Δευτέρα
19 Απριλίου

Πανφουτίου ιερομάρτυρος

TheioKirigma

Ἀριθμός 5

ΚΥΡΙΑΚΗ ΛΒ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ ( Α΄ Τιμ. δ΄, 9-15)

31 Ἰανουαρίου  2021

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ

Τέκνον Τιμόθεε, πιστὸς ὁ λόγος καὶ πάσης ἀποδοχῆς ἄξιος· εἰς τοῦτο γὰρ καὶ κοπιῶμεν καὶ ὀνειδιζόμεθα, ὅτι ἠλπίκαμεν ἐπὶ Θεῷ ζῶντι, ὅς ἐστι σωτὴρ πάντων ἀνθρώπων, μάλιστα πιστῶν.

Παράγγελλε ταῦτα καὶ δίδασκε. Μηδείς σου τῆς νεότητος καταφρονείτω, ἀλλὰ τύπος γίνου τῶν πιστῶν ἐν λόγῳ, ἐν ἀναστροφῇ, ἐν ἀγάπῃ, ἐν πνεύματι, ἐν πίστει, ἐν ἁγνείᾳ.

Ἕως ἔρχομαι πρόσεχε τῇ ἀναγνώσει, τῇ παρακλήσει, τῇ διδασκαλίᾳ. Μὴ ἀμέλει τοῦ ἐν σοὶ χαρίσματος, ὃ ἐδόθη σοι διὰ προφητείας μετὰ ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν τοῦ πρεσβυτερίου.

Ταῦτα μελέτα, ἐν τούτοις ἴσθι, ἵνα σου ἡ προκοπὴ φανερὰ ᾖ ἐν πᾶσιν.

ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ

Τὶς παραινέσεις πρὸς ἕναν νέο ἄνθρωπο τῆς Ἐκκλησίας, τὸν Τιμόθεο, ἀπὸ τὸν μεγάλο διδάσκαλο καὶ πνευματικό του πατέρα, τὸν Ἀπόστολο Παῦλο, διαβάζουμε στὴ σημερινὴ ἀποστολικὴ περικοπὴ ἀπὸ τὴν Α’ πρὸς Τιμόθεον ἐπιστολή. Ὁ πεπειραμένος Ἀπόστολος παρακινεῖ τὸν Τιμόθεο νὰ κηρύσσει παντοῦ καὶ πάντοτε ὅτι ὁ Θεὸς ζεῖ καὶ σώζει ὅλους τους ἀνθρώπους, ἰδιαίτερα δὲ τοὺς πιστούς. Αὐτὸ τὸ νόημα ἔχουν οἱ προστακτικὲς «παράγγελλε ταῦτα καὶ δίδασκε». Πρώτιστο καθῆκον τοῦ κληρικοῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦ λαϊκοῦ, μέσα στὴν Ἐκκλησία εἶναι τὸ κήρυγμα γιὰ τὸν Χριστό, ἡ διδασκαλία, ἡ κατήχηση, ὁ στηριγμὸς καὶ ἡ διὰ τῶν ἱερῶν λόγων παράκληση καὶ παραμυθία τῶν πιστῶν. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο συνεχίζεται τὸ ἔργο τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ἐνισχύεται τὸ Σῶμά Του, δηλαδὴ ἡ Ἐκκλησία Του.

