ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ (Ζ' ΛΟΥΚΑ) 06 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2022

TheioKirigma

Ἀριθμός 46
ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ΄ ΛΟΥΚΑ
6 Νοεμβρίου 2022
«οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλὰ καθεύδει» (Λουκ. 8, 52)

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἄνθρωπός τις προσῆλθε τῷ Ἰησοῦ ᾧ ὄνομα Ἰάειρος, (καὶ αὐτὸς ἄρχων τῆς συναγωγῆς ὑπῆρχε), καὶ πεσὼν παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ παρεκάλει αὐτὸν εἰσελθεῖν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ, ὅτι θυγάτηρ μονογενὴς ἦν αὐτῷ ὡς ἐτῶν δώδεκα καὶ αὐτὴ ἀπέθνῃσκεν. Ἐν δὲ τῷ ὑπάγειν αὐτὸν οἱ ὄχλοι συνέπνιγον αὐτόν. Καὶ γυνὴ οὖσα ἐν ῥύσει αἵματος ἀπὸ ἐτῶν δώδεκα, ἥτις εἰς ἰατροὺς προσαναλώσασα ὅλον τὸν βίον, οὐκ ἴσχυσεν ὑπ' οὐδενὸς θεραπευθῆναι, προσελθοῦσα ὄπισθεν, ἥψατο τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ, καὶ παραχρῆμα ἔστη ἡ ῥύσις τοῦ αἵματος αὐτῆς. Καὶ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς΄ Τίς ὁ ἁψάμενός μου; Ἀρνουμένων δὲ πάντων, εἶπεν ὁ Πέτρος καὶ οἱ μετ’αὐτοῦ΄ Ἐπιστάτα, οἱ ὄχλοι συνέχουσίν σε καὶ ἀποθλίβουσιν, καὶ λέγεις, Τίς ὁ ἁψάμενός μου; Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν, Ἥψατό μού τις, ἐγὼ γὰρ ἔγνων δύναμιν ἐξελθοῦσαν ἀπ᾽ ἐμοῦ. Ἰδοῦσα δὲ ἡ γυνὴ ὅτι οὐκ ἔλαθε, τρέμουσα ἦλθεν καὶ προσπεσοῦσα αὐτῷ δι' ἣν αἰτίαν ἥψατο αὐτοῦ ἀπήγγειλεν αὐτῷ, ἐνώπιον παντὸς τοῦ λαοῦ καὶ ὡς ἰάθη παραχρῆμα. Ὁ δὲ εἶπεν αὐτῇ΄ Θυγάτηρ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εἰς εἰρήνην. Ἕτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἔρχεταί τις παρὰ τοῦ ἀρχισυναγώγου λέγων αὐτῷ΄ Ὅτι τέθνηκεν ἡ θυγάτηρ σου΄ μὴ σκύλλε τὸν Διδάσκαλον. Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀκούσας ἀπεκρίθη αὐτῷ, λἐγων΄ Μὴ φοβοῦ, μόνον πίστευε, καὶ σωθήσεται. Εἰσελθὼν δὲ εἰς τὴν οἰκίαν οὐκ ἀφῆκεν εἰσελθεῖν οὐδένα, εἰ μὴ Πέτρον καὶ Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην καὶ τὸν πατέρα τῆς παιδὸς καὶ τὴν μητέρα. Ἔκλαιον δὲ πάντες καὶ ἐκόπτοντο αὐτήν. Ὁ δὲ εἶπεν΄ Μὴ κλαίετε, οὐ γὰρ ἀπέθανεν ἀλλὰ καθεύδει. Καὶ κατεγέλων αὐτοῦ, εἰδότες ὅτι ἀπέθανεν. Αὐτὸς δὲ ἐκβαλὼν ἔξω πάντας, καὶ κρατήσας τῆς χειρὸς αὐτῆς ἐφώνησεν λέγων΄ Ἡ παῖς, ἐγείρου. Καὶ ἐπέστρεψε τὸ πνεῦμα αὐτῆς, καὶ ἀνέστη παραχρῆμα΄ καὶ διέταξεν αὐτῇ δοθῆναι φαγεῖν. Καὶ ἐξέστησαν οἱ γονεῖς αὐτῆς· ὁ δὲ παρήγγειλεν αὐτοῖς μηδενὶ εἰπεῖν τὸ γεγονός.

ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ

Ὁ θάνατος ἀποτελεῖ ἕνα συγκλονιστικὸ γεγονός, μιὰ ὀδυνηρὴ πραγματικότητα μέσα στὴν ζωή μας. Ἡ παρουσία του γέμιζε ἀπαρχῆς τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου μὲ φόβο καὶ ὁδηγοῦσε τὴν σκέψη του σὲ ἀπορία καὶ ἀδιέξοδο. «Ὄντως φοβερώτατον τὸ τοῦ θανάτου μυστήριον…» , ψάλλει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ἐκφράζοντας τὸ πανανθρώπινο δέος μπροστὰ στὸ μυστήριο τοῦ θανάτου. Ὁ θάνατος ἀποτελεῖ τὸν πικρὸ καρπὸ καὶ τὴν τραγικὴ συνέπεια τῆς ἁμαρτίας, τῆς ἀποστασίας καὶ τῆς πτώσης τῶν πρωτοπλάστων. Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη μᾶς διαβεβαιώνει ὅτι: «φθόνῳ διαβόλου θάνατος εἰσῆλθεν εἰς τὸν κόσμον» (Σοφ. Σολ. 2, 24). Καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος συμπληρώνει: «δι’ ἑνὸς ἀνθρώπου ἡ ἁμαρτία εἰς τὸν κόσμον εἰσῆλθε καὶ διὰ τῆς ἁμαρτίας ὁ θάνατος» (Ρωμ. 5, 12).

Ὁ θάνατος, λοιπόν, δὲν εἶναι ἔργο τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ἀποτέλεσμα τῆς ἀποστασίας τοῦ ἀνθρώπου. Ὅπως τονίζει ὁ Μέγας Βασίλειος, ἐκφράζοντας ὁλόκληρη τὴν πατερικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας: «οὐχὶ Θεὸς ἔκτισεν θάνατον, ἀλλὰ ἡμεῖς ἑαυτοῖς ἐκ πονηρᾶς γνώμης ἐπεσπασάμεθα». Αὐτὸ ἐννοεῖ καὶ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, ὅταν λέει ὅτι ὁ ἄνθρωπος, παρασυρόμενος ἀπὸ τὴν ἀπάτη τοῦ πονηροῦ, ἔγινε, κατὰ κάποιο τρόπο, ὁ ἴδιος δημιουργὸς τοῦ θανάτου.

Μιὰ μεγάλη κατηγορία ἀνθρώπων ἀντιμετωπίζουν τὸν θάνατο ὡς φυσικὸ φαινόμενο‧ σὰν τὸ τέρμα τῆς ζωῆς καὶ ἐπιστροφὴ στὸ μηδὲν καὶ τὴν ἀνυπαρξία. Δὲν πιστεύουν στὴν μεταθανάτια ζωή. Δὲν ὑπάρχει μέσα τους ἐλπίδα καὶ πόθος σωτηρίας. Ἄλλοι ἄνθρωποι θέλουν νὰ ἀγνοοῦν τὸν θάνατο καὶ δὲν τὸν σκέπτονται. Καὶ ἄλλοι τὸν φοβοῦνται καὶ τὸν τρέμουν. Στὴν σκέψη ὅτι θὰ πεθάνουν μιὰ μέρα, παραλύουν ἀπὸ φόβο. Βλέπουν νεκροφόρα καὶ στρέφουν ἀλλοῦ τὸ πρόσωπό τους ἢ φτύνουν τὸν κόρφο τους.

Μὲ τὴν ἐνανθρώπιση, τὸν ἑκούσιο σταυρικὸ θάνατο καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ δόθηκε ξανὰ στὴν ἀνθρώπινη φύση – κατὰ χάρη – τὸ δῶρο τῆς ἀθανασίας καὶ τῆς αἰώνιας ζωῆς. Μέσα στὴν Ἐκκλησία τοῦ Ἀναστημένου Χριστοῦ «ὕπνος ἀναδέδεικται τῶν πιστευόντων ὁ θάνατος». Γι’ αὐτὸ μέσα στὴν Ἐκκλησία «θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν, ᾍδου τὴν καθαίρεσιν, ἀλλῆς βιοτῆς τῆς αἰωνίου ἀπαρχὴν καὶ σκιρτῶντες ὑμνοῦμεν τὸν αἴτιον…». Αὐτὸ ἐννοεῖ καὶ ὁ ἱ. Χρυσόστομος, ὅταν ζώντας τὴν ἐλπιδοφόρα τούτη ἀλήθεια, ἀναφωνεῖ θριαμβευτικά: «Ποῦ σοῦ, θάνατε, τὸ κέντρον; (κεντρί) Ποῦ σοῦ ᾍδη τὸ νεῖκος; Ἀνέστη Χριστὸς καὶ σὺ καταβέβλησαι. Ἀνέστη Χριστὸς καὶ ζωὴ πολιτεύεται».

