Εκτύπωση

TheioKirigma

Ἀριθμός  51

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΝ

Ἰωσήφ τοῦ μνήστορος, Δαυίδ τοῦ προφήτου καί Ἰακώβου τοῦ ἀδελφοθέου

Στεφάνου Πρωτομάρυρος

(Ματθ. β’ 13 - 23)

 27 Δεκεμβρίου 2020

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ

Ἀναχωρησάντων τῶν μάγων, ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου φαίνεται κατ᾿ ὄναρ τῷ Ἰωσὴφ λέγων· ἐγερθεὶς παράλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ φεῦγε εἰς Αἴγυπτον, καὶ ἴσθι ἐκεῖ ἕως ἂν εἴπω σοι· μέλλει γὰρ Ἡρῴδης ζητεῖν τὸ παιδίον τοῦ ἀπολέσαι αὐτό. Ὁ δὲ ἐγερθεὶς παρέλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ νυκτὸς καὶ ἀνεχώρησεν εἰς Αἴγυπτον, καὶ ἦν ἐκεῖ ἕως τῆς τελευτῆς Ἡρῴδου, ἵνα πληρωθῇ τὸ ρηθὲν ὑπὸ τοῦ Κυρίου διὰ τοῦ προφήτου λέγοντος· ἐξ Αἰγύπτου ἐκάλεσα τὸν υἱόν μου. Τότε Ἡρῴδης ἰδὼν ὅτι ἐνεπαίχθη ὑπὸ τῶν μάγων, ἐθυμώθη λίαν, καὶ ἀποστείλας ἀνεῖλε πάντας τοὺς παῖδας τοὺς ἐν Βηθλεὲμ καὶ ἐν πᾶσι τοῖς ὁρίοις αὐτῆς ἀπὸ διετοῦς καὶ κατωτέρω, κατὰ τὸν χρόνον ὃν ἠκρίβωσε παρὰ τῶν μάγων. Τότε ἐπληρώθη τὸ ρηθὲν ὑπὸ Ἱερεμίου τοῦ προφήτου λέγοντος· φωνὴ ἐν Ραμᾷ ἠκούσθη, θρῆνος καὶ κλαυθμὸς καὶ ὀδυρμὸς πολύς· Ραχὴλ κλαίουσα τὰ τέκνα αὐτῆς, καὶ οὐκ ἤθελε παρακληθῆναι, ὅτι οὐκ εἰσίν. Τελευτήσαντος δὲ τοῦ Ἡρῴδου ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου κατ᾿ ὄναρ φαίνεται τῷ Ἰωσὴφ ἐν Αἰγύπτῳ λέγων· ἐγερθεὶς παράλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ πορεύου εἰς γῆν Ἰσραήλ· τεθνήκασι γὰρ οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχὴν τοῦ παιδίου. Ὁ δὲ ἐγερθεὶς παρέλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ ἦλθεν εἰς γῆν Ἰσραήλ. Ἀκούσας δὲ ὅτι Ἀρχέλαος βασιλεύει ἐπὶ τῆς Ἰουδαίας ἀντὶ Ἡρῴδου τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, ἐφοβήθη ἐκεῖ ἀπελθεῖν· χρηματισθεὶς δὲ κατ᾿ ὄναρ ἀνεχώρησεν εἰς τὰ μέρη τῆς Γαλιλαίας, καὶ ἐλθὼν κατῴκησεν εἰς πόλιν λεγομένην Ναζαρέτ, ὅπως πληρωθῇ τὸ ρηθὲν διὰ τῶν προφητῶν ὅτι Ναζωραῖος κληθήσεται.

ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ

Δὲν ὑπάρχει αὐθεντικὸς Χριστιανός, ἄνθρωπος ποὺ ἀγαπᾶ τὸν Χριστὸ καὶ ἀγωνίζεται νὰ Τὸν μιμηθεῖ μὲ τὴν βιοτή του, ποὺ νὰ μὴν ὑφίσταται ποικίλους πειρασμοὺς ἐξαιτίας τῆς χριστιανικῆς ἰδιότητάς του. Οἱ δυσκολίες καὶ οἱ διωγμοὶ εἶναι σύμφυτοι μὲ τὴν χριστιανικὴ ζωὴ σύμφωνα μὲ τὸν λόγο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «Πάντες οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ διωχθήσονται». Καὶ ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς μᾶς προειδοποίησε: «Εἰ ἐμὲ ἐδίωξαν, καὶ ὑμᾶς διώξουσι». Ἐφόσον οἱ ἄνθρωποι τοῦ κόσμου, οἱ πονηροὶ καὶ οἱ ἀντίθεοι, ἐμένα, τὸν Θεάνθρωπο Ἰησοῦ Χριστὸ μὲ κυνήγησαν καὶ μὲ κατέτρεξαν μὲ τὸν χειρότερο τρόπο μέχρι θανάτου, νὰ περιμένετε καὶ ἐσεῖς, οἱ γνήσιοι μαθητές μου, νὰ ὑποστῆτε τὰ ἴδια. Καὶ σὲ ἄλλο σημεῖο ὁ Χριστὸς μᾶς  λέγει: «Εἰ ὁ κόσμος ὑμᾶς μισεῖ, γιγνώσκετε ὅτι ἐμὲ πρῶτον ὑμῶν μεμίσηκεν».

