Πέμπτη
2 Δεκεμβρίου

Αββακούμ προφήτου, Αβίβου και Μυρόπης μαρτύρων, Θεοφίλου και Ανδρέου των οσίων

TheioKirigma

Ἀριθμός  27

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΣΤ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ - ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΜΕΓΑΛΟΜ. ΕΥΦΗΜΙΑΣ

(Β΄ Κορ. στ΄, 1-10)

11 Ἰουλίου 2021

*

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ

Ἀδελφοί, συνεργοῦντες παρακαλοῦμεν μὴ εἰς κενὸν τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ δέξασθαι ὑμᾶς — λέγει γάρ· καιρῷ δεκτῷ ἐπήκουσά σου καὶ ἐν ἡμέρᾳ σωτηρίας ἐβοήθησά σοι· ἰδοὺ νῦν καιρὸς εὐπρόσδεκτος, ἰδοὺ νῦν ἡμέρα σωτηρίας — μηδεμίαν ἐν μηδενὶ διδόντες προσκοπήν, ἵνα μὴ μωμηθῇ ἡ διακονία, ἀλλ᾿ ἐν παντὶ συνιστῶντες ἑαυτοὺς ὡς Θεοῦ διάκονοι, ἐν ὑπομονῇ πολλῇ, ἐν θλίψεσιν, ἐν ἀνάγκαις, ἐν στενοχωρίαις, ἐν πληγαῖς, ἐν φυλακαῖς, ἐν ἀκαταστασίαις, ἐν κόποις, ἐν ἀγρυπνίαις, ἐν νηστείαις, ἐν ἁγνότητι, ἐν γνώσει, ἐν μακροθυμίᾳ, ἐν χρηστότητι, ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ, ἐν ἀγάπῃ ἀνυποκρίτῳ, ἐν λόγῳ ἀληθείας, ἐν δυνάμει Θεοῦ, διὰ τῶν ὅπλων τῆς δικαιοσύνης τῶν δεξιῶν καὶ ἀριστερῶν, διὰ δόξης καὶ ἀτιμίας, διὰ δυσφημίας καὶ εὐφημίας, ὡς πλάνοι καὶ ἀληθεῖς, ὡς ἀγνοούμενοι καὶ ἐπιγινωσκόμενοι, ὡς ἀποθνήσκοντες καὶ ἰδοὺ ζῶμεν, ὡς παιδευόμενοι καὶ μὴ θανατούμενοι, ὡς λυπούμενοι ἀεὶ δὲ χαίροντες, ὡς πτωχοὶ πολλοὺς δὲ πλουτίζοντες, ὡς μηδὲν ἔχοντες καὶ πάντα κατέχοντες.

ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ

«Ὡς λυπούμενοι ἀεὶ δὲ χαίροντες, ὡς πτωχοὶ πολλοὺς  δὲ πλουτίζοντες, ὡς μηδὲν ἔχοντες καὶ πάντα κατέχοντες».

Αὐτὰ τὰ ἀκατανόητα καὶ ἀνερμήνευτα λόγια ἀπευθύνει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος πρὸς τοὺς Κορινθίους καὶ φανερώνει πόσο ὑπερλογη, πόσο ὑπὲρ φύσιν εἶναι ἡ ζωὴ τῶν διακόνων τοῦ Εὐαγγελίου, ἂν πρόκειται νὰ κριθεῖ μὲ κοινά, φυσικά, ἀνθρώπινα κριτήρια. Ὁ στίχος αὐτὸς ἀπὸ τὴν σημερινὴ ἀποστολικὴ περικοπὴ ἀποτελεῖ τὴν κατακλείδα μιᾶς  μακροσκελοῦς ἀναφορᾶς στὰ παθήματα καὶ στὰ πνευματικὰ κατορθώματα τῶν Ἀποστόλων, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν πρότυπα ζωῆς ὅλων τῶν Χριστιανῶν ἀνὰ τοὺς αἰῶνες. Ἔχουμε ἐνώπιόν μας μία ζωὴ πραγματικὰ ἐξωγήινη καὶ ἀπόκοσμη, ὄχι ὅμως ἀπάνθρωπη ἢ ὑπερήφανη. Τὸ ἐντελῶς ἀντίθετο! Εἶναι μία ζωὴ φιλάνθρωπη καὶ ταπεινή, ὅπως ἀκριβῶς ἦταν ἡ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ κατὰ τὴν ἐπὶ τῆς γῆς παρουσία Του.