Ἡ ὀρθὴ ἀντιμετώπιση τοῦ μυστηρίου τοῦ θανάτου ἐπιτυγχάνεται καὶ βιώνεται μόνο μέσα στὸν χῶρο τῶν μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας καὶ μάλιστα στὸ μυστήριο τῶν μυστηρίων, τὴν Θεία Εὐχαριστία. Ὅταν κοινωνοῦμε τοῦ Ἀχράντου Σώματος καὶ τοῦ Τιμίου Αἵματος τοῦ Κυρίου, ζοῦμε τὴν ἑνότητα τῶν δύο αὐτῶν κόσμων, τῆς «στρατευομένης» καὶ τῆς «θριαμβευούσης» Ἐκκλησίας, τῶν ζώντων καὶ τῶν κεκοιμημένων, ἐπικοινωνοῦμε μαζί τους μυστικὰ καὶ μετέχουμε ἀπὸ τώρα στὴν αἰώνια ζωὴ τοῦ Θεοῦ «ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ». Ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος διακηρύσσει ὅτι: «ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἔχει ζωὴν αἰώνιον˙ κἀγὼ ἀναστήσω αὐτὸν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ» (Ἰω. 6, 54). Καὶ ὅλα αὐτὰ θὰ συμβοῦν, γιατὶ ὁ Κύριος εἶναι «ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή» (Ἰω. 11, 25).

Ὁ Ἅγιος Ἄνθιμος διδάσκει: «Πάντα ματαιότης τὰ ἀνθρώπινα! Τὶ ζητοῦμεν, λοιπὸν, τὰ μάταια; Θὰ πῆτε: ‘‘Μὰ μποροῦμε νὰ ζήσωμεν χωρὶς αὐτά;’’ Δὲν λέω νὰ μὴ φᾶμε καὶ νὰ μὴν πιοῦμε καὶ νὰ μὴν ἐνδυθοῦμε, λέω νὰ μὴν πλεονεκτοῦμε… Περίλυπος εἶναι ἡ ψυχή μου, ἐπειδὴ αὔριο θὰ ἀποθάνωμεν καὶ δὲν ἔχομεν καμμίαν ἑτοιμασίαν. Δὲν ἐφροντίσαμε νὰ ἑτοιμάσωμεν τόπον ἀναπαύσεως. Πολεμοῦμεν, ἀλλὰ, ὅπως εἶπεν ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος, μᾶς πολεμοῦν τὰ πάθη μας. Ἄλλος μὲ τὸν φθόνο, ἄλλος μὲ τὴν ἔχθρα, ἄλλος μὲ τὴν κατηγορία, ἄλλος μὲ τὴν κατάκριση. Αὐτὰ τὰ πάθη μας «γεγόνασι δαίμονες». Οἱ τάφοι μας εἶναι ἕτοιμοι. Ὁπόταν περνᾶμε ἔξω ἀπὸ τὸ νεκροταφεῖο, πρέπει νὰ κλαῖμε καὶ νὰ θρηνοῦμεν, διότι ἐκεῖ μέσα εἶναι ἡ κατοικία μας. Πότε; Δὲν ἠξεύρομεν. Διὰ τοῦτο μᾶς εἶπεν ὁ Κύριος: ‘‘γίνεσθε ἕτοιμοι’’. Εἰς τὸν Θεὸν, ὅμως, δὲν παύω νὰ δέωμαι καὶ νὰ τοῦ λέγω: ‘‘ Θεέ μου, γνωρίζεις τὴν ἀσθένειαν τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως‧ βλέπεις τὸν διάβολον‧ πῶς καταπολεμεῖ ἡμέραν καὶ νύκτα τὰς ψυχάς μας, βλέπεις τὴν τυραννίαν τοῦ ματαίου βίου, βλέπεις τὸ μαρτύριον τῆς σαρκός. Τὸ ἀλάνθαστον ὄμμα σου τὰ βλέπει ὅλα. Λοιπόν, παράβλεψε καὶ συγχώρεσέ μας»

