Τρίτη
17 Μαΐου

Ανδρονίκου, Ιουνίας αποστόλων, Αθανασίου Χριστιανουπόλεως

Μία σπουδαία παραβολή του Κυρίου μας, αναθέσατε Σεβασμιώτατε στην ελαχιστότητά μου, να αναπτύξει σήμερα. Έργο δύσκολο και μη έχοντας ιδιαίτερες Θεολογικές γνώσεις , θα προσπαθήσω να το φέρω εις πέρας , ζητώντας το φωτισμό του Παρακλήτου αλλά και τη δική σας επιείκεια.

«Εποίησε δείπνο μέγα και εκάλεσε πολλούς» 

Την ωραιοτάτη παραβολή του μεγάλου δείπνου, που ακούσαμε σήμερα στο Ιερό Ευαγγέλιο, αφηγήθηκε ο Κύριος ένα βράδυ στο σπίτι κάποιου άρχοντα των Φαρισαίων. Με την αφήγησή της απευθύνει «εις πάντας τους ανθρώπους» σπουδαιότατα μηνύματα, τα οποία αφορούν και εμάς, τα σημερινά μέλη της Εκκλησίας Του.

Κάθε επίγειο δείπνο αποβλέπει στην επικοινωνία μεταξύ των προσκεκλημένων και των διοργανωτών του. Στη διάρκειά του οι μετέχοντες έχουν τη δυνατότητα άνετης αναστροφής και φιλικών συζητήσεων, που βοηθούν σε καλύτερη γνωριμία και σε μεγαλύτερη προσέγγισή τους.

Μια ανάλογη πραγματικότητα, πνευματικού όμως περιεχομένου, έχει ετοιμάσει ο Θεός για τους ανθρώπους. Δεν σχετίζεται με το χωροχρόνο της ζωής αυτής, αλλά με εκείνον στον οποίο θα βρεθούμε μετά την αναχώρησή μας από τον παρόντα κόσμο, όπου θα απολαμβάνουμε «αντί των επιγείων τα επουράνια, αντί των προσκαίρων τα αιώνια, αντί των φθαρτών τα άφθαρτα» (Μ. Βασίλειος).

Πρόκειται για το Δείπνο της Βασιλείας του Θεού, που θα παρατεθεί μετά τη συντέλεια του κόσμου. Θα το παραθέσει ο Θεάνθρωπος Κύριος, ο Οποίος μετά την Ανάστασή Του διακήρυξε: «Εδόθη μοι πάσα εξουσία εν ουρανώ και επί γης» (Ματθ. 28, 18). Άλλωστε μόνον Εκείνος έλαβε την εξουσία «και κρίσιν ποιείν» (Ιω. 5, 27), επειδή θυσιάστηκε «ίνα τα τέκνα του Θεού τα διεσκορπισμένα συναγάγη εις εν» (Ιω. 11, 52), δηλαδή στη Βασιλεία Του.

Το δείπνο αυτό είχε προαναγγείλει ο Κύριος στους μαθητές Του την ώρα του τελευταίου, του Μυστικού Δείπνου, που έγινε στο υπερώο των Ιεροσολύμων λίγο πριν από το πάθος Του. Τότε, καθώς τους προσέφερε να πιουν τον οίνο που συμβόλιζε το αίμα Του, είπε: “ Λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι οὐ μὴ πίω ἀπ᾿ ἄρτι ἐκ τούτου τοῦ γενήματος τῆς ἀμπέλου ἕως τῆς ἡμέρας ἐκείνης ὅταν αὐτὸ πίνω μεθ᾿ ὑμῶν καινὸν ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ πατρός μου” δηλ. «Από αυτόν δεν θα ξαναπιώ μέχρι την ημέρα εκείνη, που μαζί σας θα πιώ ένα άλλο, καινούριο, στη Βασιλεία του Πατρός μου» (Ματθ. 26, 29).

Ο άνθρωπος, έως ότου αρχίσει το εσχατολογικό δείπνο, καλείται από τον Θεό να μετέχει σ' ένα άλλο, το οποίο παρέχει μια πρόγευση εκείνου. Αυτό άρχισε να παρατίθεται το βράδυ που ο Κύριος πριν από το πάθος Του είχε συνδειπνήσει με τους μαθητές Του στο ανώγειο των Ιεροσολύμων. Τότε που ευλόγησε τον άρτο και τον οίνο, τα πρόσφερε στους μαθητές και είπε: «Λάβετε φάγετε... Πίετε εξ αυτού πάντες... εις άφεσιν αμαρτιών» (Ματθ. 26, 26-28).

