Πέμπτη
2 Δεκεμβρίου

Αββακούμ προφήτου, Αβίβου και Μυρόπης μαρτύρων, Θεοφίλου και Ανδρέου των οσίων

TheioKirigma

Ἀριθμός  39

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ

(Β΄Κορ. δ΄ 6-15)

3 Ὀκτωβρίου 2021

*

ΤΟ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ

Ἀδελφοί, ὁ Θεὸς ὁ εἰπὼν ἐκ σκότους φῶς λάμψαι, ὃς ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν πρὸς φωτισμὸν τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ ἐν προσώπῳ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ. ῎Εχομεν δὲ τὸν θησαυρὸν τοῦτον ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσιν, ἵνα ἡ ὑπερβολὴ τῆς δυνάμεως ᾖ τοῦ Θεοῦ καὶ μὴ ἐξ ἡμῶν, ἐν παντὶ θλιβόμενοι ἀλλ᾿ οὐ στενοχωρούμενοι, ἀπορούμενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἐξαπορούμενοι, διωκόμενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἐγκαταλειπόμενοι, καταβαλλόμενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἀπολλύμενοι, πάντοτε τὴν νέκρωσιν τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ ἐν τῷ σώματι περιφέροντες, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ ἐν τῷ σώματι ἡμῶν φανερωθῇ. ἀεὶ γὰρ ἡμεῖς οἱ ζῶντες εἰς θάνατον παραδιδόμεθα διὰ ᾿Ιησοῦν, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ φανερωθῇ ἐν τῇ θνητῇ σαρκὶ ἡμῶν. ὥστε ὁ μὲν θάνατος ἐν ἡμῖν ἐνεργεῖται, ἡ δὲ ζωὴ ἐν ὑμῖν. ἔχοντες δὲ τὸ αὐτὸ πνεῦμα τῆς πίστεως κατὰ τὸ γεγραμμένον, ἐπίστευσα, διὸ ἐλάλησα, καὶ ἡμεῖς πιστεύομεν, διὸ καὶ λαλοῦμεν, εἰδότες ὅτι ὁ ἐγείρας τὸν Κύριον ᾿Ιησοῦν καὶ ἡμᾶς διὰ ᾿Ιησοῦ ἐγερεῖ καὶ παραστήσει σὺν ὑμῖν. τὰ γὰρ πάντα δι᾿ ὑμᾶς, ἵνα ἡ χάρις πλεονάσασα διὰ τῶν πλειόνων τὴν εὐχαριστίαν περισσεύσῃ εἰς τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ.

ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ

«Ἔχομεν δὲ τὸν θησαυρὸν τοῦτον ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσιν,

ἵνα ἡ ὑπερβολὴ τῆς δυνάμεως ᾖ τοῦ Θεοῦ καὶ μὴ ἐξ ἡμῶν».

Στὴν μέγιστη πνευματικὴ δύναμη τῶν Ἀποστόλων κατὰ τὴν διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου, στὸν θησαυρὸ τῆς γνώσεως τοῦ Χριστοῦ, ἀναφέρεται ὁ ἀνωτέρω στίχος ἀπὸ τὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα, ὅπως καὶ στὴν προέλευση αὐτῆς τῆς δυνάμεως ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸ τῆς πίστεώς μας Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ ὄχι ἀπὸ τὶς προσωπικὲς ἱκανότητες τῶν Ἀποστόλων.