Ὁ Ἅγιος Παΐσιος μᾶς λέγει: «Τὸ πᾶν εἶναι νὰ συλλάβει ὁ ἄνθρωπος τὸ νόημα τῆς προετοιμασίας γιὰ τὴν πατρίδα στὸν οὐρανό, τὸν παράδεισο. Ἡ πύλη τοῦ παραδείσου δὲν εἶναι στενή. Ἂν ὁ ἄνθρωπος ἔχει – μικρὴ ἔστω – διάθεση νὰ μὴ λυπήσει τὸν Θεό, ὁ φύσει ἀγαθὸς Θεὸς θὰ οἰκονομήσει ὥστε νὰ τὸν πάρει στὴν καλύτερη ὥρα του, σὲ ὥρα μετανοίας, καὶ θὰ τὸν σπρώξει στὸν παράδεισο. Ἀπὸ φιλότιμο καὶ μόνο πρέπει νὰ σωθοῦμε. Στὴν ἄλλη ζωή, τὴν ἀληθινή, τὰ μάταια τοῦτα πράματα καὶ οἱ μάταιες δόξες δὲν χρειάζονται, οὔτε μεταφέρονται. Τὸ μόνο ποὺ μεταφέρεται εἶναι τὰ ἔργα μας, τὰ ὁποῖα θὰ μᾶς δώσουν καὶ τὸ ἀνάλογο «διαβατήριο» γιὰ τὸ μεγάλο καὶ αἰώνιο ταξίδι μας… Ὅπως ἀνακουφίζουμε τοὺς φυλακισμένους μὲ ἀναψυκτικὰ κ.λ.π. ποὺ τοὺς πηγαίνουμε, ἔτσι καὶ τοὺς νεκροὺς τοὺς ἀνακουφίζουμε μὲ τὶς προσευχὲς καὶ τὶς ἐλεημοσύνες ποὺ κάνουμε γιὰ τὴν ψυχή τους. Ὁ Θεὸς θέλει νὰ βοηθήσει τοὺς κεκοιμημένους, γιατὶ πονάει γιὰ τὴν σωτηρία τους, ἀλλὰ δὲν τὸ κάνει γιατὶ ἔχει ἀρχοντιά. Δὲν θέλει νὰ δώσει δικαίωμα στὸν διάβολο νὰ πεῖ: ‘‘Πῶς τὸν σώζεις αὐτόν, ἐνῶ δὲν κοπίασε;’’ Ὅταν, ὅμως, ἐμεῖς προσευχόμαστε γιὰ τοὺς κεκοιμημένους, τοῦ δίνουμε τὸ δικαίωμα νὰ ἐπεμβαίνει. Περισσότερο, ὅμως, συγκινεῖται ὁ Θεὸς ὅταν κάνουμε προσευχὲς γιὰ τοὺς κεκοιμημένους παρὰ γιὰ τοὺς ζῶντες… Γι’ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία μας ἔχει τὰ κόλλυβα, τὰ μνημόσυνα. Τὰ μνημόσυνα εἶναι ὁ καλύτερος δικηγόρος γιὰ τὶς ψυχὲς τῶν κεκοιμημένων. Τὸ καλύτερο ἀπ’ ὅλα τὰ μνημόσυνα ποὺ μποροῦμε νὰ κάνουμε εἶναι ἡ προσεκτική μας ζωή, ὁ ἀγώνας ποὺ θὰ κάνουμε γιὰ νὰ κόψουμε τὰ ἐλαττώματά μας καὶ νὰ λαμπικάρουμε τὴν ψυχή μας. Οἱ κεκοιμημένοι νοιώθουν χαρὰ ὅταν ἕνας ἀπόγονός τους εἶναι κοντὰ στὸν Θεό. Καὶ μὲ τὸ νὰ εἴμαστε σὲ καλὴ πνευματικὴ κατάσταση εὐφραίνονται γιατὶ καὶ αὐτοὶ ἔγιναν συνεργοὶ γιὰ νὰ γεννηθοῦμε καὶ ὁ Θεὸς, κατὰ κάποιο τρόπο, ὑποχρεώνεται νὰ τοὺς βοηθήσει… Καὶ μὲ χαρὰ πάλι θὰ συναντηθοῦμε μαζί τους στὸν Παράδεισο καὶ θὰ ζήσουμε ὄλοι μαζὶ τὴν αἰώνια ζωή».

