Πέμπτη
2 Δεκεμβρίου

Αββακούμ προφήτου, Αβίβου και Μυρόπης μαρτύρων, Θεοφίλου και Ανδρέου των οσίων

TheioKirigma

Ἀριθμός  47

ΚΥΡΙΑΚΗ ΚΓ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ

 (Ἐφεσ. β΄,  4-10)

28 Νοεμβρίου 2021

*

ΤΟ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ

Ἀδελφοί, ὁ Θεὸς πλούσιος ὢν ἐν ἐλέει, διὰ τὴν πολλὴν ἀγάπην αὐτοῦ ἣν ἠγάπησεν ἡμᾶς, καὶ ὄντας ἡμᾶς νεκροὺς τοῖς παραπτώμασι συνεζωοποίησε τῷ Χριστῷ· χάριτί ἐστε σεσωσμένοι· καὶ συνήγειρε καὶ συνεκάθισεν ἐν τοῖς ἐπουρανίοις ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, ἵνα ἐνδείξηται ἐν τοῖς αἰῶσι τοῖς ἐπερχομένοις τὸν ὑπερβάλλοντα πλοῦτον τῆς χάριτος αὐτοῦ ἐν χρηστότητι ἐφ' ἡμᾶς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. Τῇ γὰρ χάριτί ἐστε σεσωσμένοι διὰ τῆς πίστεως· καὶ τοῦτο οὐκ ἐξ ὑμῶν, Θεοῦ τὸ δῶρον, οὐκ ἐξ ἔργων, ἵνα μή τις καυχήσηται.
Αὐτοῦ γάρ ἐσμεν ποίημα, κτισθέντες ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ ἐπὶ ἔργοις ἀγαθοῖς, οἷς προητοίμασεν ὁ Θεὸς ἵνα ἐν αὐτοῖς περιπατήσωμε.

ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ

«Τῇ γὰρ χάριτι ἐστε σεσωσμένοι διὰ τῆς πίστεως. Καὶ τοῦτο οὐκ ἐξ ἡμῶν, Θεοῦ τὸ δῶρον, οὐκ ἐξ ἔργων, ἵνα μὴ τις καυχήσηται».

«Ἡ σωτηρία τῆς ψυχῆς εἶναι πολὺ μεγάλο πρᾶγμα», λέγει ἕνα λαϊκὸ ᾂσμᾳ, ἢ σωστότερα εἶναι τὸ μεγαλύτερο πρᾶγμα, καὶ ὄντως αὐτὴ ἡ φράση εἶναι ἡ πιὸ σημαντικὴ ἀλήθεια στὴν ἐπίγεια ζωή. Ὅ,τι καὶ ἂν κάνει ὁ ἄνθρωπος, ὅσα πλούτη καὶ ἂν ἀποκτήσει, ὅσο μεγάλη δόξα καὶ ἂν κερδίσει, ὅσο τρυφηλότερη ζωὴ καὶ ἂν ζήσει, ἂν δὲν σώσει τὴν ψυχή του, ἀπέτυχε οἰκτρά. Ὅπως εἶπε ὁ Χριστός μας: «Τί ὠφελήσει ἄνθρωπον, ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ; Ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;»