«Ἔχουμε τὸν θησαυρὸ αὐτὸν μέσα σὲ εὔθραυστα, χωματένια σκεύη», γράφει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τονίζοντας τὴν ἀντίθεση ἀνάμεσα στὸ ἄπειρο μεγαλεῖο του Θεοῦ καὶ τὴν ἀπόλυτη ἀδυναμία τοῦ ἀνθρώπου. Ποιὸς εἶναι ὁ θησαυρὸς αὐτός; Εἶναι, ὅπως γράφει στὸν ἀμέσως προηγούμενο στίχο, «ὁ φωτισμὸς τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ», εἶναι, σύμφωνα μὲ τὴν ἑρμηνεία τοῦ Παναγιώτη Τρεμπέλα, «ὁ φωτισμὸς ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν γνῶσιν τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία δόξα ἐφανερώθη διὰ μέσου τοῦ προσώπου τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Χριστοῦ». Αὐτὸς εἶναι ὁ μόνος, ἀναλλοίωτος καὶ ἀναπαλλοτρίωτος θησαυρός, τὸν ὁποῖο μπορεῖ νὰ ἀποκτήσει ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, μετὰ ἀπὸ ἐπίπονο καὶ μακροχρόνιο πνευματικὸ ἀγώνα, ἕνας θησαυρὸς, τὸν ὁποῖο «οὔτε σής, οὔτε βρῶσις ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπται οὐ διορύσσουσιν, οὐδὲ κλέπτουσιν», γιατί εἶναι κατατεθειμένος στὸν Οὐρανό, δὲν ἀνήκει στὰ ἐπίγεια θησαυροφυλάκια τῶν παθῶν καὶ τῆς ἁμαρτίας. Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ Ἅγιοι, οἱ κατέχοντες αὐτὸν τὸν θησαυρό, εἶναι κατὰ κόσμον οἱ πτωχότεροι, οἱ ἀσημότεροι, οἱ ἀφανέστεροι. Καὶ μάλιστα ἐπιδιώκουν τὴν πτωχεία, γιατί φοβοῦνται πὼς καὶ ἡ ἐλάχιστη προσβολὴ τοῦ ἐπίγειου πλουτισμοῦ ἂν πληγώσει τὴν καρδιά τους, θὰ ἀποβεῖ ἐπιζήμια στὴν διατήρηση τοῦ οὐρανίου θησαυροῦ τους. Δὲν θέλουν μὲ τίποτε νὰ χάσουν τὸ ἀτίμητο ἀπόκτημά τους, «τὴν γνῶσιν τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ». Εἶναι πραγματικὰ ἀσύλληπτο γιὰ τὸν παχύ, ὑλικὸ ἄνθρωπο, ποὺ συμφύρεται καθημερινὰ μὲ τὰ γήινα καὶ τὰ χοϊκὰ πράγματα καὶ παλεύει συνεχῶς μὲ τὴν λάσπη τοῦ παρόντος αἰῶνος, νὰ συλλογισθεῖ ὅτι ὑπάρχει αὐτὴ ἡ δυνατότητα, ποὺ μᾶς ἔχει δοθεῖ ἀπὸ τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, νὰ γνωρίσουμε τὴν λαμπρότητα τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ὁμοιάσουμε πρὸς τὸν Θεὸ κατὰ χάριν.

Ὁ ἀγώνας γιὰ τὴν ἀπόκτηση τοῦ θησαυροῦ αὐτοῦ δὲν προϋποθέτει σωματικὴ εὐρωστία, ὑγεία καὶ καλὴ φυσικὴ κατάσταση. Προϋποθέτει τὴν ἰσχυρὴ θέληση τοῦ ἀνθρώπου, ὑπομονὴ καὶ ἐπιμονὴ καὶ ἐγκατάλειψη στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς θέλει μία καρδιὰ ποὺ νὰ φλέγεται ἀπὸ τὸν πόθο τοῦ Οὐρανοῦ μὲ ταπείνωση κυρίως. «Καρδία συντετριμμενην καὶ τεταπεινωμένην ὁ Θεὸς οὐκ ἐξουδενώσει». Οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ δὲν ἦταν κατὰ κόσμον ἰσχυροί, οὔτε σωματικὰ τέλειοι. Ἦταν καὶ εἶναι τὶς περισσότερες φορὲς ἀσθενεῖς, πραγματικὰ ὀστράκινα σκεύη, εὔθραυστα δοχεῖα, ραγισμένα, ἕτοιμα νὰ διαλυθοῦν. Κάπως ἔτσι ἦταν καὶ οἱ σύγχρονοι ἅγιοι ποὺ γνωρίσαμε στὰ τέλη τοῦ 20οῦ αἰώνα, ὁ ἅγιος Παΐσιος, ὁ ἅγιος Πορφύριος, ὁ ἅγιος Ἰάκωβος. Ὅπως λέει ὁ λαός, «ἦταν μισὸ μερτικό», λιπόσαρκοι καὶ ἀσκητικοί. Καὶ, ὅμως, ὅλος ὁ κόσμος ἔτρεχε νὰ πάρει τὴν εὐλογία τους, νὰ ἀκούσει τὴν συμβουλή τους, νὰ λάβει παρηγοριὰ καὶ θεραπεία γιὰ τὰ σωματικὰ καὶ ψυχικὰ νοσήματα. Ὁ ὀρθόδοξος χριστιανικὸς λαὸς ἔβλεπε ὅτι οἱ γέροντες αὐτοὶ κατεῖχαν τὸν αἰώνιο θησαυρὸ «ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσιν», οἱ προσκυνητὲς ἔτρεχαν νὰ ἀποκομίσουν ὀφέλη ἀπὸ τὸν πνευματικὸ πλοῦτο τῶν ἁγίων αὐτῶν. Γιατί ὁ πλοῦτος τῶν ἁγίων δὲν εἶναι ἀτομιστικός, εἶναι κοινωνικὸς καὶ φιλάνθρωπος. Μοιράζεται καὶ πολλαπλασιάζεται ταυτόχρονα, χύνεται σὰν «πηγὴ ὕδατος ἀλλομένου» πρὸς τοὺς διψασμένους τοῦ κόσμου αὐτοῦ χωρὶς νὰ στερεύει ποτέ. Ὁ θησαυρὸς αὐτὸς εἶναι ἄπειρος, γιατί ἄπειρος εἶναι ὁ Θεὸς ποὺ τὸν χαρίζει. Ὁ θησαυρὸς εἶναι ὁ Χριστός, «ὁ πάντοτε ἐσθιόμενος καὶ μηδέποτε δαπανώμενος, ἀλλὰ τοὺς μετέχοντας ἁγιάζων».