Ὁ ἀείμνηστος π. Παῦλος Εὐδοκίμωφ συμπεραίνει: «Ἡ Ἐκκλησία δέχεται τὴν τραγικότητα τοῦ θανάτου, τὴν κοιτάζει κατὰ πρόσωπο, διότι ὁ Θεὸς περνᾶ ἀπὸ αὐτὸν τὸν δρόμο καὶ ὅλοι Τὸν ἀκολουθοῦν».

Εὐλογημένοι Χριστιανοί!

Εἴδαμε τὴν ὀρθὴ θέση τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας γιὰ τὸ μυστήριο τοῦ θανάτου καὶ ἀκούσαμε τὴν σοφὴ διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων μας. Ἡ ζωὴ εἶναι πέρα τοῦ τάφου, διαλαλοῦν. Ἡ ἀντίληψη τῶν ὑλιστῶν καὶ τῶν αἱρετικῶν, πὼς μετὰ τὸν θάνατο ἐξαφανιζόμαστε ἔχει πονηριά, γιατὶ αὐτὸ τοὺς διευκολύνει στὴν ἁμαρτία. Θεὸς γι’ αὐτοὺς εἶναι ἡ «κοιλία» (Φιλ. 3, 19). Ἀτελείωτος εἶναι ὁ κατάλογος τῶν πονηρῶν πράξεων ὅλων αὐτῶν ποὺ φρονοῦν τὰ ἐπίγεια. Γιὰ ἐμᾶς τοὺς Χριστιανοὺς «τὸ πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει» (Φιλ. 3, 20). Δὲν πιστεύουμε πὼς ὅλα τελειώνουν ἐδῶ. Τὰ ἔργα καὶ οἱ πράξεις μας καὶ ὁ φιλότιμος ἀγώνας ποὺ κάναμε ἐνάντια στὸν «παλαιὸ ἄνθρωπο» θὰ εἶναι τὸ ἐφαλτήριο γιὰ τὴν νέα μας ζωή, αὐτὴν πέρα τοῦ τάφου, τὴν ἀληθινὴ καὶ αἰώνια. Αὐτὰ ὅλα εἶναι καταγεγραμμένα στὸ βιβλίο τῆς ζωῆς μας. Μακάρι νὰ ἀκούσουμε ἀπὸ τὸ δεσποτικὸ στόμα: «εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου σου».

Ἡ ἐναρμόνιος λύρα τοῦ φλογεροῦ ποιητῆ Βερίτη θὰ παιανίσει καὶ πάλι:

«Χαρὰ σ’ ἐκεῖνες τὶς ψυχές, τὶς ζηλευτές, τὶς ἅγιες.
Σὰν ἥλιοι φωτοστάλαχτοι θὰ λάμψουνε μιὰ μέρα
σὲ δόξες ὑπερκόσμιες καὶ σὲ χαρὲς οὐράνιες
στὴ Βασιλεία τοῦ Καλοῦ τ’ οὐράνιου των Πατέρα».

Ἀδελφοί μου!

Δὲν πρέπει νὰ φοβόμαστε τὸν θάνατο. Νὰ σκεπτόμαστε καθημερινὰ τὴν ἀπρόσμενη στιγμὴ τῆς ἀναχωρήσεώς μας. Σύνθημά μας ὁ λόγος τοῦ ἱ. Χρυσοστόμου: «Ἀνέστη Χριστὸς καὶ νεκρὸς οὐδεὶς ἐπὶ μνήματος». Ἂς παρακαλοῦμε τὸν Κύριό μας νὰ μᾶς χαρίσει «χριστιανὰ τὰ τέλη» τῆς ζωῆς μας καὶ ὅλοι νὰ ἔχουμε “καλὴν ἀπολογία” στὸ φοβερὸ βῆμα τοῦ Χριστοῦ μας. Ἀμήν. Γένοιτο.


Εκτύπωση   Email