Πέμπτη
2 Δεκεμβρίου

Αββακούμ προφήτου, Αβίβου και Μυρόπης μαρτύρων, Θεοφίλου και Ανδρέου των οσίων

Programma

Ἀριθμός  19

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ

(Πρξ. στ΄, 1-7)

16 Μαΐου 2021

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ

Ἐν ταῖς ἡμεραῖς ἐκείναις, πληθυνόντων τῶν μαθητῶν ἐγένετο γογγυσμὸς τῶν Ἑλληνιστῶν πρὸς τοὺς Ἑβραίους͵ ὅτι παρεθεωροῦντο ἐν τῇ διακονίᾳ τῇ καθημερινῇ αἱ χῆραι αὐτῶν. Προσκαλεσάμενοι δὲ οἱ δώδεκα τὸ πλῆθος τῶν μαθητῶν εἶπαν͵ Οὐκ ἀρεστόν ἐστιν ἡμᾶς καταλείψαντας τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ διακονεῖν τραπέζαις· ἐπισκέψασθε δέ͵ ἀδελφοί͵ ἄνδρας ἐξ ὑμῶν μαρτυρουμένους ἑπτὰ πλήρεις πνεύματος καὶ σοφίας͵ οὓς καταστήσομεν ἐπὶ τῆς χρείας ταύτης· ἡμεῖς δὲ τῇ προσευχῇ καὶ τῇ διακονίᾳ τοῦ λόγου προσκαρτερήσομεν. Καὶ ἤρεσεν ὁ λόγος ἐνώπιον παντὸς τοῦ πλήθους͵ καὶ ἐξελέξαντο Στέφανον͵ ἄνδρα πλήρη πίστεως καὶ πνεύματος ἁγίου͵ καὶ Φίλιππον καὶ Πρόχορον καὶ Νικάνορα καὶ Τίμωνα καὶ Παρμενᾶν καὶ Νικόλαον προσήλυτον Ἀντιοχέα͵ οὓς ἔστησαν ἐνώπιον τῶν ἀποστόλων͵ καὶ προσευξάμενοι ἐπέθηκαν αὐτοῖς τὰς χεῖρας. Καὶ ὁ λόγος τοῦ θεοῦ ηὔξανεν͵ καὶ ἐπληθύνετο ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν ἐν Ἰερουσαλὴμ σφόδρα͵ πολύς τε ὄχλος τῶν ἱερέων ὑπήκουον τῇ πίστει.

ΘΕΙΟ ΚΗΡΥὉποιοδήποτε ἔργο, γιὰ νὰ ἔλθει σωστὰ σὲ πέρας, ἀπαιτεῖ καλὴ καὶ ἀποδοτικὴ καθοδήγηση καὶ τακτοποίηση. Καὶ ἡ ὀργάνωση τῶν εὐχαριστιακῶν συνάξεων τῆς πρώτης Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων ἀπὸ τὴν ἀρχὴ χρειάστηκε τὴν ἀπαραίτητη διευθέτηση, καθὼς αὐξάνονταν οἱ Χριστιανοὶ ποὺ συμμετεῖχαν σὲ αὐτὲς καὶ ἔπρεπε ὅλοι νὰ οἰκονομηθοῦν κατὰ τὸν καλύτερο τρόπο. Αὐτὸ τὸ θέμα διαπραγματεύεται ἡ σημερινὴ περικοπὴ ἀπὸ τὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων καὶ ἀξίζει νὰ ἐπικεντρωθοῦμε στὴ λύση ποὺ βρῆκαν οἱ Ἀπόστολοι στὸ ζήτημα τῆς διακονίας τῶν εὐχαριστιακῶν τραπεζῶν καὶ κυρίως νὰ ἐξετάσουμε τὴν αἰτιολόγηση ποὺ ἔδωσαν.