Πρῶτο καὶ κύριο ἰδίωμα αὐτῆς τῆς ζωῆς εἶναι ἡ χαρά, μία ἀνεξήγητη γιὰ τὸν κόσμο χαρά, ἐφόσον οἱ συνθῆκες μέσα στὶς ὁποῖες ἐκδηλώνεται εἶναι στενόχωρες, ὀδυνηρές, στερημένες. Πιὸ πάνω ὁ Ἀπόστολος ἀναφέρθηκε στὶς κακουχίες ποὺ ὑφίστανται οἱ διάκονοι τοῦ Εὐαγγελίου: θλίψεις, ἀνάγκες, στενοχωρίες, κτυπήματα καὶ πληγές, φυλακές, διωγμοὶ καὶ ἀκαταστασίες, κόποι, ἀγρυπνίες, νηστεῖες. Θὰ ἔλεγε κάποιος: «Μά, ζωὴ εἶναι αὐτὴ ἢ μαρτύριο; Ποῦ χωράει χαρὰ μέσα σὲ τέτοιο τρόπο ζωῆς;» Ὁ κόσμος πιστεύει πὼς ὁ δοκιμαζόμενοι Ἀπόστολοι εἶναι βυθισμένοι στὴν λύπη, στὴ μιζέρια, στὴν κατάθλιψη. Αὐτοὶ ὅμως χαίρονται καὶ μάλιστα «ἀεί», παντοτινά, ἀσταμάτητα! «Ποῦ ὀφείλεται αὐτό;» Ἡ ἀπάντηση εἶναι μία: «Στὴν ἕνωσή τους μὲ τὸν Χριστό!» Ὁ ἴδιος ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἄλλωστε εἶχε πεῖ γιὰ τὸν ἑαυτό του: «Χαίρω ἐν τοῖς παθήμασί μου!». Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀποκτήσει τὴν μυστική, καρδιακὴ ἕνωση μὲ τὸν Χριστό, ἐξαφανίζονται ἀπὸ μπροστά του ὅλες οἱ ἐγκόσμιες χαρὲς καὶ ἀποκτᾶ τὴν χαρὰ τοῦ Παραδείσου, τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Δὲν τὸν ἀγγίζουν τὰ λυπηρά τοῦ παρόντος αἰῶνος καὶ θεωρεῖ ὅλα τὰ δεινὰ καὶ τοὺς πειρασμοὺς «σκύβαλα», δηλαδὴ τιποτένια πράγματα, προκειμένου νὰ κερδίσει τὸν Χριστό. Σύμφωνα δὲ μὲ μία ἄλλη φράση τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «Οὐκ ἄξια τὰ παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρὸς τὴν μέλλουσαν δόξαν ἀποκαλυφθῆναι»! Τίποτε ἀπὸ τὰ γήινα φοβερὰ καὶ τρομερὰ δὲν μπορεῖ νὰ συγκριθεῖ μπροστὰ στὴν δόξα ποὺ θὰ ἀποκαλυφθεῖ στὴ μέλλουσα ζωή.

Ἡ χαρὰ ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸν Χριστὸ εἶναι ἕνας πλοῦτος ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ συγκριθεῖ μὲ ὅλους τούς θησαυροὺς τῆς γῆς. Εἶναι ἕνας πλοῦτος πνευματικός, μέσα στὴν καρδιά, ὁ ὁποῖος οὔτε φθείρεται, οὔτε λιγοστεύει, οὔτε ληστεύεται, οὔτε ἀφαιρεῖται ἐξαιτίας κάποιας ἐγκόσμιας συμφορᾶς. Αὐτὸν τὸν καρδιακὸ θησαυρὸ κατέχουν ὡς πολυτιμότατο καὶ ὕψιστο ἀγαθὸ οἱ Ἀπόστολοι καὶ ἀδιαφοροῦν παντελῶς γιὰ τὸν ἐπίγειο πλουτισμό. Ὅταν ἔχεις τὰ μέγιστα, ἀδιαφορεῖς γιὰ τὰ ἐλάχιστα! Ἔτσι οἱ μόνες ὑλικὲς φροντίδες τους περιορίζονται στὰ ἀπολύτως ἀπαραίτητα, ὅπως γράφει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Ἔχοντες διατροφάς καὶ σκεπάσματα τούτοις ἀρκεσθησόμεθα». Ὅπως καὶ ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, ἔτσι καὶ ὁ Ἀπόστολός Του εἶναι κατὰ κόσμον πτωχὸς καὶ πένης, δὲν ἔχει τίποτε δικό του, βιοπορίζεται ὅπως ὅπως, «ἐργαζόμενος ταῖς ἰδίαις χερσίν», καὶ πολλὲς φορὲς πεινᾶ, διψᾶ, ἔχει ἐλάχιστα ροῦχα, δὲν ἔχει μόνιμη κατοικία. Καὶ ὅμως, ὄντας σὲ αὐτὴν τὴν «οἰκτρὴ» κατάσταση τῆς ἐσχάτης πτωχείας κάνει πλούσιους ὅσους τὸν πλησιάζουν, τοὺς παρέχει πλουσιοπάροχα καὶ ἀνεξάντλητα πνευματικὰ ἀγαθά. Τοὺς μεταδίδει τὸν πραγματικὸ πλοῦτο, ποὺ εἶναι ἡ ἐπίγνωση τῆς Ἀληθείας, δηλαδὴ ἡ πίστη στὸν ἀληθινὸ Θεό, ἡ μετάνοια, ἡ κάθαρση τῆς ψυχῆς, ἡ ἀπόκτηση τῶν ἀρετῶν, ἡ ἔλλαμψη καὶ ὁ φωτισμὸς ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἡ ἕνωση μὲ τὸν Θεὸ καὶ ἡ κατὰ χάριν θέωση. Αὐτὸς εἶναι ὁ θησαυρός, γιὰ τὸν ὁποῖο μᾶς ἔδωσε ἐντολὴ ὁ Χριστός μας: «Θησαυρίζετε ὑμῖν θησαυροὺς ἐν οὐρανῷ, ὅπου οὔτε σής, οὔτε βρῶσις ἀφανίζει, καὶ ὅπου  κλέπται οὐ διορύσσουσιν οὐδὲ κλέπτουσιν».