Ποιὰ θέση μποροῦν νὰ ἔχουν οἱ ἀνωτέρω δυσάρεστες σκέψεις μέσα στὴν πανευφρόσυνη χριστουγεννιάτικη περίοδο; Μήπως θέλουμε νὰ χαλάσουμε τὸ περίφημο «πνεῦμα τῶν Χριστουγέννων», ὅπως θέλει νὰ τὸ βιώνει ὁ κόσμος, ποὺ ἀναλώνεται σὲ διασκεδάσεις καὶ κοσμικότητες; Ναί, γιατί θέλουμε νὰ τοποθετήσουμε τὸν ἑορτασμὸ τῶν ἁγίων ἡμερῶν αὐτῶν στὶς πραγματικές, δηλαδὴ στὶς εὐαγγελικές τους διαστάσεις. Ἂν μελετήσουμε σὲ βάθος τὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα θὰ διαπιστώσουμε ὅτι ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, μετὰ τὸν λάμψη τοῦ Ἀστέρος καὶ τὴν δοξολογία τῶν ἀγγέλων, τὸ «δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῶ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία», μετὰ τὴν προσκύνηση τῶν ποιμένων καὶ τῶν Μάγων μὲ τὰ δῶρα, σημαδεύεται ἀπὸ ἀγωνία, φόβο, τρόμο καὶ φρίκη! Αἴτιοι γιὰ ὅλα αὐτὰ τὰ φοβερὰ ποὺ θὰ συμβοῦν εἶναι ὁ βασιλιὰς τῆς Ἰουδαίας, ὁ Ἡρώδης, αὐτὸ τὸ ἀνθρωπόμορφο τέρας, καὶ ὁ Σατανᾶς ποὺ τὸν ὑποκινεῖ. Ὁ Ἡρώδης, ἔχοντας μάθει ἀπὸ τοὺς νομοδιδασκάλους τῆς Ἱερουσαλὴμ καὶ ἀπὸ τοὺς Μάγους ὅτι ἕνας μεγάλος βασιλέας γεννήθηκε στὴν πόλη τοῦ Δαυίδ, τὴν Βηθλεέμ, εἶπε στοὺς Μάγους, ἀφοῦ προσκυνήσουν τὸν νεογέννητο βασιλέα, νὰ ἔρθουν πίσω στὸ παλάτι του, γιὰ νὰ τὸν πληροφορήσουν καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσουν καὶ αὐτὸν ἐκεῖ, γιὰ νὰ τὸν προσκυνήσει. Οἱ Μάγοι ὅμως «χρηματισθέντες κατ’ ὄναρ μὴ ἀνακάμψαι πρὸς Ἡρώδην, δι’ ἄλλης ὁδοῦ ἀνεχώρησαν εἰς τὴν χώραν αὐτῶν».  Τότε ἀκριβῶς ἐμφανίζεται ὁ ἄγγελος στὸν ὕπνο τοῦ Ἰωσὴφ καὶ τὸν προστάζει νὰ πάρει τὸ Παιδὶ καὶ τὴν Μητέρα του καὶ νὰ φύγει γιὰ τὴν Αἴγυπτο καὶ νὰ μείνει ἐκεῖ, ἕως ὅτου τὸν εἰδοποιήσει. Κινδυνεύει τὸ Παιδί, γιατί ὁ Ἡρώδης πρόκειται νὰ Τὸ ἀναζητήσει, γιὰ νὰ Τὸ θανατώσει! Μποροῦμε νὰ φαντασθοῦμε πόσο μεγάλος φόβος, πόσο μεγάλη ἀγωνία κατέλαβε τὸν ταλαίπωρο Ἰωσὴφ μὲ τὴν εἴδηση αὐτή! Δὲν τοῦ φθάνει ὁ καθημερινὸς ἀγώνας γιὰ τὴν ἐπιβίωση τῆς «οἰκογένειάς» του, ἀκούει τώρα πὼς κάποιος καὶ μάλιστα πανίσχυρος, ὁ ἴδιος ὁ βασιλιὰς Ἡρώδης, τὴν κατατρέχει καὶ θέλει νὰ σκοτώσει τὸ Παιδί, χωρὶς νὰ αἰτιολογήσει τὴν καταδρομὴ του αὐτή. Τί τοῦ φταίει ἕνα νήπιο; Σὲ τί θὰ μποροῦσε νὰ τὸν βλάψει, αὐτὸν τὸν παντοδύναμο; Αὐτὸ ποὺ τρέμει ὁ Ἡρώδης εἶναι μήπως μεγαλώνοντας ὁ μικρὸς Ἰησοῦς σφετερισθεῖ τὸν θρόνο του καὶ τὸν ἀνατρέψει. Σ’ αὐτὸ τὸ ἀνόητο συμπέρασμα καταλήγει μὲ βάση τὶς προφητεῖες. Ἀλλὰ δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ κατανοήσει τὴν πνευματικὴ καὶ ὑπερκόσμια φύση τῆς Βασιλείας ποὺ ἔρχεται νὰ ἐγκαθιδρύσει στὴ γῆ ὁ Χριστός, τὴν ὁποία ὑπαινίσσονται οἱ προφητεῖες αὐτές. Πολλὰ χρόνια ἀργότερα, ἐνώπιόν του Πιλάτου, ὁ Χριστὸς θὰ φανερώσει τὴν ἀλήθεια: «Ἡ βασιλεία ἡ ἐμὴ οὐκ ἔστι ἐκ τοῦ κόσμου τούτου».

