλοὺς νὰ συμμετάσχουν σὲ αὐτό. Κατὰ τὴν ὥρα τοῦ δείπνου ἔστειλε τὸν δοῦλό Του νὰ πεῖ στοὺς καλεσμένους νὰ ἔρθουν, γιατί ὅλα εἶναι ἕτοιμα. Τότε ἄρχισαν οἱ προσκαλεσμένοι μὲ μία γνώμη νὰ μὴν ἀποδέχονται τὴν πρόσκληση. Ὁ πρῶτος εἶπε ὅτι ἀγόρασε χωράφι καὶ πρέπει νὰ πάει νὰ τὸ δεῖ. «Σὲ παρακαλῶ», τοῦ λέει, «θεώρησε μὲ δικαιολογημένο καὶ ἀπαλλαγμένο ἀπὸ τὴν ὑποχρέωση νὰ ἔρθω». Ὁ δεύτερος εἶπε ὅτι ἀγόρασε πέντε ζευγάρια βόδια καὶ πρέπει νὰ πάει νὰ τὰ δοκιμάσει. Γι’ αὐτὸ ἂς εἶναι δικαιολογημένη ἡ ἀπουσία του. Ὁ τρίτος εἶπε ὅτι παντρεύτηκε, γι’ αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ ἔρθει. Γύρισε, λοιπὸν, ὁ δοῦλος στὸ ἀρχοντικὸ καὶ διηγήθηκε στὸν κύριό του ὅσα τοῦ εἶπαν οἱ προσκαλεσμένοι. Ὀργίσθηκε τότε ὁ οἰκοδεσπότης καὶ εἶπε στὸν δοῦλό του νὰ βγεῖ ἔξω στὶς πλατεῖες καὶ στὰ δρομάκια τῆς πόλης καὶ νὰ φέρει στὸ δεῖπνο τοὺς φτωχούς, τοὺς ἀνάπηρους, τοὺς κουτσοὺς καὶ τοὺς τυφλούς. Αὐτὸ καὶ ἔκανε ὁ δοῦλος καὶ εἶπε στὸν κύριό του πὼς ἀκόμη ὑπάρχει τόπος καὶ γιὰ ἄλλους καλεσμένους. Τοῦ λέγει ὁ κύριός του νὰ βγεῖ καὶ ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη καὶ ὅσους θὰ βρεῖ στοὺς δρόμους καὶ στοὺς φράχτες τῶν κτημάτων, νὰ τοὺς ἀναγκάσει νὰ ἔρθουν, γιὰ νὰ γεμίσει τὸ σπίτι του. Καὶ κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, ποὺ ἀρχικὰ εἶχαν προσκληθεῖ γιὰ τὸ δεῖπνο, δὲν πρόκειται νὰ παρακαθήσει σὲ αὐτὸ καὶ νὰ τὸ γευθεῖ.

Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς παρομοιάζει τὸν Παράδεισο, τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, μὲ ἕνα ἐπίσημο καὶ μεγαλοπρεπὲς δεῖπνο, τὸ ὁποῖο παραθέτει ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς στοὺς προσκεκλημένους Του, γιὰ νὰ χαροῦν καὶ νὰ εὐφρανθοῦν σὲ αὐτό. Ἡ ἀνέκφραστη ἀγαλλίαση τοῦ Παραδείσου εἶναι ἀδύνατον νὰ περιγραφεῖ, γιατί αὐτὰ ποὺ ἔχει ἑτοιμάσει ὁ Θεὸς γιὰ τοὺς ἀγαπημένους Του δὲν μπορεῖ γλῶσσα ἀνθρώπινη νὰ τὰ ἐκφράσει, «οὐκ ἐξὸν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι, ἃ ἠτοίμασεν ὁ Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτῶ». Γιὰ νὰ ἔχουμε, λοιπὸν, κάποια ἀμυδρὴ εἰκόνα τῆς παραδείσιας εὐφροσύνης καὶ νὰ μὴν ἀγνοοῦμε παντελῶς τὰ ἐπουράνια ἀγαθά, ὁ Χριστὸς μᾶς δίνει τὴν παραβολὴ αὐτή.