Ὁ κηρυκτικὸς λόγος, γιὰ νὰ εἶναι δραστικὸς καὶ ἀποδεκτὸς ἀπὸ τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ, πρέπει νὰ ἐκπορεύεται ἀπὸ ἕναν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος αὐτὸς πρῶτος τὸν ἐφαρμόζει καὶ τὸν ἔχει κάνει βίωμά του. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνει πιστευτὸς ἕνας ἱεροκήρυκας πού δὲν τηρεῖ στὴν προσωπική του ζωὴ τὰ διδάγματα τοῦ Εὐαγγελίου, τὰ ὁποῖα κηρύσσει; Θὰ ταίριαζε σ’ αὐτὴν τὴν περίπτωση τὸ λαϊκὸ ρητὸ «διδάσκαλε ποὺ ἐδίδασκες καὶ νόμον δὲν ἐκράτεις». Ἑπομένως, ἀπαραίτητη προϋπόθεση ἀξιοπιστίας τοῦ ἱεροδιδασκάλου εἶναι ἡ συνέπεια λόγων καὶ πράξεών του, δηλαδὴ ἡ καθαρότητα τοῦ βίου του, ἡ φανέρωση στὸ πρόσωπό του ὅλων τῶν εὐαγγελικῶν ἀρετῶν. Ἄλλωστε, ἡ πλέον ἰσχυρὴ διδασκαλία εἶναι αὐτὴ τοῦ καλοῦ παραδείγματος. Αὐτὸ τὸ καλὸ παράδειγμα ζητᾶ ἀπὸ τὸν Τιμόθεο ὁ Ἀπόστολος Παῦλος παρὰ τὸ νεαρό της ἡλικίας του λέγοντάς του: «Μηδείς σου τῆς νεότητος καταφρονείτω, ἀλλὰ τύπος γίνου τῶν πιστῶν». Κανεὶς νὰ μὴν σὲ περιφρονεῖ, ἐπειδὴ εἶσαι νέος καὶ εἶσαι, ὑποτίθεται, ἀνώριμος, ἀσταθὴς καὶ ἐπιρρεπὴς πρὸς τὰ πάθη. Ἐσὺ νὰ μὴν δικαιολογεῖς τὸν ἑαυτό σου γιὰ ὁποιοδήποτε παράπτωμά σου, μὲ τὴν ἰδέα ὅτι ὡς νέος ἔχεις ἐλαφρυντικά, ἀλλὰ νὰ προσπαθεῖς νὰ εἶσαι «τύπος», νὰ εἶσαι πρότυπο ζωῆς γιὰ ὅλους, μικροὺς καὶ μεγάλους.

Ἡ παραίνεση τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ἰσχύει γιὰ ὅλους τους πιστούς. Ὁ κάθε Χριστιανὸς εἶναι, σύμφωνα μὲ τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ, «πόλις ἐπάνω ὅρους κειμένη», τὴν ὁποία ὅλοι τὴν παρατηροῦν μὲ ἐπιμονή. Ὅλοι περιμένουν νὰ ἰδοῦν πῶς θὰ συμπεριφερθεῖ ὁ Χριστιανός, πῶς θὰ μιλήσει, τί θὰ πράξει, γιὰ νὰ τὸν μιμηθοῦν καὶ αὐτοὶ ἀναλόγως. Ἂν φερθεῖ καλά, θὰ τὸν ἐκτιμήσουν καὶ θὰ ἐλεγχθοῦν γιὰ τὶς δικές τους ἀνάρμοστες πράξεις. Ἡ ἐνάρετη ζωὴ τοῦ πιστοῦ εἶναι φῶς ποὺ διεισδύει στὶς ψυχὲς τῶν ἀπίστων καὶ τὶς ἐλέγχει γιὰ τὰ πάθη τους. Ἀντίθετα, ἂν ὁ πιστὸς δὲν φερθεῖ σωστά, ὅπως ἁρμόζει στὴν χριστιανική του ἰδιότητα, οἱ ἄπιστοι ποὺ τὸν παρατηροῦν  θὰ δικαιολογήσουν τὴν δική τους ἁμαρτωλὴ ζωὴ μὲ τὸ ἑξῆς σκεπτικό: «Ἂν ὁ Χριστιανὸς συμπεριφέρεται ἔτσι ἄπρεπα, γιατί νὰ μὴν συμεριφερθῶ καὶ ἐγώ, ποὺ δὲν εἶμαι «τῆς Ἐκκλησίας», τὸ ἴδιο ἀνάρμοστα, ἢ καὶ χειρότερα;» Πολὺ χειρότερα δέ, ἂν τὸ κακὸ παράδειγμα τοῦ λεγόμενου Χριστιανοῦ τὸ παρατηρήσει ἕνας ἀδύναμος πνευματικὰ ἀδελφός, ὁ ὁποῖος κάνει τὰ πρῶτα του βήματα στὸν δρόμο τοῦ Χριστοῦ, θὰ σκανδαλισθεῖ καὶ πιθανότατα θὰ χάσει τὸν ἀρχικό του ἐνθουσιασμὸ θέτοντας σὲ κίνδυνο τὴν σωτηρία του. Αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι τὸ σκάνδαλο, γιὰ τὸ ὁποῖο ὁ Χριστὸς μίλησε μὲ πολὺ σκληρὰ λόγια λέγοντας: «Ἀλλοίμονο σὲ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος προκαλεῖ τὸ σκάνδαλο». «Εἶναι συμφερότερο γι’ αὐτὸν νὰ δέσει στὸν λαιμὸ του μία μυλόπετρα καὶ νὰ πάει νὰ πνιγεῖ στὴν θάλασσα!»