Ἔτσι, ὁ Ἰωσὴφ ἀμέσως σηκώνεται ἀπὸ τὸν ὕπνο, ξυπνάει τὴν Μαριὰμ καὶ τὸ Παιδί, ἑτοιμάζονται ὅπως-ὅπως καὶ μέσα στὰ ἄγρια μεσάνυχτα φεύγουν ὅσο πιὸ γρήγορα μποροῦν. Προχωροῦν βιαστικὰ μέσα στὸ σκοτάδι μὲ τὸν φόβο καὶ τὴν ἀγωνία στὴν καρδιὰ καὶ πορεύονται πρὸς τὴν Αἴγυπτο. Προσπαθοῦν νὰ περάσουν τὸ γρηγορότερο τὰ σύνορα τῆς Ἰουδαίας, γιὰ νὰ ξεφύγουν ἀπὸ τὴν θανάσιμη ἀπειλὴ τοῦ Ἡρώδη. Ὁ Χριστὸς, λοιπὸν, ἀναγκάζεται νὰ γίνει πρόσφυγας. Ἐδῶ ἡ διήγηση τοῦ Εὐαγγελιστῆ Ματθαίου εἶναι πάρα πολὺ συνοπτικὴ καὶ ἀφήνει πάρα πολλὰ ἀναπάντητα ἐρωτήματα. Πῶς κατόρθωσαν οἱ φυγάδες νὰ φθάσουν στὴν Αἴγυπτο, διασχίζοντας ἑκατοντάδες χιλιόμετρα στὴν ἔρημο μὲ τοὺς μύριους κινδύνους; Πῶς τροφοδοτοῦνταν κατὰ τὴν διάρκεια τῆς πορείας τους; Ποῦ βρῆκαν κατάλυμα καὶ μονιμότερη κατοικία, πόσο καιρὸ ἔμειναν ἐκεῖ; Δὲν γνωρίζουμε. Αὐτὸ ποὺ κρατοῦμε εἶναι ὅτι ὁ Χριστὸς μὲ τὸ ποὺ ἔρχεται στὸν κόσμο αὐτὸ ἀντιμετωπίζει ἕνα γιγαντιαῖο κῦμα ὀργῆς καὶ μίσους καὶ ἡ ζωὴ Του κινδυνεύει ἄμεσα.

Καὶ αὐτὸ συμβαίνει γιατί, ὅταν κατάλαβε ὁ Ἡρώδης ὅτι οἱ Μάγοι τὸν κοροΐδευσαν, «ἐθυμώθη λίαν» καὶ δίνει τὴν φρικτὴ διαταγὴ νὰ θανατωθοῦν ὅλα τὰ νήπια της Βηθλεὲμ καὶ τῶν περιχώρων της ἀπὸ δύο ἐτῶν καὶ κάτω, σύμφωνα μὲ τοὺς ὑπολογισμοὺς ποὺ ἔκανε σχετικὰ μὲ τὴν ἡλικία τοῦ νηπίου Χριστοῦ. Γιὰ νὰ θανατώσει ἕνα νήπιο, δὲν διστάζει νὰ θανατώσει ὅλα τὰ συνομήλικά του νήπια στὴν περιοχή, πιστεύοντας πὼς ἔτσι δὲν θὰ τοῦ γλυτώσει. Ἀνθρώπου νοῦς ἀδυνατεῖ νὰ συλλάβει τὸ μέγεθος τοῦ ἐγκλήματος. Ὄχι ἁπλοῦ ἐγκλήματος, ἀλλὰ πραγματικῆς γενοκτονίας! Ἀνατριχιάζουμε καὶ μόνο στὴν σκέψη τοῦ τί συνέβη στὰ φτωχόσπιτα τοῦ τόπου ἐκείνου. Πάνοπλοι στρατιῶτες εἰσβάλλουν σὲ αὐτά, ἁρπάζουν τὰ μωρὰ ἀπὸ τὶς κούνιες τους ἢ ἀπὸ τὶς ἀγκαλιὲς τῶν μανάδων τους, τὰ σφάζουν σὰν ἀρνιὰ καὶ τὸ αἷμά τους πιτσιλίζει τοὺς τοίχους, τὰ ἔπιπλα, τὰ ροῦχα. Κραυγές, ὀλολυγμοί, κλάματα  σχίζουν τὸν ἀέρα, ἀναρίθμητα σπίτια θρηνοῦν, παντοῦ «θρῆνος καὶ κλαυθμὸς πολύς». Σύμφωνα μὲ ὑπολογισμοὺς δεκατέσσερες χιλιάδες εἶναι τὰ θύματα τῆς μεγάλης καὶ παρανοϊκῆς αὐτῆς σφαγῆς, τὰ Ἅγια Νήπια, τὰ ὁποῖα ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία ἑορτάζει τὴν 29η Δεκεμβρίου.

