Πέμπτη
2 Δεκεμβρίου

Αββακούμ προφήτου, Αβίβου και Μυρόπης μαρτύρων, Θεοφίλου και Ανδρέου των οσίων

TheioKirigma

Ἀριθμός  22

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ

(Πραξ. ιστ΄, 16-34)

6 Ἰουνίου 2021

*

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἐγένετο δὲ πορευομένων ἡμῶν τῶν Ἀποστόλων εἰς προσευχὴν παιδίσκην τινὰ ἔχουσαν πνεῦμα πύθωνος ἀπαντῆσαι ἡμῖν, ἥτις ἐργασίαν πολλὴν παρεῖχε τοῖς κυρίοις αὐτῆς μαντευομένη. 17 αὕτη κατακολουθήσασα τῷ Παύλῳ καὶ τῷ Σίλᾳ ἔκραζε λέγουσα· οὗτοι οἱ ἄνθρωποι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου εἰσίν, οἵτινες καταγγέλλουσιν ἡμῖν ὁδὸν σωτηρίας. 18 τοῦτο δὲ ἐποίει ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας. διαπονηθεὶς δὲ ὁ Παῦλος καὶ ἐπιστρέψας τῷ πνεύματι εἶπε· παραγγέλλω σοι ἐν τῷ ὀνόματι  Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐξελθεῖν ἀπ᾿ αὐτῆς. καὶ ἐξῆλθεν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ. 19  Ἰδόντες δὲ οἱ κύριοι αὐτῆς ὅτι ἐξῆλθεν ἡ ἐλπὶς τῆς ἐργασίας αὐτῶν, ἐπιλαβόμενοι τὸν Παῦλον καὶ τὸν Σίλαν εἵλκυσαν εἰς τὴν ἀγορὰν ἐπὶ τοὺς ἄρχοντας, 20 καὶ προσαγαγόντες αὐτοὺς τοῖς στρατηγοῖς εἶπον· οὗτοι οἱ ἄνθρωποι ἐκταράσσουσιν ἡμῶν τὴν πόλιν  Ἰουδαῖοι ὑπάρχοντες. 21 καὶ καταγγέλλουσιν ἔθη ἃ οὐκ ἔξεστιν ἡμῖν παραδέχεσθαι οὐδὲ ποιεῖν Ρωμαίοις οὖσι. 22 καὶ συνεπέστη ὁ ὄχλος κατ᾿ αὐτῶν. καὶ οἱ στρατηγοὶ περιρρήξαντες αὐτῶν τὰ ἱμάτια ἐκέλευον ραβδίζειν, 23 πολλάς τε ἐπιθέντες αὐτοῖς πληγὰς ἔβαλον εἰς φυλακήν, παραγγείλαντες τῷ δεσμοφύλακι ἀσφαλῶς τηρεῖν αὐτούς· 24 ὃς παραγγελίαν τοιαύτην εἰληφὼς ἔβαλεν αὐτοὺς εἰς τὴν ἐσωτέραν φυλακὴν καὶ τοὺς πόδας αὐτῶν ἠσφαλίσατο εἰς τὸ ξύλον. 25 Κατὰ δὲ τὸ μεσονύκτιον Παῦλος καὶ Σίλας προσευχόμενοι ὕμνουν τὸν Θεόν· ἐπηκροῶντο δὲ αὐτῶν οἱ δέσμιοι. 26 ἄφνω δὲ σεισμὸς ἐγένετο μέγας, ὥστε σαλευθῆναι τὰ θεμέλια τοῦ δεσμωτηρίου, ἀνεῴχθησάν τε παραχρῆμα αἱ θύραι πᾶσαι καὶ πάντων τὰ δεσμὰ ἀνέθη. 27 ἔξυπνος δὲ γενόμενος ὁ δεσμοφύλαξ καὶ ἰδὼν ἀνεῳγμένας τὰς θύρας τῆς φυλακῆς, σπασάμενος μάχαιραν ἔμελλεν ἑαυτὸν ἀναιρεῖν, νομίζων ἐκπεφευγέναι τοὺς δεσμίους. 28 ἐφώνησε δὲ φωνῇ μεγάλῃ ὁ Παῦλος λέγων· μηδὲν πράξῃς σεαυτῷ κακόν· ἅπαντες γάρ ἐσμεν ἐνθάδε. 29 αἰτήσας δὲ φῶτα εἰσεπήδησε, καὶ ἔντρομος γενόμενος προσέπεσε τῷ Παύλῳ καὶ τῷ Σίλᾳ, 30 καὶ προαγαγὼν αὐτοὺς ἔξω ἔφη· κύριοι, τί με δεῖ ποιεῖν ἵνα σωθῶ; 31 οἱ δὲ εἶπον· πίστευσον ἐπὶ τὸν Κύριον  Ἰησοῦν Χριστόν, καὶ σωθήσῃ σὺ καὶ ὁ οἶκός σου. 32 καὶ ἐλάλησαν αὐτῷ τὸν λόγον τοῦ Κυρίου καὶ πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ. 33 καὶ παραλαβὼν αὐτοὺς ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ τῆς νυκτὸς ἔλουσεν ἀπὸ τῶν πληγῶν, καὶ ἐβαπτίσθη αὐτὸς καὶ οἱ αὐτοῦ πάντες παραχρῆμα, 34 ἀναγαγών τε αὐτοὺς εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ παρέθηκε τράπεζαν, καὶ ἠγαλλιάσατο πανοικὶ πεπιστευκὼς τῷ Θεῷ.

ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ

Πολλὲς φορὲς στὴ ζωὴ μας προβληματιζόμαστε γιὰ διάφορα ζητήματα ποὺ μᾶς ἀπασχολοῦν καὶ ἀναζητοῦμε τὴ λύση εἴτε μελετώντας οἱ ἴδιοι καὶ ὁδηγούμενοι σὲ ἕνα συμπέρασμα, εἴτε ρωτώντας κάποιους ἀνθρώπους τοὺς ὁποίους ἐμπιστευόμαστε, γιατί τοὺς θεωροῦμε ἀξιόπιστους καὶ γνῶστες τοῦ θέματος ποὺ μᾶς ἀπασχολεῖ. Μία τέτοια περίπτωση βλέπουμε στὴ σημερινὴ περικοπὴ ἀπὸ τὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, ὅπου ἕνα σημαντικὸ ἐρώτημα ἀκούγεται ἀπὸ τὰ χείλη τοῦ δεσμοφύλακα τῶν Φιλίππων, ἕνα ἐρώτημα ποὺ εἶναι τὸ σημαντικότερο καὶ τὸ μόνο ἀπαραίτητο πού μπορεῖ νὰ διατυπώσει ἄνθρωπος σὲ τοῦτον τὸν κόσμο: «Τί με δεῖ ποιεῖν, ἵνα σωθῶ;» «Τί πρέπει νὰ κάνω, γιὰ νὰ σωθῶ;» Καὶ τὸ ἐρώτημα αὐτὸ βρίσκει ἄμεση καὶ δραστικὴ ἀπάντηση ἀπὸ τούς πλέον ἁρμόδιους ἀνθρώπους, τὸν Ἀπόστολο Παῦλο καὶ τὸν Ἀπόστολο Σίλα, οἱ ὁποῖοι εἰδικεύονται ἀκριβῶς σὲ αὐτό, δηλαδὴ στὸ νὰ καθοδηγοῦν ψυχὲς στὴ σωτηρία, ἐφόσον τὸ θέλουν.

