Τετάρτη
21 Απριλίου

Ιανουαρίου ιερομάρτυρος

TheioKirigma

Ἀριθμός  11

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ (Ῥωμ. ιγ΄11 - ιδ΄4)

14 Μαρτίου  2021

ΤΟ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ

Ἀδελφοί, καὶ τοῦτο, εἰδότες τὸν καιρόν, ὅτι ὥρα ἡμᾶς ἤδη ἐξ ὕπνου ἐγερθῆναι· νῦν γὰρ ἐγγύτερον ἡμῶν ἡ σωτηρία ἢ ὅτε ἐπιστεύσαμεν. Ἡ νὺξ προέκοψεν, ἡ δὲ ἡμέρα ἤγγικεν. Ἀποθώμεθα οὖν τὰ ἔργα τοῦ σκότους καὶ ἐνδυσώμεθα τὰ ὅπλα τοῦ φωτός. Ὡς ἐν ἡμέρᾳ εὐσχημόνως περιπατήσωμεν, μὴ κώμοις καὶ μέθαις, μὴ κοίτας καὶ ἀσελγείαις, μὴ ἔριδι καὶ ζήλῳ, ἀλλ᾿ ἐνδύσασθε τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, καὶ τῆς σαρκὸς πρόνοιαν μὴ ποιεῖσθε εἰς ἐπιθυμίας.

Τὸν δὲ ἀσθενοῦντα τῇ πίστει προσλαμβάνεσθε, μὴ εἰς διακρίσεις διαλογισμῶν. Ὅς μὲν πιστεύει φαγεῖν πάντα, ὁ δὲ ἀσθενῶν λάχανα ἐσθίει. Ὁ ἐσθίων τὸν μὴ ἐσθίοντα μὴ ἐξουθενείτω, καὶ ὁ μὴ ἐσθίων τὸν ἐσθίοντα μὴ κρινέτω· ὁ Θεὸς γὰρ αὐτὸν προσελάβετο. Σὺ τίς εἶ ὁ κρίνων ἀλλότριον οἰκέτην; Τῷ ἰδίῳ Κυρίῳ στήκει ἢ πίπτει· σταθήσεται δέ· δυνατὸς γάρ ἐστιν ὁ Θεὸς στῆσαι αὐτόν.

ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ

Εἶναι νύχτα ἀκόμη καὶ μία σάλπιγγα ἠχεῖ καὶ σπάζει τὸν βαθὺ πρωινὸ ὕπνο τῶν στρατιωτῶν μέσα στὸν στρατώνα. Τὰ κοιμισμένα σώματα ἀναδεύονται καὶ πετιοῦνται ἐπάνω, γιὰ νὰ ἑτοιμαστοῦν γιὰ τὴν ἀναφορά. Αὐτὴν τὴν ἐντύπωση τοῦ πρωινοῦ ἐγερτηρίου μᾶς μεταδίδει ἡ σημερινὴ περικοπὴ ἀπὸ τὴν πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Τὰ λόγια του ἀκούγονται σὰν ξυπνητήρι γιὰ τοὺς Χριστιανοὺς ποὺ στρατεύονται στὴν παράταξη τοῦ Χριστοῦ: «Ὥρα ἡμᾶς ἐξ ὕπνου ἐγερθῆναι»! Ἦρθε ἡ ὥρα νὰ ξυπνήσουμε, νὰ σηκωθοῦμε ἀπὸ τὸν ὕπνο τῆς ἀμέλειας καὶ τῆς ἀκηδίας, ἦρθε ἡ ὥρα νὰ ἀγωνισθοῦμε καὶ νὰ πολεμήσουμε «ὡς καλοὶ στρατιῶται Ἰησοῦ Χριστοῦ». Τὸ πεδίο τῆς μάχης μᾶς περιμένει καὶ ἀπαιτεῖ πλήρη ἐγρήγορση. «Καὶ ποῦ θὰ πολεμήσουμε;», ἀναρωτιοῦνται κάποιοι. Θὰ πολεμήσουμε μέσα στὴν καρδιὰ μας ἐνάντια στὶς ἁμαρτωλὲς ἐπιθυμίες, ἐνάντια στὰ πάθη καὶ στὰ ἐλαττώματά μας. Θὰ πολεμήσουμε στὴ σκέψη μας ἐνάντια στοὺς πονηροὺς λογισμούς, ποὺ κατακλύζουν τὴν ὕπαρξή μας μὲ τὸ δηλητήριο τῆς ὑπερηφανείας καὶ τῆς ἀπιστίας. Θὰ πολεμήσουμε, ἐπίσης, ἐνάντια στὸν μέγιστο ἐχθρό μας, τὸν Διάβολο, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀνύστακτος καὶ ἀκατάπαυστα μᾶς προσβάλλει μὲ κάθε εἴδους πειρασμούς. Ὁ ἀόρατος πόλεμος δὲν παύει ποτέ, ὅσο ζεῖ ὁ ἄνθρωπος ποὺ θὰ θελήσει νὰ ζήσει κατὰ Θεόν.

