Δευτέρα
19 Απριλίου

Πανφουτίου ιερομάρτυρος

TheioKirigma

Ἀριθμός 4

ΚΥΡΙΑΚΗ ΛΑ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ ( Α΄Τιμ. α΄, 15-17)

24 Ἰανουαρίου  2021

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ

Τέκνον Τιμόθεε, πιστὸς ὁ λόγος καὶ πάσης ἀποδοχῆς ἄξιος, ὅτι Χριστὸς Ἰησοῦς ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον ἁμαρτωλοὺς σῶσαι, ὧν πρῶτός εἰμι ἐγώ· ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἠλεήθην, ἵνα ἐν ἐμοὶ πρώτῳ ἐνδείξηται Ἰησοῦς Χριστὸς τὴν πᾶσαν μακροθυμίαν, πρὸς ὑποτύπωσιν τῶν μελλόντων πιστεύειν ἐπ' αὐτῷ εἰς ζωὴν αἰώνιον.

Τῷ δὲ βασιλεῖ τῶν αἰώνων, ἀφθάρτῳ, ἀοράτῳ, μόνῳ σοφῷ Θεῷ, τιμὴ καὶ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν.

ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ

Μικρὸ σὲ ἔκταση τὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα, μόλις τρεῖς στίχοι ἀπὸ τὴν Α’ πρὸς Τιμόθεον ἐπιστολὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ἀλλὰ μέγιστο ὡς πρὸς τὴν σημασία τῶν νοημάτων ποὺ περικλείει. Ἰδιαίτερα ὁ πρῶτος στίχος θὰ ἔπρεπε νὰ γίνει μόνιμο ἐνθύμημα καὶ ἐντρύφημα κάθε πιστοῦ, ποὺ πραγματικὰ ἐνδιαφέρεται καὶ παλεύει γιὰ τὴν σωτηρία του.

«Πιστὸς ὁ λόγος καὶ πάσης ἀποδοχῆς ἄξιος, ὅτι Χριστὸς Ἰησοῦς ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον ἁμαρτωλοὺς σῶσαι, ὧν πρῶτός εἰμι ἐγώ». Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος διακηρύσσει τὴν πίστη του στὸν Χριστό, μία πίστη ἡ ὁποία ἔχει βεβαιωθεῖ σὲ αὐτὸν μέσα ἀπὸ οὐράνιες ἐμπειρίες καὶ ἀποκαλύψεις. Δὲν ἦταν ἕνας ἐκ παραδόσεως Χριστιανός, ἀντιθέτως ὑπῆρξε διώκτης τῶν Χριστιανῶν. Ὁ Χριστὸς, ὅμως, τὸν προόριζε γιὰ τὸ ὕψιστο ἀξίωμα τοῦ Ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν καὶ τὸν ἅρπαξε στὴν πιὸ ἀπρόσμενη στιγμή, στὴν πορεία του πρὸς τὴν Δαμασκό, ὅπου θὰ ἐδίωκε τοὺς πιστούς Του. Ἐκεῖ ἄκουσε τὴν φωνή Του νὰ τὸν καλεῖ λέγοντάς του: «Σαούλ, Σαούλ, τί μὲ διώκεις; Σκληρὸν σοι πρὸς κέντρα λακτίζειν», καὶ νὰ τοῦ ὑποδεικνύει τὰ πρῶτα βήματα ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ κάνει στὴ νέα του ζωή. Ἡ θεοπτία ἔχει μείνει ἀνεξίτηλα χαραγμένη στὴν ψυχὴ τοῦ Ἀποστόλου, ὅλο του τὸ εἶναι συνέχεται ἀπὸ τὴ θεία μορφὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ φλέγεται ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν Σωτήρα του. Ἑπομένως, κάθε ὥρα καὶ στιγμή, ἀκατάπαυστα καὶ ἀκούραστα, διατρανώνει τὴν ἀλήθεια γιὰ τὸν Χριστό. Ποιὰ εἶναι αὐτή; Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος σαρκώθηκε, ἔγινε ἄνθρωπος, ἔλαβε «δούλου μορφήν», ἦλθε στὸν ὑλικὸ αὐτὸ κόσμο καὶ συναναστράφηκε μὲ τοὺς ἀνθρώπους. Ὁ Δημιουργὸς «μπῆκε» μέσα στὴν δημιουργία Του, ὁ Πλάστης ἔγινε πλάσμα. Δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερο θαῦμα ἀπὸ τὴν Ἐνανθρώπηση τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, δὲν συνέβη, οὔτε θὰ συμβεῖ κάτι παρόμοιο, ὅσο θὰ ἐξελίσσεται ἡ ἀνθρωπότητα. Εἶναι τὸ γεγονὸς ποὺ χωρίζει τὴν ἱστορία σὲ πρὸ Χριστοῦ καὶ σὲ μετὰ Χριστόν, ὅπου τὸ «πρὸ Χριστοῦ» ἰσοδυναμεῖ μὲ τὴ νύχτα καὶ τὸ «μετὰ Χριστὸν» μὲ τὴν ἡμέρα. Γιατί ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, ποὺ φωτίζει τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης καὶ καταυγάζει ἀπὸ τότε τὶς ψυχὲς αὐτῶν ποὺ θέλουν νὰ σωθοῦν ἀκολουθώντας τὸ ὑπέρλαμπρο φῶς τῆς ἀληθείας. Εἶναι, λοιπὸν, ἀξιόπιστος ὁ λόγος γιὰ τὸν Χριστό, δὲν εἶναι οὔτε ψεύτικος, οὔτε παραποιημένος. Ὁ Χριστὸς ἦρθε στὸν κόσμο μας καὶ συνεχίζει νὰ ζεῖ μέσα στὴν Ἐκκλησία του, ὅπου μοιράζει τὴν ἁγιαστική Του χάρη μέσῳ τῶν μυστηρίων.