Βρισκόμαστε χρονικὰ λίγο μετὰ τὴν Πεντηκοστὴ καὶ τὴν δημιουργία τῆς πρώτης ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας τῶν Ἱεροσολύμων. Οἱ μαθητές, οἱ νέοι Χριστιανοί, αὐξάνονταν καὶ ἡ διοργάνωση ποὺ ἀπαιτοῦσαν οἱ Ἀγάπες, δηλαδὴ τὰ εὐχαριστιακὰ δεῖπνα, εἶχε δυσκολέψει. Ἄρχισαν τὰ πρῶτα παράπονα. Οἱ Ἑλληνιστές, δηλαδὴ οἱ Ἑβραῖοι Χριστιανοὶ ποὺ ζοῦσαν σὲ ξένες χῶρες καὶ μιλοῦσαν ἑλληνικά, δυσανασχετοῦσαν ἐναντίον τῶν ντόπιων Ἑβραίων Χριστιανῶν, ἐπειδὴ κατὰ τὴν καθημερινὴ διακονία καὶ φροντίδα τῶν πτωχοτέρων παραμερίζονταν καὶ δὲν ἐξυπηρετοῦνταν οἱ δικές τους χῆρες. Πρωτοστάτες σὲ αὐτὸ τὸ ἔργο ἦταν οἱ Δώδεκα Ἀπόστολοι, οἱ ὁποῖοι φανταζόμαστε πόσο θὰ ἐπιβαρύνονταν μὲ τὸ νὰ τὰ ἔχουν ἀναλάβει ὅλα, καὶ τὰ δεῖπνα καὶ τὸ κήρυγμα. Καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ ἀκοῦνε γκρίνιες καὶ μουρμοῦρες γιὰ δῆθεν ἀστοχίες καὶ παραλείψεις. Ἀνθρώπινες μικρότητες, θὰ ἔλεγε κανείς, πλὴν ὅμως ὄχι ἀμελητέες. Οἱ γογγυσμοὶ εἶχαν πραγματικὴ βάση καὶ ἔπρεπε νὰ σταματήσουν, χωρὶς νὰ προκληθεῖ ἀναστάτωση καὶ διχόνοια. Ἄλλωστε ὁ Πειρασμὸς αὐτὲς ἀκριβῶς τὶς καταστάσεις ἐκμεταλλεύεται, γιὰ νὰ τὶς μεγιστοποιήσει καὶ νὰ προκαλέσει ρήξη καὶ διαμάχη.

Τότε οἱ Δώδεκα Ἀπόστολοι, οἱ στυλοβάτες τῆς πρώτης Ἐκκλησίας, ὡς σοφοὶ ποιμένες καὶ διδάσκαλοι,  ἔδρασαν τάχιστα. Συγκέντρωσαν τὸ πλῆθος τῶν Χριστιανῶν καὶ εἶπαν τὰ ἑξῆς: «Δὲν εἶναι ἀρεστὸ νὰ ἐγκαταλείψουμε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ διακονοῦμε τραπέζια. Ἐπιλέξτε, ἀδελφοί, ἑπτὰ ἄνδρες ἀπὸ ἐσᾶς, μὲ καλὴ μαρτυρία, γεμάτους ἀπὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ σοφία, τοὺς ὁποίους θὰ ὁρίσουμε ὑπεύθυνους γιὰ αὐτὴν τὴν ἐργασία. Καὶ ἐμεῖς θὰ ἀσχοληθοῦμε μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν διακονία τοῦ λόγου». Ἀξίζει νὰ σχολιάσουμε καὶ νὰ ἐμβαθύνουμε στὴν πρώτη καὶ στὴν τελευταία φράση τοῦ σύντομου αὐτοῦ λόγου τῶν Ἀποστόλων. Ἀρχίζουν μὲ τὴν φράση: «Δὲν εἶναι ἀρεστὸ» καὶ ἐννοοῦν δὲν ἀρέσει στὸν Θεὸ αὐτὸ ποὺ γίνεται, τὸ νὰ φροντίζουν δηλαδὴ τὰ δεῖπνα καὶ νὰ ἔχουν θέσει σὲ δεύτερη μοίρα τὸ κήρυγμα. Τὸ πρῶτο μέλημα τῶν Ἀποστόλων εἶναι τὸ τί εἶναι εὐάρεστο στὸν Θεό, ἂν αὐτὸ ποὺ κάνουν ἀρέσει ἢ ὄχι στὸν Θεό. Ἔτσι, μᾶς διδάσκουν ἕνα πολὺ μεγάλο μάθημα, πάντοτε νὰ ἐλέγχουμε τὶς πράξεις μας καὶ νὰ τὶς κρίνουμε μὲ γνώμονα τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Κάθε σημαντικὴ στιγμὴ τῆς ζωῆς μας νὰ τὴν θέτουμε ἐνώπιον τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἀναρρωτιόμαστε: «Αὐτὸ πού πρόκειται νὰ κάνω ἀρέσει στὸν Θεό; Εἶναι κατὰ τὸ θέλημά Του; Ὁ Χριστὸς στὴ θέση μου τί θὰ ἔκανε; Συμφωνεῖ μὲ τὴν ἀπόφασή μου;»  Καὶ μὲ τὸν λογισμὸ αὐτὸ ὡς ἀπλανῆ ὁδηγὸ μποροῦμε νὰ πορευθοῦμε ἥσυχοι ὅτι κάνουμε ὑπακοὴ στὸ θεῖο θέλημα.