Ὅμως, τὸ ἐπίκεντρό τῆς ἱστορίας αὐτῆς δὲν εἶναι τὸ δεῖπνο αὐτὸ καθ’ ἑαυτό, ἀλλὰ ἡ συμπεριφορὰ τῶν προσκαλεσμένων σὲ αὐτό. Ὁ Θεὸς καλεῖ πολλούς, δὲν ἀπευθύνει τὴν πρόσκληση σὲ ἕναν περιορισμένο καὶ προκαθορισμένο ἀριθμὸ ἀνθρώπων καὶ περιμένει τοὺς καλεσμένους νὰ ἔρθουν. Πιστεύει πὼς ὅλοι θὰ τρέξουν νὰ ἔρθουν ἀποδεχόμενοι τὴν θεϊκὴ τιμή. Στέλνει, λοιπὸν, τὸν δοῦλό Του νὰ τοὺς φωνάξει, γιατί ὅλα πιὰ ἔχουν ἑτοιμαστεῖ. Ποιὸς εἶναι ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ; Δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Ἐνανθρωπήσαντα Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος λαμβάνει «δούλου μορφὴν» καὶ κηρύσσει τὸ ἐγερτήριο καὶ προσκλητήριο σάλπισμα: «Μετανοεῖτε! Ἤγγικεν γὰρ ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν!

Δυστυχῶς, ὅμως, τὸ ἀποτέλεσμα στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων δὲν εἶναι θετικό. Οἱ καλεσμένοι ἀπορρίπτουν τὴν πρόσκληση βρίσκοντας κάθε φορά καὶ ἀπὸ μία δικαιολογία. Πόσο μεγάλη προσβολὴ γιὰ τὸν Οἰκοδεσπότη Θεό! Πόσο τραγικὰ ἀνάξιοι ἀποδεικνύονται οἱ καλεσμένοι! Φρίττει κάθε νουνεχὴς καὶ συνετὸς ἄνθρωπος, ὅταν ἀκούει τὶς γελοιωδέστατες δικαιολογίες ποὺ ἐπιστρατεύουν, γιὰ νὰ ἀπορρίψουν τὴν οὐράνια πρόσκληση. Ὁ πρῶτος καὶ ὁ δεύτερος εἶναι προσκολλημένοι στὶς ἀγροτικές τους ἀσχολίες, ἀπορροφῶνται ἀπὸ τὰ καινούργια ἀποκτήματά τους, τὰ κτήματα καὶ τὰ βόδια τους. Εἶναι οἱ φιλόυλοι ἄνθρωποι, αὐτοὶ τῶν ὁποίων οἱ καρδιὲς εἶναι ὑπερβολικὰ δεμένες μὲ τὰ ἐπίγεια ἀγαθά, αὐτοὶ ποὺ περιορίζουν τὸ εὖρος τῶν ἐνδιαφερόντων τους στὶς ἐγκόσμιες μέριμνες χωρὶς ἴχνος περίσκεψης γιὰ τὴν ἄλλη, τὴν αἰώνια ζωή. Αὐτοὶ, λοιπὸν, κυνηγοῦν ἀσταμάτητα τὸν πολλαπλασιασμὸ τοῦ πλούτου τους τυφλωμένοι ἀπὸ τὸ πάθος τῆς φιλοχρηματίας καὶ τῆς πλεονεξίας, ὥσπου νὰ φτάσουν οἰκτρὰ γυμνοὶ καὶ στερημένοι ἀπὸ ὁποιαδήποτε πνευματικὴ προετοιμασία στὸν θάνατο καὶ στὴν μετέπειτα κρίση ἐνώπιόν τοῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ. Ὁ τρίτος καλεσμένος εἶναι προσκολλημένος στὶς σαρκικὲς ἡδονές, «γυναίκα ἔγημα», λέγει, καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ἔρθει στὸ δεῖπνο τοῦ Δεσπότου Θεοῦ. Καὶ ὅμως, ὅπως ἔλεγε ἕνας ἅγιος πατέρας τῆς Ἐκκλησίας μας, θὰ μποροῦσε νὰ πάρει καὶ τὴν γυναίκα του μαζί του καὶ νὰ πορευθοῦν καὶ οἱ δύο ἑνωμένοι στὸ δεῖπνο τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ μὴν μείνει στερημένη καὶ αὐτή. Ὅμως, προτιμᾶ τὴν σαρκικὴ ἕνωση μὲ τὴν γυναίκα του, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἐξ ὁρισμοῦ καταδικαστέα, ἀλλὰ δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποτελέσει ἐμπόδιο γιὰ τὴν πραγμάτωση τοῦ ἀσυγκρίτως ἀνώτερου σκοποῦ, ποὺ εἶναι ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.