Ὁ χρόνος περνάει σὰν νερὸ ποὺ κυλᾶ στὸν ποταμὸ καὶ μᾶς παρασύρει στὴν ματαιότητα. Δὲν ἔχουμε καιρὸ γιὰ χάσιμο, γιατί «νῦν ἐγγύτερον ἡμῶν ἡ σωτηρία ἢ ὅτε ἐπιστεύσαμεν». Ἡ σωτηρία μας, ποὺ θὰ ἔρθει μὲ τὴν Δευτέρα Παρουσία καὶ τὴν ἐγκαθίδρυση τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, εἶναι πιὸ κοντά μας ἀπὸ τότε ποὺ πιστέψαμε στὸν Χριστὸ καὶ διὰ τοῦ βαπτίσματός μας εἰσαχθήκαμε στὴν Ἐκκλησία Του. Οἱ μέρες, τὰ χρόνια πέρασαν καὶ ἤδη βρισκόμαστε πολὺ πιὸ κοντὰ στὸ τέλος τῆς ζωῆς μας. «Ἡ νῦξ προέκοψεν, ἡ δὲ ἡμέρα ἤγγικεν.» Ὁ παρὼν βίος, ποὺ μοιάζει μὲ νύχτα σκοτεινή, προχώρησε καὶ ἡ ἡμέρα τῆς μέλλουσας ζωῆς πλησίασε. Ἐδῶ πρέπει νὰ ἐπισημάνουμε μία λανθασμένη καὶ ἐν πολλοῖς ἀρρωστημένη τάση πολλῶν Χριστιανῶν νὰ ἀσχολοῦνται μὲ τὶς προφητεῖες γιὰ τὰ φοβερὰ καὶ τρομερὰ γεγονότα ποὺ θὰ συμβοῦν στὰ ἔσχατα τῆς ἱστορίας, γιὰ τὸν Ἀντίχριστο καὶ τὴν ἐπικράτηση τοῦ κακοῦ στὸν κόσμο, λίγο πρὶν ἔρθει ἡ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ. Ὅλοι αὐτοὶ οἱ προφητολόγοι παραγνωρίζουν τὸ γεγονὸς ὅτι γιὰ τὸν κάθε ἄνθρωπο ὥρα τῆς κρίσεως εἶναι ἡ ὥρα τοῦ θανάτου του, ἡ ὁποία μᾶλλον θὰ ἐπέλθει πολὺ νωρίτερα ἀπὸ τὸν ἀναμενόμενο χρόνο τῶν ἐσχάτων καὶ τῆς Δευτέρας Παρουσίας. Τότε μόνο τὰ ἔργα τῆς μετανοίας θὰ ὠφελήσουν καὶ ὄχι οἱ ἐνασχολήσεις μὲ τὰ μελλούμενα.

Ἐφόσον, λοιπὸν, ἡ νύχτα φεύγει καὶ ἡ ἡμέρα πλησιάζει, πρέπει νὰ ἑτοιμαστοῦμε κατάλληλα, γιὰ νὰ ὑποδεχθοῦμε τὸν Ἥλιο τῆς Δικαιοσύνης, τὸν Χριστό, ποὺ θὰ ἀνατείλει γιὰ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα. Πρέπει πρῶτα νὰ ἀποθέσουμε «τὰ ἔργα τοῦ σκότους», τὶς πολλὲς καὶ ποικίλες ἁμαρτίες ποὺ καθημερινὰ διαπράττουμε, οἱ ὁποῖες προέρχονται ἀπὸ τὸν Διάβολο καὶ γεμίζουν μὲ σκοτάδι τὴν ψυχή μας. Ἡ ἁμαρτία ἀποτελεῖ τὸ αἴτιο τοῦ ἐσωτερικοῦ σκότους γιὰ τοὺς περισσότερους ἀνθρώπους, ποὺ τοὺς στερεῖ τὴν δυνατότητα νὰ ἀντικρύσουν τὸ φῶς τὸ ἀληθινό, τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ. Ἂν, ὅμως, μὲ τὴν βαθιὰ μετάνοια, ἀποφασίσει ὁ ἁμαρτωλὸς νὰ ἐκτινάξει ἀπὸ ἐπάνω του τὸν ζοφερὸ ὕπνο τῆς πνευματικῆς λήθης καὶ τῆς πόρωσης, τότε θὰ ἀρχίσει σιγὰ σιγὰ νὰ βλέπει ἀμυδρὰ στὴν ἀρχὴ καὶ ὕστερα ὅλο καὶ πιὸ καθαρὰ αὐτὸ τὸ ὑπέρλαμπρο φῶς. Αὐτὸ τὸ νόημα ἔχει ἡ προτροπὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «Ἐνδυσώμεθα τὰ ὅπλα τοῦ φωτός». Ὀφείλουμε νὰ ντυθοῦμε μὲ τὰ φωτεινὰ ροῦχα, δηλαδὴ τὶς ἀρετές, οἱ ὁποῖες χρησιμοποιοῦνται ὡς ὅπλα στὸν πόλεμο τοῦ Χριστιανοῦ ἐναντίον τῶν προαιωνίων ἐχθρῶν του, τῶν δαιμόνων, τοῦ ἑαυτοῦ του καὶ τοῦ κόσμου.

