Πέμπτη
27 Ιανουαρίου

Ιωάννου Χρυσοστόμου ανακομιδή λειψάνων, Μαρκιανής

ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ
Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2012
Τοῦ Ἀσώτου.
(Λουκ. ιε΄ 11-32)
*
 
«Δαπανήσαντος δέ αὐτοῦ πάντα...,
ἥρξατο ὑστερεῖσθαι»

Αἰωνία ἡ ἐπικαιρότητα τῆς παραβολῆς τοῦ Ἀσώτου, πού εἶναι ἡ παραβολή τῶν παραβολῶν. Διότι πάντοτε, σέ ὅλες τίς ἐποχές, ὁ ἄνθρωπος πέφτει στόν πειρασμό νά ζητήσῃ τήν εὐτυχία του μακρυά ἀπό τόν Θεόν. Καί πάντοτε, ὅπως εἶναι ἑπόμενο, δοκιμάζει τήν πικρότατη πείρα, ὅτι μακρυά ἀπό Αὐτόν ὑπάρχει μόνον τό κενόν, ἡ δυστυχία, ὁ θάνατος. Ἔτσι, καί ἡ ἐποχή μας δέν εἶναι ξένη πρός τό ὀλέθριο γεγονός τῆς ἀποστασίας τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Θεόν, ὁ Ὁποῖος εἶναι πηγή παντός ἀγαθοῦ. Ἀντίθετα, μάλιστα, ζῆ πολύ ἔντονα καί περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη φορά τήν ἀπομάκρυνσι ἀπό τόν Θεόν, καί, φυσικά, δοκιμάζει περισσότερο καί τίς συνέπειες τίς τραγικές καί ὀλέθριες αὐτῆς τῆς ἀπομακρύνσεως.

Δέν ὑπερβάλλομε, λοιπόν, τά πράγματα, ὅταν ποῦμε, ὅτι ὁ αἰώνας μας εἶναι «αἰών τῆς ἀποστασίας». Σήμερα ὁ ἄνθρωπος ἔχει φθάσει σέ τέτοιο σημεῖο ἐπάρσεως, πού, ὅπως ἀκριβῶς ὁ νεώτερος υἱός τῆς παραβολῆς, δέν ἀνέχεται κανένα περιορισμό, δέν ἀναγνωρίζει κανένα κῦρος, δέν παραδέχεται καμία πνευματική ἀξία. Ζητεῖ νά χειραφετηθῇ ἀπό τόν Θεόν καί τήν χριστιανικήν ἠθική καί νά ἀπολαύσῃ ἄμετρα καί ἀνενόχλητα κάθε τι τό ὑλικό καί τό ἁμαρτωλό.

Ὅμως, ποιό εἶναι τό ἀποτέλεσμα; Μπορεῖ νά καυχηθῇ, ὅτι στόν δρόμο πού πῆρε, βρῆκε τήν ἀπόλυτη ἱκανοποίησι καί χαρά, ὅτι βρῆκε τό νόημα τῆς ζωῆς πού ἀναπαύει τήν ψυχή, ὅτι βρῆκε – τοὐλάχιστον – τήν ἐλευθερία; Ὄχι ἀπαντᾶ κατηγορηματικά ἡ πραγματικότης. Ἡ ἁμαρτία δέν χορταίνει τήν ψυχή. Οἱ ὑλικές ἀπολαύσεις δέν εἶναι τό πᾶν. Δέν ἱκανοποιοῦν. Δέν εἶναι ἀπεριόριστοι. Ἀργά ἤ γρήγορα ὁ ἄνθρωπος, πού ζητεῖ τήν ἱκανοποίησι σ’ αὐτές, αἰσθάνεται τήν ἀθλιότητα καί τό κενό πού δημιουργεῖ στήν ψυχή ὁ ἄσωτος βίος καί ἡ στέρησις τῆς θείας παρηγορίας. Καί πεινᾶ. Πεινᾶ γιά ἀληθινή χαρά, γιά ἐλευθερία, γιά φῶς. Τό ἄγχος, ἡ ἀβεβαιότης ἡ πικρία, τό κενό τόν βασανίζουν. Ἀλήθεια. Πῶς εἶναι δυνατόν ἡ ψυχή, ὁ ἀχόρταγος αὐτός νοσταλγός τοῦ Αἰωνίου νά τραφῇ ἀποκλειστικά μέ τήν ὕλη;