        Τὸ πρόβλημα τῶν Ἀποστόλων εἶναι, γιὰ νὰ μιλήσουμε μὲ σύγχρονους ὅρους, ἡ ἐργασιακὴ ὑπερφόρτωση, ἡ ἀδυναμία τους νὰ ἀνταπεξέλθουν μὲ ἐπιτυχία στὶς ἀπαιτήσεις δύο ἔργων, τῆς ἑτοιμασίας καὶ τῆς ἐπιστασίας τῶν εὐχαριστιακῶν δείπνων ἀπὸ τὴ μία καὶ τῆς ἐνασχόλησής τους μὲ τὸ κήρυγμα καὶ τὴν διδασκαλία τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴν ἄλλη. Πρέπει νὰ ἀφήσουν τὴ μία ἀπασχόληση καὶ νὰ ἀφοσιωθοῦν στὴν ἄλλη. Τὸ δίλημμα εἶναι: «Δεῖπνα ἢ κήρυγμα;» Καὶ ἡ ἀπόφασή τους λαμβάνεται πάντοτε μὲ γνώμονα τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ: δὲν εἶναι σωστὸ οἱ Μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ, αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἔλαβαν προσωπικὴ πείρα τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ, καθὼς ἔζησαν καὶ συνομίλησαν μαζί Του, αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι πρὶν ἀπὸ λίγο ἐνδύθηκαν τὴν ἐξ ὕψους δύναμιν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γιὰ νὰ ἐπιτελέσουν τὸ ἔργο τοῦ εὐαγγελισμοῦ τοῦ λαοῦ, νὰ ἀσχολοῦνται μὲ τὴ μέριμνα τῆς προετοιμασίας δείπνων.