Ἂς ἐξετάσουμε τώρα σὲ ποιὰ σημεῖα πρέπει ὁ Τιμόθεος καὶ κατ’ ἐπέκτασιν κάθε Χριστιανὸς νὰ προσέχει, ὥστε νὰ γίνεται πρότυπο πρὸς μίμηση. Πρῶτα ἀπ’ ὅλα «ἐν λόγω», δηλαδὴ στὰ λόγια, στὴν ὁμιλία τῆς καθημερινῆς ζωῆς, στὸν τρόπο λεκτικῆς ἔκφρασης. Εἶναι πράγματι δεῖγμα ὑψηλῆς πνευματικῆς κατάστασης τὸ νὰ μὴν ἁμαρτάνει κάποιος μὲ τὸν λόγο, νὰ μὴν ἐξέρχεται ἀπὸ τὸ στόμα του λόγος σαπρός, βλάσφημος, κατακριτικὸς ἢ καὶ ἁπλὰ ἀργός, ἀνούσιος καὶ ἄχρηστος.  Ὁ λόγος εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς ψυχῆς, καθρεφτίζει τὸν ἐσωτερικὸ κόσμο τοῦ ἀνθρώπου. Ἐδῶ ἰσχύει ὁ λόγος τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου: «Εἴ τις ἐν λόγῳ οὐ πταίει, οὗτος τέλειος ἀνήρ, δυνατὸς χαλιναγωγῆσαι καὶ ὅλον τὸ σῶμα».

Τὸ ἑπόμενο σημεῖο προσοχῆς εἶναι ἡ «ἀναστροφή», ἡ συμπεριφορά, ὁ τρόπος ποὺ κινεῖται καὶ ἐνεργεῖ ὁ ἄνθρωπος. Ὅλη μας ἡ ζωὴ ἀποτελεῖται ἀπὸ μία συνεχόμενη σειρὰ πράξεων, ἡ ὁποία ξεκινᾶ ἀπὸ τὴν γέννησή μας καὶ καταλήγει στὸν βιολογικό μας θάνατο. Αὐτὲς οἱ πράξεις, οἱ καλὲς καὶ οἱ κακές, θὰ μᾶς συνοδέψουν καὶ στὴν ἄλλη ζωὴ καὶ θὰ μᾶς κρίνουν ἐνώπιον τοῦ φοβεροῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ. Πρέπει, λοιπὸν, τὰ ἔργα μας νὰ εἶναι θεάρεστα καὶ νὰ παρακινοῦν καὶ αὐτοὺς ποὺ τὰ βλέπουν στὸ νὰ τὰ μιμηθοῦν.

Ἡ ἀγάπη ἀποτελεῖ τὸ ἑπόμενο ἀπαιτούμενο. Ὀφείλει ὁ Χριστιανός, ὡς ἄξιος μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ, νὰ ὁμοιάσει σὲ Αὐτὸν σὲ ὅλα καὶ κυρίως στὴν ὕψιστη ἀρετὴ τῆς ἀγάπης. Πῶς θὰ ἀναγνωρίσει ὁ κοσμικὸς ἄνθρωπος τὸν πραγματικὸ Χριστιανό; Ἀπὸ τὴν εἰλικρινῆ καὶ ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη του πρὸς ὅλους τούς συνανθρώπους του, πέρα ἀπὸ κάθε κοινωνικό, φυλετικό, ἢ ὅποιον ἄλλον διαχωρισμό, ἀπὸ τὴν ἀγάπη του ἀκόμη καὶ πρὸς αὐτοὺς ποὺ τὸν ἐχθρεύονται.

Αὐτὸ τὸ «ἐν πνεύματι» ποὺ γράφει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, στὴ συνέχεια, σημαίνει τὴν ἁγιοπνευματικὴ ζωὴ ποὺ πρέπει νὰ ζεῖ ὁ Χριστιανός. Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ δὲν ζεῖ μία ἄσκοπη ζωή, «εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε», ἀποβλέποντας στὶς ἀπολαύσεις, στὸν πλουτισμὸ καὶ στὴν δόξα. Ἀγωνίζεται νὰ αὐξήσει τὴν ἐντός του παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μὲ τὴν προσευχή, τὴ νηστεία, τὴν διαρκῆ μετάνοια, τὴν συμμετοχή του στὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας, ἔτσι ὥστε ἡ φωτεινὴ καὶ ἐνάρετη ζωή του νὰ διαχέεται παντοῦ ὅπου βρεθεῖ καὶ νὰ δοξάζει τὸν Θεό.

Ὁ Χριστιανὸς πρέπει, ἐπιπλέον, νὰ ἀποπνέει τὴν ἀκράδαντη πίστη του πρὸς τὸν Θεὸ καὶ εἶναι ἀπαραίτητο νὰ γίνεται πρότυπο σὲ αὐτήν. Ὅταν οἱ ἄλλοι γύρω του κλονίζονται, αὐτὸς ὀφείλει νὰ εἶναι βράχος πίστης ἀκλόνητος, ἐπάνω στὸν ὁποῖο θὰ στηριχτοῦν ὅσοι ἔχουν ἀνάγκη πνευματικῆς βοηθείας. Ἡ πίστη του θὰ πηγάζει ἀπὸ μία βαθύτατη πνευματικὴ πληροφορία καὶ θὰ ἐνισχύεται διαρκῶς.

Τέλος, ὁ Χριστιανὸς πρέπει νὰ διακρίνεται γιὰ τὴν ἁγνότητα τοῦ βίου του, ὀφείλει νὰ εἶναι ἐγκρατὴς στὰ πάθη τῆς σάρκας. Ἰδιαίτερα ἕνας νέος ἄνθρωπος, ποὺ αἰσθάνεται δύσκολο τὸ ἄθλημα τῆς ἁγνότητας λόγω τῆς ἡλικίας του, μὲ τὸ νὰ μὴν ὑποκύπτει στοὺς σαρκικοὺς πειρασμοὺς μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, γίνεται μάρτυρας καὶ ὁ ἀγώνας του θὰ τοῦ δώσει φτερὰ νὰ πετάξει ἐπάνω ἀπὸ τὴν λάσπη τῆς βρώμικης κοινωνίας καὶ θὰ τὸν καταστήσει ἀξιομίμητο.

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος καλεῖ τὸν Τιμόθεο καὶ ὅλους ἐμᾶς νὰ γίνουμε πρότυπα, τέλειοι σὲ ὅλες τὶς πλευρὲς τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Ὅσο κι ἂν τὸ ὕψος τῶν ἀπαιτήσεών της φαντάζει δυσθεώρητο, ἂς ἀναλογισθοῦμε τὸν ἀψευδῆ λόγο τοῦ Χριστοῦ μας: «Τὰ ἀδύνατα παρ’ ἀνθρώποις δυνατά ἐστι παρὰ τῷ Θεῷ». Δὲν εἴμαστε ἐμεῖς ποὺ κατορθώνουμε τὸ ὁ,τιδήποτε, ἐμεῖς δίνουμε στὸν Θεὸ τὴν θέλησή μας καὶ Αὐτὸς προσθέτει τὴν δύναμη νὰ πραγματοποιήσουμε τὰ ἀκατόρθωτα. Ἂς ξεκινήσουμε, λοιπὸν, αὐτὸν τὸν καλὸν ἀγώνα καὶ θὰ βιώσουμε μυστικὰ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι τὴν σταδιακή μας πορεία πρὸς τὴν τελείωση. Ἀμήν, γένοιτο!


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