Οι μαθητές την ώρα εκείνη δεν κατάλαβαν την ενέργεια αυτή του Κυρίου. Μετά την Ανάσταση όμως, όπου ο Κύριος «παρέστησεν εαυτόν ζώντα... οπτανόμενος αυτοίς και λέγων τα περί της Βασιλείας του Θεού» (Πραξ. 1, 3), κατανόησαν τα λόγια Του, όπως π.χ. «ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα έχει ζωήν αιώνιον και εγώ αναστήσω αυτόν εν τη εσχάτη ημέρα» (Ιω. 6, 54) και θυμήθηκαν την παραγγελία Του: «Τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν» (Λουκ. 22, 19). Τότε συνειδητοποίησαν ότι ο Κύριος στο υπερώο τους είχε παραδώσει το μυστήριο της θ. Ευχαριστίας. 

Στην προχριστιανική περίοδο οι άνθρωποι για την εξιλέωσή τους συνήθιζαν να προσφέρουν διάφορες θυσίες. Οι θυσίες όμως αυτές (ειδωλολατρικές, ιουδαϊκές και άλλες) δεν μπορούσαν να αντισταθμιστούν με το βάρος των ανθρώπινων αμαρτιών, διότι «είναι αδύνατο το αίμα ταύρων και τράγων (που προσφέρονταν στις θυσίες) να αφαιρέσει αμαρτίες» (Εβρ. 1, 4). Γι’ αυτό προσφέρθηκε η υπέρτατη θυσία του Υιού του Θεού.

Με το δείπνο της θ. Ευχαριστίας – και μόνο με αυτό – ο άνθρωπος πετυχαίνει: «Αμαρτιών απόθεσιν, Πνεύματος Αγίου μέθεξιν, υιοθεσίας λαμπρότητα, βασιλείαν ουρανών» (Κύριλλος Αλεξανδρείας). Και ο Συμεών Θεσσαλονίκης προσθέτει: «Η θεία Κοινωνία είναι ένωσις του Θεού με ημάς, θέωσις ιδική μας, αγιασμός, χάριτος πλήρωσις, εμπόδιον παντός εναντίου, χορηγία παντός καλού». Ο απ. Παύλος διαβεβαιώνει: «Ήμασταν εχθροί και συμφιλιωθήκαμε με το Θεό με το θάνατο του Υιού Του» (Ρωμ. 5, 13).

Η θ. Κοινωνία και η Βασιλεία του Θεού αποκαλούνται από τον Κύριο μέγα δείπνο. Είναι και τα δύο μεγάλα, διότι τα ετοίμασε και τα παρέχει ο Ίδιος ο Θεός. Ο αριθμός των προσκαλουμένων είναι πολύ μεγάλος. Είναι απεριόριστος, εφόσον ο Θεός «καλεί πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον» (Ιω. 1, 9). Η προσφορά τους δεν είναι υλική και πρόσκαιρη, αλλά η μέγιστη δωρεά του Θεού, διότι αφορά στη σωτηρία του ανθρώπου. Η συμμετοχή μας στην πνευματική τράπεζα γίνεται «εις άφεσιν αμαρτιών, εις συγχώρησιν πλημμελημάτων, εις Πνεύματος Αγίου κοινωνίαν, εις βασιλείας ουρανών κληρονομίαν» (Ιω. Χρυσόστομος).

Σε ένα τέτοιο δείπνο θα περίμενε κανείς να δει να σπεύδουν να μετάσχουν όλοι οι άνθρωποι ή έστω το μεγαλύτερο πλήθος. Η σημερινή παραβολή όμως μας πληροφορεί ότι οι πολλοί δεν ανταποκρίνονται στη σχετική πρόσκληση. Προσκολλημένοι στα υλικά και επίγεια δεν τους ενδιαφέρουν ούτε τους εντυπωσιάζουν τα πνευματικά και τα επουράνια. Απέχουν με κάποια δικαιολογία, η οποία μάλιστα – κατά την παραβολή – είναι ασήμαντη.

Εκείνοι που αμφιβάλουν για την αναγκαιότητα της θ. Κοινωνίας ή την πραγματικότητα της Βασιλείας του Θεού, ενδέχεται κάποτε να πιστέψουν και να αξιωθούν να γευθούν τις απολαύσεις των πνευματικών δείπνων. Όσοι φρονούν ότι δεν τους χρειάζεται η συμμετοχή στο μυστήριο της θ. Ευχαριστίας, οι ίδιοι στερούν τον εαυτό τους από τις θείες δωρεές του. Όσοι πάλι συμμετέχουν με προχειρότητα και χωρίς σχετική προετοιμασία, ας θυμηθούν ότι «ο εσθίων και πίνων αναξίως (στη θ. Κοινωνία) κρίμα εαυτώ εσθίει και πίνει» (Α' Κορ. 1, 29).