Ἐδῶ ὀφείλουμε νὰ ὁμολογήσουμε ὅτι δὲν εἶναι ὅλα τὰ καθήκοντα ἴσης ἀξίας, οὔτε εἶναι ὅλα ἐξίσου ἀπαιτητικά. Ὑπάρχουν ἀνώτερα καὶ κατώτερα ὑπουργήματα, ἀκόμη καὶ στὸν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, γι’ αὐτὸ καὶ ὑπάρχει μία ἀπαραίτητη ἱεράρχηση καὶ τάξη. Ἄλλη εἶναι ἡ θέση τοῦ ἐπισκόπου, ἄλλη τοῦ ἱερέα, ἄλλη τοῦ διακόνου, ἄλλη τοῦ ἀναγνώστη, τοῦ ψάλτη, τοῦ νεωκόρου, τοῦ ἁπλοῦ βοηθοῦ. Ὅλοι, ὅμως, συνεργάζονται, ἢ πρέπει νὰ συνεργάζονται, μὲ μία ψυχὴ καὶ μία καρδιὰ γιὰ τὴν ὠφέλεια τῶν πιστῶν καὶ πρὸς δόξαν Θεοῦ. «Ἕκαστος ἐφ’ ᾧ ἐτάχθη», ὁ καθένας στὸ πόστο του, ὀφείλει νὰ δίνει τὸν καλύτερό του ἑαυτό. O καθένας κατὰ τὸ χάρισμά του πρέπει νὰ ἐργάζεται στὸν ἀμπελώνα τοῦ Κυρίου ἀφιερώνοντας ὅλες του τὶς δυνάμεις καὶ ἐργαζόμενος μὲ προθυμία καὶ φιλοτιμία, μὲ τὴ σκέψη ὅτι ὁ Κύριος τοῦ ἔργου βλέπει, κρίνει καὶ θὰ ἀποδώσει στὸν καθένα τὸν μισθὸ του κατὰ τὴν ἐργασία του. Ἂν, ὅμως, ὁ ἐργαζόμενος στὸν Οἶκο τοῦ Θεοῦ ἔχει νὰ ἐπιλέξει ἀνάμεσα σὲ δύο ὑπουργήματα, θὰ ἐπιλέξει τὸ προσφορότερο καὶ ὠφελιμότερο γιὰ τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ, σύμφωνα πάντοτε καὶ πρὸς τὶς ἰδιαίτερές του κλίσεις καὶ τὰ προσωπικὰ του ἰδιώματα.

Τὸ πᾶν ἔγκειται στὴν διάθεση μὲ τὴν ὁποία ὁ ἐργάτης τοῦ Θεοῦ ἀναλαμβάνει τὸ θεῖο ἔργο. Πρέπει νὰ εἶναι ἐντελῶς ἀπαλλαγμένος ἀπὸ ὁποιαδήποτε διάθεση αὐτοπροβολῆς καὶ ὑπερηφανείας, νὰ ἔχει μέσα του ἐπίγνωση τῆς ἀναξιότητάς του καὶ τῆς ἀνεπάρκειάς του, νὰ ἔχει πνεῦμα αὐταπάρνησης καὶ θυσιαστικὴς ἀγάπης. Μὲ λίγα λόγια, νὰ μιμεῖται τὸν Χριστὸ σὲ κάθε του λόγο καὶ ἔργο. Αὐτὴν τὴν ὀρθὴ στάση ἀπέναντι στὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ φανερώνει τὸ ρῆμα: «προσκαρτερήσομεν» ποὺ χρησιμοποιοῦν οἱ Ἀπόστολοι, γιὰ νὰ δικαιολογήσουν τὴν ἀπόφασή τους νὰ ἀσχοληθοῦν ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο μὲ τὸ κήρυγμα.  «Προσκαρτερῶ» σημαίνει ἀφοσιώνομαι σὲ ἕνα σημαντικὸ ἔργο, δίνω ὅλες μου τὶς δυνάμεις καὶ ὑπομένω τὸν κόπο μὲ καρτερία, δὲν παραιτοῦμαι ποτέ.

        Τρία πράγματα ἂς κρατήσουμε ἀπὸ τὸ σημερινὸ ἀνάγνωσμα: πρῶτον, νὰ πράττουμε πάντοτε τὸ εὐάρεστο στὸν Θεό, δεύτερον, νὰ ἐπιλέγουμε τὸ ἀξιολογικὰ ἀνώτερο ἔργο γιὰ τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ καί, τρίτον, νὰ ἀφιερώνουμε ὅλο μας τὸ εἶναι στὸ θεάρεστο ἔργο ποὺ ἀναλάβαμε. Αὐτὰ ἂν τηρήσει ὁ καθένας μας, θὰ ἔχει βάσιμες ἐλπίδες νὰ ἀκούσει τὴν ποθητὴ φωνὴ τοῦ Χριστοῦ: «Εὖ δοῦλε, ἀγαθὲ καὶ πιστέ!...Εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου σου!» Ἀμήν, γένοιτο!


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