Τὴν αἰτία τῆς Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Χριστοῦ μᾶς φανερώνει ἡ φράση «ἁμαρτωλοὺς σῶσαι». Ὁ Χριστὸς ἦρθε γιὰ νὰ σώσει τοὺς ἁμαρτωλούς, οἱ ὁποῖοι ζοῦσαν μέσα στὴν κόλαση τῆς ἁμαρτίας. Γιατί πραγματικὴ κόλαση ἦταν ὁ προχριστιανικὸς κόσμος, καταδυναστευόμενος ἀπὸ τὸν Διάβολο καὶ τὰ ὄργανά του. Δὲν ὑπῆρχε ἐλπίδα σωτηρίας καὶ ὁ ἄνθρωπος βασανιζόταν μέσα στὴν πλάνη τῶν εἰδώλων. Ὅταν ἦρθε ὁ Χριστός, «τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν», γιὰ νὰ κηρύξει τὸ «Μετανοεῖτε, ἤγγικεν γὰρ ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν», ὅσοι θέλησαν μεταστράφηκαν καὶ ἀποδέχθηκαν τὴν ἀλήθεια. Ἡ πρώην παντοδύναμη ἁμαρτία καὶ ὁ θάνατος ποὺ τὴν ἀκολουθεῖ ἔχασαν τὴν κυριαρχία τους καὶ μὲ τὴν μετάνοια οἱ πρώην ἁμαρτωλοὶ ξέφυγαν ἀπὸ τὸν θανάσιμο τρόπο ζωῆς καὶ ζοῦν ἐν Χριστῷ προσδοκώντας τὴν ἀπολύτρωση καὶ τὴν αἰώνια ζωή.

        Ἀναφερόμενος στοὺς ἁμαρτωλοὺς ὁ Ἀπόστολος Παῦλος δὲν ἑξαιρεῖ τὸν ἑαυτό του, ἀλλ’ ἀντιθέτως μὲ ἄκρα ταπείνωση θεωρεῖ ὅτι εἶναι ὁ πρῶτος ἁμαρτωλός, ὁ χειρότερος ἀπὸ ὅλους. Ἡ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητός του προέρχεται ἀπὸ δύο αἰτίες. Πρῶτον ἀπὸ τὴν προηγούμενη ἰδιότητά του ὡς διώκτου τῶν Χριστιανῶν, γιὰ τὴν ὁποία θλίβεται καὶ οἰκτίρει τὸν ἑαυτό του. Σὲ πολλὰ σημεῖα στὶς ἐπιστολὲς του ὁμιλεῖ γιὰ τὸ ἀντίχριστο παρελθόν του μὲ πόνο ψυχῆς καὶ μὲ βαθύτατη αὐτομεμψία, φθάνοντας στὸ σημεῖο νὰ πεῖ ὅτι εἶναι «ἔκτρωμα», ὅτι δὲν εἶναι ἀπόστολος, διότι ἐδίωξε τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἔστω καὶ ἂν αὐτὸ τὸ ἔκανε ἀπὸ ἄγνοια καὶ ἀπὸ ὑπερβολικὸ ζῆλο γιὰ τὴν τήρηση τῶν  «πατρικῶν του παραδόσεων». Ἡ δεύτερη αἰτία εἶναι ἡ ὁλοένα αὐξανόμενη ἐγγύτητά του πρὸς τὸν Θεό. Ὅσο πλησιάζει κανεὶς πρὸς τὸν ἥλιο, τόσο περισσότερο αὐξάνει τὸ φῶς καὶ καθίσταται λεπτομερέστερος ὁ ἐντοπισμὸς καὶ τῶν παραμικρῶν ἐλαττωμάτων καὶ ἀτελειῶν. Τὸ ἴδιο συμβαίνει μὲ τὴν πρόοδο στὴν πνευματικὴ ζωή. Ὅσο πιὸ πολὺ ὁ ἄνθρωπος προσεγγίζει πρὸς τὸν Θεό, τόσο περισσότερο βλέπει καθαρότερα τὶς ἐντός του ἀκαθαρσίες, ἀκόμη καὶ τὶς πιὸ μικρὲς καὶ τὶς πιὸ κρυφές, τὶς ὁποῖες κάποιος λιγότερο προοδευμένος πνευματικὰ θὰ τὶς ὑποβάθμιζε καὶ θὰ τὶς παρέβλεπε. Ἔτσι, ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος βλέπει ἀπὸ τὴ μία τὸ ὑπερβατικό, τὸ καθαρότατο καὶ διεισδυτικὸ φῶς τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη βλέπει ἀκόμη καὶ τὴν ἐλαχιστότατη βρωμιὰ τῆς ψυχῆς του μεγενθυμένη καὶ ταπεινώνεται στὸν ἔσχατο βαθμό. Δὲν τολμᾶ νὰ ὑπερηφανευθεῖ, γιατί βρίσκεται σὲ διαρκῆ ἐπικοινωνία μὲ τὸν Θεό, Αὐτὸν μόνο βλέπει μὲ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς καὶ μὲ Αὐτὸν συνομιλεῖ.