Ὁ μικρὸς Χριστὸς γλύτωσε ἀπὸ τὴν σφαγή, γιατί αὐτὸ ἦταν τὸ σχέδιο τῆς Θείας Οἰκονομίας. Ἀπὸ τὴν τραγικὴ αὐτὴ ἱστορία δύο συμπεράσματα εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαγάγουμε. Πρῶτον ἡ ἔλευση τοῦ Χριστοῦ στὴ γῆ ἀποτελεῖ μὲν τὸ πλέον χαρμόσυνο καὶ φωτεινὸ γεγονὸς τῆς ἱστορίας, ταυτόχρονα ὅμως σηματοδοτεῖ τὴν ἔναρξη ἑνὸς μεγάλου πολέμου. Ὁ Χριστὸς εἶναι εἰρηνοποιός, ἀλλὰ προκαλεῖ πόλεμο! Πῶς συμβαίνει αὐτὸ τὸ ἀντιφατικό; Εἶναι οἱ δυνάμεις τοῦ σκότους ποὺ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς ἐμφάνισής Του  ἀντιμάχονται λυσσωδῶς καὶ τὸν Ἴδιο καὶ τοὺς Χριστιανούς, ποὺ ἀγωνίζονται νὰ ἐπικρατήσουν μὲ τὴν βία τῆς ἐγκόσμιας ἐξουσίας καὶ νὰ καταπνίξουν τὴν πίστη στὸν Χριστό. Δὲν καταφέρνουν, ὅμως, τίποτε καὶ φεύγουν ἡττημένοι καὶ κατησχυμένοι ἀπὸ τὴν δύναμή Του. Ὅσο καὶ ἂν φρυάττει ὁ κοσμοκράτορας Σατανᾶς, στὸ τέλος ὑποτάσσεται στὴν Παντοκρατορία τοῦ Θεοῦ.

Τὸ δεύτερο συμπέρασμα εἶναι πὼς ὁ ἄνθρωπος ποὺ πιστεύει στὸν Θεὸ πάντοτε λαμβάνει τὴν βοήθειά Του στοὺς κινδύνους, γενικότερα στὸν πνευματικό του ἀγώνα μὲ τὸν ἕνα ἢ μὲ τὸν ἄλλο τρόπο. Βλέπουμε στὸ σημερινὸ ἀνάγνωσμα τὴν κατὰ κόσμον ἀσθενέστατη Ἁγία Οἰκογένεια νὰ κατευθύνεται στὶς κρίσιμες στιγμὲς καὶ νὰ σώζεται ἀπὸ τὸν Ἄγγελο τοῦ Κυρίου. Αὐτὴν τὴν θεϊκὴ βοήθεια ὀφείλουμε νὰ ἐλπίζουμε ὅτι θὰ λάβουμε καὶ ἐμεῖς, οἱ Χριστιανοί, ποὺ ἑορτάζουμε μὲ πίστη καὶ πόθο τὰ Ἅγια Χριστούγεννα, ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί, ποὺ ὅσο περνάει ὁ καιρὸς αἰσθανόμαστε ἐντονώτερο τὸ διωγμὸ ἐνάντια στὴν Ἁγία μας Ἐκκλησία, ποὺ αἰσθανόμαστε τὴν καυτὴ ἀνάσα τοῦ Δράκου, τοῦ Ἀρχεκάκου Ὄφεως Διαβόλου, νὰ μᾶς πλησιάζει. Νὰ βάλουμε βαθιὰ μέσα στὴν καρδιά μας τὸν ἐλπιδοφόρο λόγο τοῦ Χριστοῦ μας: «Ἐν τῷ κόσμω τούτῳ θλῖψιν ἕξετε, ἀλλὰ θαρσεῖτε, ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον!». Νὰ γνωρίζουμε ὅτι ὁ Χριστὸς «ἐξῆλθε νικῶν καὶ ἵνα νικήσῃ» καὶ ἐμεῖς θὰ τὸν ἀκολουθοῦμε μὲ γενναιότητα καὶ θάρρος καὶ τώρα καὶ πάντοτε καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, ἀμήν! Γένοιτο!