Ὅλα ξεκίνησαν ἀπὸ μία μικρὴ δούλα, ἡ ὁποία εἶχε «πνεῦμα πύθωνος», μαντικὸ πνεῦμα, καὶ ἀπέφερε πολλὰ κέρδη στοὺς κυρίους της μὲ τὶς μαντεῖες της. Αὐτή, μόλις εἶδε τοὺς δύο Ἀποστόλους, τοὺς πῆρε ἀπὸ πίσω καὶ ἀπεκάλυπτε τὴν  ἀλήθεια, ὅτι δηλαδὴ αὐτοὶ εἶναι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου καὶ κηρύσσουν τὴν ὁδὸ τῆς σωτηρίας. Ἐπειδὴ εἶχε γίνει ἐνοχλητική, ὁ Παῦλος διέταξε τὸ πονηρὸ πνεῦμα νὰ βγεῖ ἀπὸ τὴ γυναίκα αὐτὴ καὶ ἔτσι ἐξαφάνισε τὴν κερδοφόρα ἐπιχείρηση τῶν ἀφεντικῶν της. Ἐξαγριωμένοι αὐτοὶ ἁρπάζουν τοὺς δύο καὶ τοὺς ὁδηγοῦν μπροστὰ στοὺς ἄρχοντες τῶν Φιλίππων καὶ τοὺς κατηγοροῦν ὡς Ἰουδαίους ταραχοποιοὺς καὶ ὡς διδασκάλους συνηθειῶν ἀντιθέτων ἀπὸ αὐτὲς ποὺ παραδέχονται οἱ Ρωμαῖοι. Πολὺς κόσμος μαζεύτηκε γύρω τους ἀπὸ περιέργεια καὶ οἱ στρατηγοί, ἀφοῦ τοὺς γύμνωσαν, διέταξαν νὰ τοὺς μαστιγώσουν. Στὴ συνέχεια, τοὺς πέταξαν στὴ φυλακὴ καὶ διέταξαν τὸν δεσμοφύλακα νὰ τοὺς φυλάττει  ὅσο γινόταν πιὸ αὐστηρά. Αὐτὸς τοὺς ἔβαλε στὸ πιὸ ἀσφαλὲς κελὶ καὶ ἔσφιξε τὰ πόδια τους στὸ ξύλο. Πέρασε ἡ ὥρα, νύχτωσε καὶ γύρω στὰ μεσάνυχτα, τὴν ὥρα ποὺ ὁ Παῦλος καὶ ὁ Σίλας ὑμνοῦσαν τὸν Θεὸ καὶ οἱ ἄλλοι συγκρατούμενοι τοὺς ἄκουγαν ἐκστατικοί, ξαφνικὰ γίνεται ἰσχυρὸς σεισμός, συγκλονίζονται τὰ θεμέλια της φυλακῆς, ἀνοίγουν οἱ πόρτες καὶ ὅλα τὰ δεσμὰ λύνονται ἀπὸ τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια τῶν κρατουμένων. Ξυπνάει ὁ δεσμοφύλακας, βλέπει πὼς ὅλες οἱ σιδερένιες πόρτες εἶναι ἀνοιχτὲς καὶ τραβάει τὸ ξίφος του γιὰ νὰ αὐτοκτονήσει, νομίζοντας πὼς εἶχαν δραπετεύσει οἱ δεσμῶτες. Μὲ μεγάλη φωνὴ τὸν σταματᾶ ὁ Παῦλος λέγοντάς του πὼς ὅλοι εἶναι μέσα καὶ νὰ μὴν κάνει κακὸ στὸν ἑαυτό του. Ἔντρομος τότε ὁ δεσμοφύλακας παίρνει ἕναν δαυλό, γιὰ νὰ βλέπει, ὁδηγεῖ τοὺς δύο Ἀποστόλους ἔξω ἀπὸ τὴ φυλακή, γονατίζει μπροστά τους καὶ θέτει τὸ ἐρώτημα αὐτό: «Κύριοι, τί πρέπει νὰ κάνω, γιὰ νὰ σωθῶ;»

Γιὰ νὰ φτάσει ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς στὸ σημεῖο νὰ ἐνδιαφερθεῖ τόσο πολὺ γιὰ τὴ σωτηρία του, συνέτρεξαν τρεῖς παράγοντες. Πρῶτον, ὁ ἴδιος πρέπει νὰ ἦταν εὐαίσθητος ἄνθρωπος. Ἀπὸ καιρὸ πρέπει νὰ εἶχε βαθύτερες ἀναζητήσεις σχετικὰ μὲ τὸ νόημα τῆς ζωῆς καὶ τὸν προορισμό του ὡς ἀνθρώπου, ἔβλεπε ὅμως, καὶ τὸ ἀδιέξοδό τῆς καθιερωμένης, εἰδωλολατρικῆς θρησκείας καὶ τὴν ἀποσύνθεση τῆς κοινωνίας ὁλόγυρά του. Δεύτερον, ἔμαθε γιὰ τὴν ἀναταραχὴ ποὺ προκάλεσαν στὴν πόλη οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ καὶ πολὺ πιθανὸν ἄκουσε καὶ τὸ περιεχόμενο τῆς διδασκαλίας τους, ποὺ ἦταν ἡ πίστη στὸν Χριστό. Τρίτον, συγκλονίστηκε ἀπὸ τὸ θαῦμα τοῦ σεισμοῦ, τῆς διάνοιξης τῶν θυρῶν καὶ τῆς ἀποδέσμευσης τῶν κρατουμένων, κυρίως, ὅμως, ἔμεινε ἔκθαμβος ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι κανεὶς δὲν δραπέτευσε, ἀλλὰ ὅλοι ἔμειναν στὶς θέσεις τους! Αὐτὸ ἦταν τὸ συγκλονιστικότερο ἀπὸ ὅλα: πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνοίγει μία φυλακὴ καὶ νὰ μὴν τσακίζονται σὰν ἀλλόφρονες οἱ κρατούμενοι νὰ τὸ σκάσουν; Τί ἦταν αὐτὸ πού τοὺς κράτησε μέσα στὴ μισητὴ φυλακή;