Αὐτὸ ἀποτελεῖ κοινὸ βίωμα ὅλων τῶν ἁγίων, τὸ ὁποῖο τοὺς κάνει νὰ ὁμιλοῦν γιὰ τὸν ἑαυτό τους σὰν νὰ εἶναι οἱ ἐλεεινότεροι τῶν ἁμαρτωλῶν, ἐνῶ ὅλοι, ὅσοι τοὺς συναναστρέφονται καὶ μένουν ἔκπληκτοι ἀπὸ τὴν ἁγιότητα τοῦ βίου τους, ἀποροῦν: «Μὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξουθενώνει τόσο πολὺ τὸν ἑαυτὸ του ὁ ἅγιος αὐτὸς ἄνθρωπος;» Μὰ ἀκριβῶς ἐπειδὴ εἶναι ἅγιος, ταπεινώνεται τόσο πολύ. Ὅσο ἁγιότερος, τόσο ταπεινότερος. Ἀντίθετα, ἕνας χλιαρὸς Χριστιανὸς μὲ μισόκλειστα ἢ καὶ ἐντελῶς τυφλὰ τὰ ψυχικά του αἰσθητήρια λέγει μὲ αὐτοδικαίωση: «Δὲν ἔκλεψα, δὲν σκότωσα, δὲν ἀσέλγησα, τηρῶ τὰ τυπικὰ τῆς θρησκείας, μία χαρὰ εἶμαι! Πάω κατευθείαν γιὰ τὸν Παράδεισο!». Καὶ, ὅμως, ὁ Χριστὸς δὲν τὸν γνωρίζει καὶ θὰ πεῖ σὲ αὐτὸν καὶ στοὺς ὁμοίους του κατὰ τὴν Δευτέρα Παρουσία: «Οὐκ οἶδα ὑμᾶς πόθεν ἐστέ. Ἀπόστητε ἀπ’ ἐμοῦ πάντες οἱ ἐργάται τῆς ἀδικίας!»  Ὅπου ὡς ἀδικία νοεῖται κυρίως ἡ ὑπερηφάνεια καὶ ἡ σκληροκαρδία. Ὁ Θεὸς μισεῖ τὴν ὑπερηφάνεια, ἐπειδὴ στηρίζεται στὸ ψεῦδος, ποὺ εἶναι ἡ ψευδαίσθηση τοῦ τέλειου ἑαυτοῦ, ἐνῶ ἀγαπᾶ τὴν ταπείνωση, ἐπειδὴ αὐτὴ στηρίζεται στὴν ἀλήθεια, ποὺ εἶναι ἡ ἐπίγνωση τῆς ψυχικῆς μας ἀκαθαρσίας.

Ὁ Χριστὸς, λοιπὸν, ἦρθε καὶ θέλει νὰ μᾶς σώσει ὅλους χωρὶς ἐξαίρεση. Περιμένει νὰ δεῖ τὴν μετάνοιά μας καὶ τὸ ταπεινό μας φρόνημα, περιμένει νὰ πέσουμε στὰ γόνατα καὶ νὰ ἱκετεύσουμε τὸ ἔλεός Του. Ὁ Χριστὸς θέλει νὰ ἀκούσει ἀπὸ τὸν καθένα μας τὴν κραυγὴ τοῦ Τελώνη: «Ὁ Θεός, ἰλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ!» Ἂς λυγίσουμε τὸ σκληρὸ καὶ ἀταπείνωτο φρόνημά μας καὶ ἂς παρακαλέσουμε τὸν Χριστό μας νὰ μᾶς ἀναλάβει καὶ νὰ μᾶς ὁδηγήσει στὸν δρόμο τῆς σωτηρίας. Ἀμήν, γένοιτο!

 


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