Οι χριστιανοί που αδιαφορούν για τη συμμετοχή τους στα δύο δείπνα, ίσως «την ημέραν εκείνην» ακούσουν το λόγο του Κυρίου: «Ουκ οίδα υμάς» (Ματθ. 25, 12), οπότε κινδυνεύουν να μείνουν «έξω του νυμφώνος Χριστού», έξω από τη Βασιλεία Του.

Ἡ παραβολή του μεγάλου δείπνου δεν αφορούσε μόνο τούς ακροατές του Ιησού πού με ψυχρότητα και υπεροψία άκουγαν την πρόσκλησή του για σωτηρία. Αφορά και τούς σύγχρονους χριστιανούς, οἱ οποίοι καθημερινά δέχονται την πρόσκληση της Εκκλησίας για σωτηρία και συγκεκριμένα για τη συμμετοχή τους στο μυστικό τραπέζι της Θείας Ευχαριστίας. Οι μέρες πού πλησιάζουν μάς καλούν να παρακαθίσουμε στο δείπνο πού παραθέτει ὁ Κύριος, αν θέλουμε να ζήσουμε το πραγματικό νόημα των Χριστουγέννων. Χριστούγεννα χωρίς Χριστό δεν νοούνται. Χριστούγεννα χωρίς Θεία Κοινωνία δεν διαφέρουν από τις άλλες μέρες του χρόνου. Δεν θα ζήσουμε το νόημα των Χριστουγέννων με το στόλισμα του δένδρου, αν προηγουμένως δεν κοσμήσουμε την ψυχή μας κι αν δεν την ετοιμάσουμε να παρακαθίσει στο μεγάλο δείπνο της Θείας Λειτουργίας. Και όχι μόνο τις ημέρες αυτές, αλλά τακτικά κάθε Κυριακή και σε κάθε εορτή μας καλεί ἡ Εκκλησία στο Μυστήριο της Θείας Λειτουργίας. Εμείς τί απάντηση δίνουμε στην πρόσκληση του Θεού;

Αγαπητοί μου αδελφοί,

Ο Θεός, λέγει, σε κάθε άνθρωπο, «Σώζων σώζε την σεαυτού ψυχήν».

Στην μεγάλη αυτή πρόσκληση προσήλθαν οικειοθελώς οι υπό της εκκλησίας μας σήμερα πάντες οι εορταζόμενοι Άγιοι Προπάτορες, του Θεανθρώπου Ιησού, από τον Αδάμ έως Ιωσήφ τον Μνήστορα και οι οποίοι κήρυξαν Χριστόν, την ζωήν και την ανάστασιν του γένους ημών.

Ανάμεσα στο πλήθος των ενδόξων και καλλινίκων μαρτύρων, που επίσης δέχθηκαν την πρόσκληση, αγωνίστηκαν και μαρτύρησαν για την αγάπη του Ιησού Χριστού κατά την περίοδο της βασιλείας των χριστιανομάχων Ρωμαίων αυτοκρατόρων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού (284-304 μ.Χ.) εξέχουσα θέση κατέχουν οι αθλήσαντες το 296 μ.Χ. και τιμώμενοι Άγιοι του χωριού μας, ένδοξοι μάρτυρες Ευστράτιος, Αυξέντιος, Ευγένιος, Μαρδάριος και Ορέστης, οι οποίοι μας διδάσκουν με το ακμαίο αγωνιστικό τους φρόνημα και τη σθεναρή τους πίστη, αλλά και με την αδιάλειπτη ζωντανή τους παρουσία χάρη στα πολλαπλά θαύματα, που επιτελούν τα χαριτόβρυτα ιερά τους λείψανα, μικρό τεμάχιο των οποίων έχουμε πλέον και εμείς στον Ιερό μας ομώνυμο Ναό, μετά από προσπάθειες πολλών ετών που καρποφόρησαν προ ενός έτους, με την ενθρόνιση του Σεβασμιωτάτου Ποιμενάρχου μας .

Αλλά μήπως και οι τιμώμενοι σήμερα ευεργέτες του χωριού μας δεν ανταποκρίθηκαν πλήρως στις προσκλήσεις του Κυρίου μας, όντας πάνω απ’ όλα καλοί Χριστιανοί;

Από τη μελέτη των διαθηκών τους, προκύπτει αβίαστα ότι οι ευεργέτες πίστευαν πως τα αγαθά, τα οποία με τόσες θυσίες και κόπους απέκτησαν δεν ανήκαν αποκλειστικά στους ιδίους, αλλά ότι ο θεός τους έταξε ως διαχειριστές αυτών των αγαθών.