Παρά τήν διάψευσι, ὅμως, τῶν προσδοκιῶν του – καί ἐδῶ εἶναι τό τραγικό γι’ αὐτόν – δέν συνετίζεται ὁ ἄνθρωπος, δέν ὁδηγεῖται στήν συναίσθησι, ὅτι τά ὑλικά πράγματα ἀδυνατοῦν νά ἱκανοποιήσουν βαθειά τήν ψυχή. Καί ἐξακολουθεῖ νά τρέχῃ, τυφλωμένος ἀπό τά πάθη, ἀπό ἁμαρτία σέ ἁμαρτία, ζητῶντας νά γεμίσῃ τό κενό τῆς ψυχῆς του μέ ἄθλια ὑποκατάστατα. Μέ τήν ἀσύδοτη ἐλευθερία στίς σχέσεις τῶν φύλων, στά ναρκωτικά, στίς θλιβερές ἐξαλλωσύνες καί σέ ἄλλα παρόμοια. Εἶναι νά φρίττῃ κανείς, ἀδελφοί μου, μέ τήν διαφθορά καί τήν ἐξαχρείωσι τοῦ άνθρώπου, πού φεύγει μακρυά ἀπό τόν Θεόν. Σπαταλᾶ ἄσωτα τά χαρίσματα, πού τοῦ ἐχάρισεν ὁ Θεός καί μένει γυμνός ἀπό πνευματικό περιεχόμενο. Μένει χωρίς ἀγάπη, χωρίς ἰδανικά, χωρίς ἀνθρωπιά. Ἔχει σκοτισμένο τό νοῦ καί τή θέλησι διεστραμμένη. Καί τί εἰρωνεία γι’ αὐτόν, πού ἔφυγε κοντά ἀπό τόν Θεόν γιά νά βρῇ τήν ἐλευθερία! Καταντᾶ ἀξιοθρήνητος δοῦλος τοῦ διαβόλου, «λοιμός», κατά τόν εὔστοχο χαρακτηρισμό τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Σωστή πληγή. Καί φθάνει στό σημεῖο – παρά τήν τεχνολογική πρόοδό του – νά μή γνωρίζῃ οὔτε τί θέλει, οὔτε ποῦ πηγαίνει. Εἶναι τόσος ὁ σκοτισμός του, πού – καί αὐτό εἶναι τρομερό! – καταντᾶ νά λατρεύῃ ἐνσυνείδητα τόν σατανᾶ!

Ἀλήθεια! πότε, ὁ δυστυχισμένος θά ἔλθῃ εἰς ἑαυτόν; Πότε θά καταλάβῃ, ὅτι ὁ δρόμος πού ἀκολουθεῖ εἶναι ὁδός ἀπωλείας;

Πόσο ὄμορφη καί πόσον εὐτυχισμένη θά γινόταν ἡ ζωή του, ἄν ἀπεφάσιζε νά ἐπιστρέψῃ στόν Οὐράνιο Πατέρα;

Ὅμως, ποιός ἀμφιβάλλει, ὅτι τό δρᾶμα τοῦ άνθρώπου τῆς ἐποχῆς μας ὑπῆρξε καί δρᾶμα τοῦ καθενός ἀπό μᾶς; Ποιός ἠμπορεῖ νά πῇ, ὅτι δέν ἐλύπησε τόν Κύριο μέ τήν παρακοή στό ἅγιο θέλημά Του καί, ἑπομένως, μέ τήν ἀπομάκρυνσί του ἀπό Αὐτόν; Καί ποιός ἠμπορεῖ νά πῇ, ὅτι δέν ἦτο ἄθλιος καί δυστυχής, ἐνόσω ἐζοῦσε μακρυά ἀπό τόν Κύριο;

Ἀδελφοί μου! Τίποτα δέν εἶναι περισσότερο βέβαιο, ὅσο τό ὅτι μακρυά ἀπό τόν Θεόν ὑπάρχει σκοτάδι καί δυστυχία. Ἐνῶ κοντά σ’ Αὐτόν εἶναι τό φῶς καί ἡ χαρά. Ἄν σήμερα ζοῦμε μέσα στήν ἠθική ἀθλιότητα καί τόν πόνο, ἀλλά καί μέ τό ἄγχος καί τήν ἀγωνία, εἶναι γιατί ζοῦμε μακρυά ἀπό τόν Θεόν – Πατέρα. Εἴθε, ὅμως, ὁ Κύριος νά μᾶς φωτίσῃ, ὥστε νά συνέλθωμε ὅλοι καί νά πάρωμε ταπεινά, ὅπως ὁ ἄσωτος υἱός, τόν σωτήριο δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς σ’ Αὐτόν, ὁ Ὁποῖος ποτέ δέν ἔπαυσε νά μᾶς ἀγαπᾶ καί νά μᾶς περιμένῃ μέ ἀνοικτή ἀγκαλιά, ὄχι μόνον γιά νά μᾶς συγχωρήσῃ, ἀλλά καί γιά νά μᾶς ἐνδύσῃ μέ τήν πρώτη, τήν ὁλόλαμπρη στολή τοῦ υἱοῦ. Ἀμήν!


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