Κοινὸς παρονομαστὴς καὶ τῶν τριῶν ἀναξίων προσκεκλημένων στὸ Δεῖπνο τοῦ Θεοῦ εἶναι κατὰ βάθος ἡ ἀπιστία καὶ ἡ πόρωση τῆς καρδίας τους. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ δὲν πιστεύουν σὲ τίποτε πνευματικό, ζοῦν γιὰ τὴν ὕλη καὶ θὰ καταλήξουν στὸ χῶμα καὶ στὸν αἰώνιο θάνατο. Γι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγο ὀργίζεται ὁ οἰκοδεσπότης Θεός, γιατί βλέπει πὼς αὐτοὶ τοὺς ὁποίους προώρισε γιὰ συνδαιτυμόνες Του εἶναι ἀνάξιοι καὶ αὐτοαπορρίπτωνται. Ἔτσι, ἀπευθύνεται σὲ ἄσημους καὶ περιφρονημένους, ἀφοῦ οἱ ἐπίσημοι τὸν ἀπαρνήθηκαν. Καὶ γεμίζει τὸ βασιλικὸ σπίτι ἀπὸ φτωχούς, ἀνάπηρους καὶ παρακατιανούς, γιὰ νὰ καθίσουν μαζὶ μὲ τὸν Βασιλέα. Τί ἀξία ἔχουν ὅλοι αὐτοί; Εἶναι ταπεινοὶ καὶ δὲν θεωροῦν τὸν ἑαυτὸ τους ἄξιο νὰ παρακαθίσει στὸ βασιλικὸ Δεῖπνο. Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς καὶ κρίνονται ἄξιοι τῆς τιμῆς.

Καὶ ἐμᾶς μᾶς καλεῖ ὁ Θεὸς κάθε ὥρα καὶ στιγμὴ νὰ συμμετάσχουμε στὸ Δεῖπνο τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Ὅλη μας ἡ ζωή, ἂν θέλουμε νὰ λεγόμαστε καὶ νὰ εἴμαστε χριστιανοί, πρέπει νὰ εἶναι ἕνας ἀγώνας προετοιμασίας γιὰ τὸ Δεῖπνο αὐτό. Νὰ δώσει ὁ Θεὸς νὰ μὴν ἀπορρίψουμε τὴν πρόσκλησή Του, ἀλλὰ νὰ εἴμαστε πάντοτε ἕτοιμοι, σὲ πνευματικὴ ἐγρήγορση, φορώντας τὸ κατάλληλο ἔνδυμα τῆς ψυχῆς, ἔτσι ὥστε, ὅταν ἀκούσουμε τὴν φωνή Του: «Εἴσελθε, δοῦλε, εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου σου!» καὶ νὰ τρέξουμε μὲ πόθο καὶ χαρά! Ἀμήν, γένοιτο!


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