Και επειδή το πιστεύειν είναι τρόπος ζωής και όχι ιδεολόγημα για τα μέλη της Εκκλησίας, προσφέρουν θυσιαστικά και με χαρά στην φτώχεια των συνανθρώπων τους- των αδερφών τους, στην δυστυχία, τον πόνο, την αγραμματοσύνη. Κίνητρό τους είναι η αγάπη προς τη γενέθλια γη, η νοσταλγία, η συμπάθεια και ο πόνος προς την πάσχουσα οικογένεια, η βαθιά πίστη στο Θεό και η συνέπεια προς τις αρχές του Ευαγγελίου με το οποίο ήταν γαλουχημένοι. Αποτέλεσμα αυτού του γεγονότος είναι να διαθέτουν αφιλοκερδώς τις περιουσίες τους για αγαθούς σκοπούς, χωρίς να τους το επιβάλλει καμία κρατική εξουσία. Ευεργετούν με διάκριση, χωρίς να επιζητούν την εφήμερη δόξα και την τιμή, χωρίς να επιζητούν να εξουσιάζουν τους ευεργετούμενους γιατί γνώριζαν πως ο «Ο ελεών πτωχόν δανείζει Θεώ».

Αδελφοί μου, ο Κύριος μας καλεί. Μας καλεί σε κάτι μεγαλειώδες, στην αποστολή της σωτηρίας του κόσμου. Ναι. Διά μέσου όσων θα γίνουν υπηρέτες και μάρτυρες Χριστού θα σωθεί ό κόσμος. Μέσα στο σχέδιο του Θεού είναι όποιος έζησε στην αμαρτία και μετά γνώρισε την αλήθεια και το φως, έχει χρέος να γίνει όργανο, ώστε δι' αυτού να κληθούν και άλλοι ν' απολαύσουν εκείνα πού αυτός είδε και γεύθηκε κοντά στο Χριστό. Και αλλοίμονο αν δεν εκτελέσει το ιερό αυτό χρέος.

-Μα εγώ, θα πει κάποιος, δεν είμαι ό ίδιος ακόμη βέβαιος αν με κάλεσε ό Χριστός, κ' εσύ μου λες να προσκαλέσω άλλους;... Αδελφέ, τι λες, δεν είσαι βέβαιος; "Άγγελε, πού φυλάς αυτή την ψυχή, πες της σε παρακαλώ, πόσες φορές μέχρι σήμερα τής έφερες την πρόσκληση του Κυρίου «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, κάγώ άναπαύσω ύμάς» (Μ 11,28). Κι ό άγγελος άκου τι σου απαντά :

Απ’ τις πρώτες μέρες τής ζωής σου άρχισαν οι προσκλήσεις. Σε οικογένεια χριστιανική γεννήθηκες. Τα παιδικά σου μάτια, μόλις άρχισαν να διακρίνουν, είδαν πάνω ραπ' την κούνια σου την εικόνα του Εσταυρωμένου. Βαπτίσθηκες στην κολυμβήθρα, φωτίστηκες. Ντύθηκες στα λευκά. Σταυρό κρέμασαν στο στήθος σου. Το όνομα του Χριστού ήταν το πρώτο που έμαθες. Είδες τη μάνα και τον πατέρα σου να προσεύχονται. Γνώρισες παραδείγματα αρετής.

Κάθε Κυριακή άκουγες να χτυπάει ή καμπάνα, σα να σου λέει ' «Παιδί μου, σε καλώ στο μέγα δείπνο, σε συμπόσιο όχι κοιλιάς αλλά καρδιάς, να κοινωνήσεις σώμα και αίμα Χριστού». "Άκουγες την πρόσκληση κ' ερχόσουν στο ναό. Και κάθε φορά άκουγες' «Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε». Πόσες φορές ό ιεροκήρυκας δεν κάλεσε όλους σε μετάνοια; Δεν ήταν τα κηρύγματα αυτά προσκλήσεις;

Και πέρα απ' αυτά, τα μεγάλα - συγκλονιστικά γεγονότα, πού διαδραματίσθηκαν στην οικογένεια σου, στην πόλη, στην πατρίδα, στην ανθρωπότητα, δεν ήταν κι αυτά έκτακτες προσκλήσεις; Κ' εκείνα τα θαύματα που είδες; Κ' εκείνοι οι κίνδυνοι απ' τους οποίους σώθηκες; Δεν ήταν σάλπιγγες, πού σε καλούσαν σε επιστροφή; Αλλά κι αυτή ή στιγμή, πού ακούς το κήρυγμα τούτο, δεν είναι μία ακόμη πρόσκληση ;