Ἦταν ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ποὺ ξεπήγαζε ἀπὸ τοὺς δύο Ἀποστόλους καὶ μετέτρεψε τὴν φυλακὴ σὲ Παράδεισο! Αὐτὴν τὴν θαυμαστὴ καὶ πρωτοφανῆ δύναμη τοῦ Θεοῦ βίωσε καὶ ὁ δεσμοφύλακας, κατάλαβε πὼς οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἔχει μπροστά του θὰ τοῦ μεταδώσουν τὸν πολυτιμότερο θησαυρὸ καὶ ἅρπαξε τὴν εὐκαιρία: «Τί πρέπει νὰ κάνω, γιὰ νὰ σωθῶ;» Ὁ ἴδιος γνωρίζει πὼς ἡ ψυχὴ του κινδυνεύει, μέχρι τώρα ἀκολουθεῖ τὴν ὁδὸ τῆς ἀπωλείας, βρίσκεται σὲ κατάσταση συναγερμοῦ. Αὐτὸ ποὺ βιώνει ὁ δεσμοφύλακας εἶναι μία θεία ἔλλαμψη, εἶναι τὸ θεῖο δῶρο τῆς μετανοίας. Καὶ σὰν πρακτικὸς ἄνθρωπος ποὺ εἶναι, δὲν ἀναλίσκεται σὲ φιλοσοφικὲς συζητήσεις περὶ Θεοῦ καὶ ἠθικῆς, ἀλλὰ στοχεύει κατευθείαν στὸ πρακτικὸ μέρος τῆς ζωῆς, στὶς σωστὲς ὁδηγίες ποὺ θὰ τὸν σώσουν.

Ἡ ἀπάντηση ποὺ παίρνει εἶναι ἐξίσου λακωνική, ὅπως καὶ ἡ ἐρώτηση. «Πίστευσον ἐπὶ τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ σωθήσει σὺ καὶ ὁ οἶκός σου!» «Πίστεψε στὸν Χριστὸ καὶ θὰ σωθεῖς»! Τόσο ἁπλά, τόσο σίγουρα! Ἕνα μόνο χρειάζεται γιὰ τὴν σωτηρία ὁποιουδήποτε ἀνθρώπου ποὺ λαχταρᾶ νὰ σωθεῖ, ἡ πίστη στὸν Χριστό. Ἐδῶ εἶναι ἀναγκαῖο νὰ διευκρινίσουμε ὅτι ἡ πίστη δὲν νοεῖται μόνο ὡς μία διανοητικὴ ἐνέργεια, ἀνεξάρτητη ἀπὸ τὴν καθημερινὴ ζωή, ἀπὸ τὶς συγκεκριμένες πράξεις τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτὸ τὸ «πίστευσον» περιλαμβάνει ὁλόκληρη τὴν χριστιανικὴ πρακτικὴ καὶ θεωρητικὴ πίστη, περιέχει ὁλόκληρη τὴν ἐν Χριστῷ ζωή. Δὲν ἀρκεῖ νὰ διακηρύσσει καὶ νὰ ὁμολογεῖ κάποιος μὲ τὰ λόγια μόνο τὴν πίστη του, ὀφείλει νὰ ἀποδεικνύει συνεχῶς καὶ ἔμπρακτα ὅτι εἶναι μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ. Διαφορετικὰ θὰ ἰσχύει ὁ λόγος: «Ἡ πίστις, ἐὰν μὴ ἔργα ἔχῃ, νεκρά ἐστι καθ’ ἑαυτήν».

Ὅλοι μας ἀσχολούμαστε καθημερινὰ μὲ χίλια δύο πράγματα, τὰ περισσότερα ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἶναι ἢ ἐντελῶς ἄχρηστα ἢ ἐλάχιστης σημασίας. Ὅλοι μεριμνοῦμε καὶ τυρβάζουμε περὶ πολλά, «ἑνὸς δὲ ἐστὶ χρεία». Καὶ αὐτὸ τὸ ἕνα, τὸ μοναδικὸ καὶ ἀπαραίτητο, πού ἀδιάλειπτα πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολεῖ, εἶναι τὸ ἐρώτημα τοῦ δεσμοφύλακα: «Τί πρέπει νὰ κάνω, γιὰ νὰ σωθῶ;». Ἂς παρακαλέσουμε τὸν Χριστὸ νὰ ἐνσταλάξει στὴν ψυχὴ μας αὐτὴν τὴν ἁγία ἀγωνία, νὰ μᾶς βοηθήσει νὰ κατεργαζόμαστε, μὲ φόβο καὶ τρόμο, τὴ σωτηρία μας, ἔτσι ὥστε, ὅταν ἔρθει ὁ Νυμφίος Χριστός, νὰ μᾶς βρεῖ ἕτοιμους μὲ ἀναμμένες τὶς λαμπάδες μας, γιὰ νὰ εἰσέλθουμε μαζί Του στὸν οὐράνιο Νυμφώνα. Ἀμήν, γένοιτο! 


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