Ἡ ὑλικὴ ἀκτημοσύνη τῶν Ἀποστόλων συμβαδίζει μὲ τὴν πνευματικὴ παγκτημοσύνη, ὅπως ἐκφράζεται στὴν τελευταία φράση τοῦ σημερινοῦ ἀναγνώσματος: «Ὡς μηδὲν ἔχοντες καὶ πάντα κατέχοντες». «Παρουσιαζόμαστε σὰν νὰ μὴν ἔχουμε τίποτε, καὶ ὅμως κατέχουμε τὰ πάντα! Οὔτε ἔχουμε κανένα περιουσιακὸ στοιχεῖο ἢ εἰσόδημα, ἀλλὰ καὶ οὔτε μᾶς ἐνδιαφέρει νὰ ἀποκτήσουμε. Ἔχουμε τὸν Θεὸ μέσα στὴν καρδιά μας ποὺ εἶναι ὁ δημιουργός του παντός, ἑπομένως ἔχουμε ὅσα ἔχει καὶ ὁ Θεός, δηλαδὴ τὰ πάντα. Εἶναι δυνατὸν νὰ νιώθουμε στερημένοι ἢ νὰ μεμψιμοιροῦμε ἔχοντας τὸν Θεὸ μέσα μας, ἐφόσον ἔχουμε γίνει κατὰ χάριν υἱοὶ καὶ κληρονόμοι τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν; Τὸ ἐντελῶς ἀντίθετο! Αἰσθανόμαστε πάμπλουτοι, ἄρχοντες, βασιλιάδες, καὶ θέλουμε καὶ σὲ ἐσᾶς νὰ μεταδώσουμε τὸν πλοῦτο αὐτό!»

Μακάρι καὶ ἐμεῖς, οἱ Χριστιανοὶ τοῦ φτωχοῦ καὶ σκοτεινοῦ σήμερα, τῆς ἐποχῆς ποὺ βιώνει τὴν πνευματικὴ φτώχεια καὶ τὴν δυστυχία ποὺ μοιράζει ἁπλόχερα ὁ Διάβολος καὶ οἱ συνεργάτες του, νὰ μπορούσαμε νὰ μετάσχουμε ἔστω καὶ ἐλάχιστα στὰ πνευματικὰ ἀγαθὰ ποὺ μοιράζονται ἄφθονα στοὺς ἀξίους της Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Μακάρι νὰ μπορούσαμε νὰ ἀλλάξουμε ζωὴ καὶ νὰ ἀποκτούσαμε τὸ πνεῦμα τῶν Ἀποστόλων, «τὸν νοῦν Χριστοῦ». Μακάρι νὰ ἀποδιώκαμε ἀπὸ ἐπάνω μας τὴν παθολογικὴ προσκόλληση στὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ νὰ ἀνεβαίναμε ἀνάλαφροι σὲ ἕνα ἀνώτερο ἐπίπεδο, ὅπου ἡ μόνη μέριμνά μας θὰ ἦταν ἡ ἀπόκτηση καὶ ἡ διατήρηση τοῦ πνευματικοῦ θησαυροῦ. Εἴθε ὁ Χριστὸς βλέποντας τὸν πόθο μας αὐτὸν νὰ μᾶς ἀξιώσει νὰ γίνουμε καὶ ἐμεῖς «ὡς μηδὲν ἔχοντες καὶ πάντα κατέχοντες». Ἀμήν, γένοιτο!


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