Πόσες προσκλήσεις! Όχι μία και δύο αλλά πολλές φορές απεσταλμένοι του Θεού ήρθαν και μας χτύπησαν, πιο σιγά ή πιο δυνατά, την πόρτα και μας κάλεσαν' Είναι ώρα, ελάτε, γιατί αναβάλλετε; 'Αν σας καλούσε επίγειος βασιλιάς στα ανάκτορα, δεν θ' αφήνατε κάθε ασχολία; Τώρα, πού σας καλεί ό Βασιλεύς των βασιλέων, θα πείτε «Έχε με παρητημένον»;

Αδελφοί! Ό Κύριος καλεί όχι μόνο άτομα από «τάς πλατείας και ρύμας» του κόσμου (Λουκ. 14,21) αλλά και οικογένειες και πόλεις και έθνη ολόκληρα. Άλλα έθνη δέχονται, άλλα δεν δέχονται την τιμητική του πρόσκληση. Έθνη και λαοί, πού δέν δέχονται τούς απεσταλμένους του Θεού -πού έτσι αναγκάζονται νά «έκτινάξουν τόν κονιορτόν τών ύποδημάτων των» (βλ. Ματθ. 10,14. Λουκ.9,5* 10,11. Πράξ. 13,51) και να φύγουν μακριά, καταστρέφονται. Αυτό μαρτυρεί ή ιστορία.

Το δικό μας έθνος είχε την τιμή να είναι από τα πρώτα που κλήθηκαν να συμμετάσχουν στο μεγαλειώδες και αιώνιο σχέδιο του Θεού. Εκλεκτοί απεσταλμένοι του Κυρίου, όπως ό Παύλος, ό Ανδρέας, ό Βαρνάβας, ό Τίτος, ό Τιμόθεος, ήρθαν και κάλεσαν τους προγόνους μας' «Έλάτε, Έλληνες, στό φώς τό άνέσπερο». Κ' έκείνοι δέχτηκαν την πρόσκληση, άφησαν τά είδωλα. Ή Ελλάδα απέβαλε τα ράκη τής ειδωλολατρίας, ντύθηκε τη στολή τού Χριστού. Και μετά έτρεξε να φέρει την πρόσκληση τού Ευαγγελίου σε λαούς κοντά και μακριά. Το έθνος μας έγινε υπηρέτης και μάρτυρας του Χριστού μέχρι τα πέρατα τής γης. Ποιος μπορεί να το αρνηθεί ;

Αυτά δεν τα λέμε από πνεύμα εθνικισμού, που είναι ξένο προς το Ευαγγέλιο. Τα λέμε, και πρέπει να τα λέμε, για να υπενθυμίζουμε το χρέος και την ευθύνη πού έχουμε απέναντι στο Χριστό, ό οποίος κάλεσε το έθνος μας για να γίνει κι αυτό «σκεύος έκλογής»(Πράξ.9,15). Θαρρώ πώς βλέπω τον Παύλο, τον απόστολο των εθνών πού τόσο αγάπησε τον τόπο μας, να στέκει για μία ακόμη φορά πάνω στο ελληνικό έδαφος και να σαλπίζει ' Έλληνες! «παρακαλώ ύμάς έγώ ό δέσμιος έν Κυρίω άξίως περιπατήσαι τής κλήσεως ής έκλήθητε»^Α,\).

Ας μιμηθούμε και εμείς, αγαπητοί μου αδελφοί, τους Προπάτορες του Ιησού Χριστού, καθώς και τους πέντε μάρτυρες , Προστάτες του χωριού μας και μετά φόβου Θεού Πίστεως και αγάπης να δεχθούμε μετά χαράς την πρόσκληση του Σωτήρα Χριστού και με ταπείνωση, και ειλικρινή μετάνοια, σωστά προετοιμασμένοι , να συμμετάσχουμε στο Μέγα Δείπνο, στο δείπνο της χάριτος και της σωτηρίας, τρώγοντες και πίνοντες αξίως τον Πανάγιο Σώμα και το Τίμιο Αίμα του Σωτήρα Χριστού, «τό ὑπέρ ἡμῶν κλώμενον καί διαδιδόμενον εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν».

Ού η χάρις και το άπειρον Αυτού έλεος είη μετά πάντων ημών αδελφοί. ΑΜΗΝ.

Γ. ΧΟΝΔΡΕΛΗΣ


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