Δὲν ἀποτελεῖ ὅμως προσωπικὸ κατόρθωμα τὸ νὰ σώσει κάποιος τὴν ψυχή του, εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατον νὰ γίνει αὐτό, γιατί εἶναι ἔργο πνευματικῆς τάξεως, ὑπερφυσικὸ καὶ χαρισματικὸ προϊόν της ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ τὸ θέμα διαπραγματεύεται ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στὸ σημερινὸ ἀνάγνωσμα ἀπὸ τὴν πρὸς Ἐφεσίους ἐπιστολὴ καὶ ἡ κεντρικὴ ἰδέα ἐκφράζεται στοὺς στίχους αὐτούς: «Μὲ τὴν Χάρη ἔχετε σωθεῖ διὰ μέσου της πίστεως. Καὶ ἡ διὰ τῆς πίστεως σωτηρία σας δὲν προῆλθε ἀπὸ ἐσᾶς, εἶναι τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ. Δὲν σωθήκατε ἀπὸ ἔργα δικά σας, γιὰ νὰ μὴν ἔχει κανεὶς τὸ δικαίωμα νὰ καυχηθεῖ». Σὲ προηγούμενους στίχους γράφει ὁ Ἀπόστολος ὅτι ὁ Θεός, καθὼς εἶναι πλούσιος σὲ ἔλεος, ἐξαιτίας τῆς πολλῆς ἀγάπης Του πρὸς ἐμᾶς, ἂν καὶ ἐμεῖς ἤμαστε νεκροὶ λόγῳ τῶν ἁμαρτιῶν μας, μᾶς χάρισε τὴν ζωὴ μαζὶ μὲ τὸν Χριστό, μᾶς ἀνέστησε καὶ μᾶς ἔβαλε νὰ καθίσουμε μαζί Του στὰ ἐπουράνια. Ὅλα δὲ αὐτὰ τὰ ἔκαμε, γιὰ νὰ δείξει στοὺς ἀτελεύτητους αἰῶνες τοῦ μέλλοντος βίου τὸν ὑπερβολικὸ πλοῦτο τῆς χάριτός Του μὲ τὴν ἀγαθότητα ποὺ ἐπέδειξε σὲ ἐμᾶς διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Ὅλα ξεκινοῦν ἀπὸ τὴν μέγιστη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ σὲ ἐμᾶς, ὅλα ἔχουν γίνει καὶ γίνονται ἀπὸ τὸν Θεὸ, ἀπὸ τὴν θέλησή Του νὰ σωθοῦμε. Ἐφόσον ἀπονεκρωθήκαμε μὲ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα καὶ ζούσαμε ὡς νεκροὶ πνευματικὰ τὸν χρόνο μετὰ τὴν πτώση καὶ τὴν ἔξοδό μας ἀπὸ τὸν Παράδεισο, ἦταν ἀδύνατο νὰ ἀποκτήσουμε πάλι ζωὴ μὲ τὶς ὅποιες δυνάμεις μας. Εἶναι δυνατὸν κάποιος πού πέθανε νὰ ξαναζωντανέψει ἀπὸ μόνος του; Ἀδύνατον! Κάτι ἀνάλογο συνέβαινε μὲ τὸν ἄνθρωπο, πρὶν ἀπὸ τὴν ἐνανθρώπιση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἄνθρωπος γεννιόταν, ζοῦσε βιολογικά, πέθαινε καὶ κατέληγε στὸν Ἅδη, χωρὶς ἐλπίδα σωτηρίας. Αὐτὴ ἦταν ἡ φρικτὴ πραγματικότητα πρὶν ἀπὸ τὸν Χριστό. Ἔρχεται τότε ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος δὲ ἄντεχε νὰ βλέπει νὰ τυραννιέται μὲ τόσο φοβερὸ τρόπο τὸ πλάσμα του, καὶ στέλνει τὸν Υἱό Του ὡς Σωτήρα καὶ Λυτρωτή. «Οὕτως ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν Υἱὸν αὐτοῦ τὸν Μονογενῆ ἔδωκε, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς Αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον», λέγει ὁ Χριστὸς στὸ Νικόδημο. Ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς κατεβαίνει στὴ γῆ, γίνεται χοϊκὸς ἄνθρωπος, «ὁ Ὤν γίνεται ὁ οὐκ ἦν», «αὐτὸς ποὺ πάντοτε ὑπῆρχε γίνεται κάτι ποὺ δὲν ἦταν», «ἄνθρωπος γίνεται Θεός, ἵνα Θεὸν τὸν Ἀδὰμ ἀπεργάσηται». Ὄχι μόνο νὰ σώσει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ τὸν πνευματικὸ θάνατο ἤθελε ὁ Θεός, ἀλλὰ καὶ νὰ τὸν ἀνεβάσει στὸν μέγιστο βαθμὸ πνευματικῆς ἀξίας, νὰ τὸν καταστήσει κατὰ χάριν Θεό! Ὅλα αὐτὰ τὰ μεγάλα καὶ ἐξαίσια ἀγαθὰ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ δῶρα τοῦ Θεοῦ στὸν πεπτωκότα ἄνθρωπο. «Θεοῦ τὸ δῶρον» καὶ ὄχι ἀνθρώπινο κατόρθωμα, δὲν ἔρχεται ἡ σωτηρία «ἐξ ἔργων», δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐμᾶς, ἔτσι ὥστε νὰ μὴν ὑψηλοφρονήσει κανείς.

Ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, λοιπὸν, εἶναι δῶρο Θεοῦ, ὅμως καὶ ὁ ἄνθρωπος συμβάλλει σὲ αὐτὴν μὲ τὴν πίστη του στὴν παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ σημαίνει τὸ «διὰ τῆς πίστεως» στὸ ἀνωτέρω χωρίο. Ἐφόσον πιστεύει στὸν Θεὸ καὶ ἀφήνεται στὰ χέρια Του, ξεκλειδώνει ἂς ποῦμε τὴν θεία Χάρη, γίνεται δεκτικὸς αὐτῆς, γίνεται γῆ ἀγαθή, ἡ ὁποία «φέρει καρπὸν ἑκατονταπλασίονα». Ἀπαραίτητη προϋπόθεση σωτηρίας, λοιπὸν, ἡ πίστη, καὶ μάλιστα ὄχι ἡ ὀλίγη καὶ ἀναιμική, ἀλλὰ ἡ βαθιὰ καὶ ἰσχυρή.

Κάποιοι, ὅμως, ἔχουν παρερμηνεύσει τοὺς λόγους αὐτοὺς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου καὶ πρεσβεύουν ὅτι ἀρκεῖ ἡ πίστη, τὰ ἔργα δὲν εἶναι ἀπαραίτητα γιὰ τὴν σωτηρία. Ἰδιαίτερα κάποιες προτεσταντικὲς ὁμάδες ὑπερτονίζουν τὴν πίστη καὶ ὑποβαθμίζουν τὰ ἔργα, στηριζόμενοι στὸν λόγο «ἐστὲ σεσωσμένοι διὰ τῆς πίστεως, οὐκ ἐξ ἔργων……». Ἐδῶ ἡ παρανόηση εἶναι κραυγαλέα. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται διαχωρισμὸς ἀνάμεσα σὲ πίστη καὶ ἔργα, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύει κάποιος εἰλικρινὰ στὸν Θεὸ καὶ νὰ μὴν πράττει τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ; Μπορεῖς νὰ λὲς ὅτι εἶσαι Χριστιανὸς καὶ πιστεύεις στὸν Χριστό, εἶσαι ὅμως ὑπερήφανος, ψεύτης, ἀπατεώνας, βίαιος, σκληρόκαρδος, ἡδονοθήρας; Εἶναι αὐτονόητο ὅτι ὅποιος πιστεύει ἐνεργεῖ σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ τὴν ἐφαρμογὴ τῶν εὐαγγελικῶν ἐντολῶν. Γι’ αὐτὸ ὁ Ἀπόστολος Ἰάκωβος γράφει: «Πίστις ἄνευ ἔργων νεκρά ἐστι» καὶ «Δεῖξον μοι τὴν πίστιν σου ἐκ τῶν ἔργων σου»

Ἂς δοξάζουμε, λοιπὸν, τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστὸ γιὰ τὴν ἀπέραντη ἀγάπη Του πρὸς ἐμᾶς τοὺς ἀχαρίστους καὶ ἀναξίους, ποὺ ἐκδηλώθηκε μὲ τὴν θυσία Του γιὰ τὴν σωτηρία μας, ἂς ἀγωνιζόμαστε νὰ Τὸν εὐαρεστοῦμε μὲ ὅλη μας τὴ ζωὴ δείχνοντάς Του ὅτι, παρ’ ὅλη τὴν ἀδυναμία μας θέλουμε νὰ σωθοῦμε καὶ δὲν περιφρονοῦμε τὶς εὐεργεσίες Του! Ἀμήν, γένοιτο!


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