Ὁ ἴδιος Ἀπόστολος Παῦλος ἦταν ἀσθενικός, ὑπέφερε ἀπὸ κάποια πολὺ ἐπώδυνη σωματικὴ νόσο, εἶχε ἕναν «σκόλoπα τῇ σαρκί», γιὰ τὸν ὁποῖο τρεῖς φορὲς παρακάλεσε τὸν Κύριο «ἵνα ἀποστῇ ἀπ’ αὐτοῦ» καὶ ὁ Κύριος τοῦ ἀπάντησε: «Ἀρκεῖ σοι ἡ χάρις μου. Ἡ γὰρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται». Αὐτὴ ἡ ἀπάντηση τοῦ Χριστοῦ μᾶς φανερώνει μιά σημαντικὴ πλευρὰ τῆς πνευματικῆς ζωῆς: ἡ πνευματικὴ καρποφορία πάντοτε συνοδεύεται ἀπὸ κάποιον πειρασμό, κυρίως σωματικό, γιὰ νὰ ἀποφευχθεῖ ὁ κίνδυνος τῆς ὑπερηφανείας ποὺ ἐλλοχεύει στὴν ἐπίτευξη τῶν πνευματικῶν κατορθωμάτων. Ὁ πόνος τοῦ σώματος ταπεινώνει τὴν ψυχή, ἐξουδετερώνει τοὺς λογισμοὺς τῆς ὑψηλοφροσύνης καὶ φέρνει τὸν ἄνθρωπο σὲ συναίσθηση τῆς ἀδυναμίας του καὶ τῆς ἀσημαντότητάς του. Ὁ Χριστὸς βλέπει μὲ χαρὰ τὴν πρόοδο τῶν μαθητῶν Του καὶ τοὺς θωρακίζει ἀπὸ τὴν καταστροφική, δαιμονικὴ ἔπαρση ἐπιτρέποντας νὰ τοὺς συμβοῦν διάφορες ἀσθένειες ἢ ἀτυχήματα. Αὐτὰ τὰ ἀσθενήματα, ἐπίσης, ἔρχονται ἀπὸ τὸν Θεὸ ὡς ἐπιπλέον δοκιμασίες ποὺ θὰ καθαρίσουν τοὺς ἀνθρώπους Του ἀκόμη περισσότερο. Ὅπως λέγει ἡ Σοφία Σολομῶντος: «Ὡς χρυσὸν ἐν χωνευτηρίῳ ἐδοκίμασεν αὐτούς».

Ἐν τέλει, ἡ ἐπιτυχία κάθε πνευματικοῦ ἔργου καὶ ἡ αὔξηση τοῦ ἀνθρώπου κατὰ Θεὸν  πρέπει νὰ ἀποδίδεται στὴν δύναμη τοῦ Θεοῦ καὶ ποτὲ στὶς ἀνθρώπινες δυνάμεις. Πάντοτε πρέπει νὰ ἔχουμε κατὰ νοῦ τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ: «Χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν». Κανένα ἀπολύτως καλὸ ἔργο δὲν μπορεῖ νὰ πράξει ὁ ἄνθρωπος χωρὶς τὴν εὐεργετικὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ, ἐφόσον βέβαια καὶ ὁ ἴδιος τὸ θέλει. Ὁ ἄνθρωπος δίνει στὸν Θεὸ τὸ «θέλειν» καὶ ὁ Θεὸς χαρίζει στὸν ἄνθρωπο τὸ «δύνασθαι». Ἂς προσευχόμαστε, λοιπὸν, καθημερινὰ στὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστὸ νὰ μᾶς χαρίζει τὶς ἀπαραίτητες δυνάμεις, ψυχικὲς καὶ σωματικές, γιὰ νὰ ἐξακολουθοῦμε νὰ ἀγωνιζόμαστε νὰ ἀποκτήσουμε τὸν θησαυρὸ «τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ», πάντοτε μὲ πνεῦμα  ταπείνωσης. Ἂς προσευχόμαστε νὰ ὑπερνικοῦμε κάθε κληρονομικὴ ἢ ἐπίκτητη ἀδυναμία μας, ἔτσι ὥστε νὰ φανερώνεται συνεχῶς στὴ ζωή μας ὅτι «ἡ ὑπερβολὴ τῆς δυνάμεως» εἶναι τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι δική μας. Ἀμήν, γένοιτο!


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