Ἀπὸ αὔριο ξεκινᾶ ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Τεσσαρακοστή, «τὸ στάδιον τῶν ἀρετῶν ἠνέωκται», ὁ ἀγωνιστικὸς χῶρος εἶναι ἀνοικτὸς καὶ ἀκούγεται τὸ κάλεσμα τοῦ ἀγωνοθέτη Χριστοῦ στοὺς ἀθλητὲς καὶ στρατιῶτες Του. Ὅπως λέγει τὸ στιχηρὸ τροπάριο τῶν αἴνων τῆς σημερινῆς Κυριακῆς, ἀφοῦ ἀναλάβουμε τὴν πανοπλίαν  τοῦ Σταυροῦ «τῷ ἐχθρῶ ἀντιμαχησώμεθα», ἂς παλαίψουμε μὲ τὸν ἐχθρό, «ὡς τεῖχος ἄρρηκτον κατέχοντες τὴν πίστιν, καὶ ὡς θώρακα τὴν προσευχήν, καὶ περικεφαλαίαν τὴν ἐλεημοσύνην, ἀντὶ μαχαίρας τὴν νηστείαν, ἥτις ἐκτέμνει ἀπὸ καρδίας πᾶσαν κακίαν». Ἡ πίστη, ἡ προσευχή, ἡ ἐλεημοσύνη, ἡ νηστεία, μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, νὰ τὰ ὅπλα τοῦ φωτὸς ποὺ χρειαζόμαστε γιὰ τὸν πνευματικὸ ἀγώνα, κυρίως δὲ ἡ νηστεία, γιατί αὐτὴ μπορεῖ νὰ ξεριζώσει κάθε κακία ἀπὸ τὴν καρδιά.

Σκοπός μας, ὅμως, δὲν εἶναι ἡ μόνο ἡ ἠθικὴ τελείωση, τὸ νὰ γίνουμε καλοὶ καὶ εὐυπόληπτοι ἄνθρωποι. Αὐτὸ εἶναι πολὺ μικρὸ καὶ φτωχό, μπροστὰ στὸν ἀσύγκριτα μεγαλύτερο στόχο, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸ νὰ «ἐνδυθοῦμε τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό», σύμφωνα μὲ τὴν παραίνεση τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Νὰ φορέσουμε τὸν Χριστό, σὰν νὰ εἶναι μία λαμπρὴ ἐνδυμασία, ἔτσι ὥστε νὰ Τοῦ μοιάσουμε στὸν τέλειο βαθμό. Νὰ γίνουμε δηλαδὴ ἅγιοι, κατὰ χάριν θεοί, νὰ μεταμορφωθοῦμε ἐμεῖς οἱ χοϊκοὶ καὶ θνητοὶ σὲ «θείας φύσεως κοινωνούς».

Ἂς ξυπνήσουμε, λοιπόν, γιατί ὁ καιρὸς τὸ ἀπαιτεῖ. Ἂς μὴν χρονοτριβοῦμε. Αὐτὸ τὸ ρητὸ «ἡ νῦξ προέκοψεν, ἡ δὲ ἡμέρα ἤγγικεν» πρέπει νὰ ἀκούγεται συνέχεια στὰ αὐτιὰ τῆς ψυχῆς μας μὲ ἀδιάλειπτα διεγερτικὸ ἀποτέλεσμα. Ἂς κλείσουμε τὰ αὐτιά μας στὶς Σειρῆνες τοῦ παρόντος κόσμου, ὁ ὁποῖος, αὐτὲς τὶς ἡμέρες ἰδιαίτερα, καλεῖ τὰ πλήθη τῶν καρναβαλιστῶν σὲ κραιπάλες, σὲ φαγοπότια καὶ μέθες, σὲ ἁμαρτωλὲς κοῖτες καὶ ἀσέλγειες, σὲ ἔριδες καὶ ζηλοφθονίες. Ἀντίθετα, ἂς μονολογοῦμε ἔντρομοι ἀλλὰ καὶ εὐέλπιδες μπροστὰ στὸν ἐπερχόμενο θάνατό μας: «Ψυχή μου, ψυχή μου, ἀνάστα, τί καθεύδεις; Τὸ τέλος ἐγγίζει καὶ μέλλεις θορυβεῖσθαι! Ἀνάνηψον οὖν, ἵνα φείσηταί σου Χριστὸς ὁ Θεός, ὁ πανταχοῦ παρὼν καὶ τὰ πάντα πληρῶν». Ἀμήν, γένοιτο!


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