Τη χαρά διαδέχθηκε όμως η λύπη και την ευτυχία ο πόνος, γιατί ο σύζυγός της αρρώστησε βαριά και μετά από μικρό χρονικό διάστημα εγκατέλειψε την επίγεια ζωή και αναχώρησε για την αιωνιότητα. Έτσι η Ιουλίττα επωμίζεται σε πολύ νεαρή ηλικία τον σταυρό της χηρείας. Αντλεί όμως δύναμη από τον Αναστάντα Κύριο και η πίστη της στερεώνεται και ενισχύεται ακόμη περισσότερο, παρόλο που αντιμετωπίζει δυσκολίες, θλίψεις, εμπόδια και προκλήσεις. Στρέφει τις ελπίδες της στο μονάκριβο παιδί της και του μεταλαμπαδεύει την άσβεστη φλόγα της αγάπης στον Χριστό. Απορρίπτει την ιδέα του δεύτερου γάμου και αποφασίζει να αφιερωθεί εξ ολοκλήρου στον Κύριο και στην κατά Θεό ανατροφή του παιδιού της. Προσεύχεται αδιάλειπτα στον Ουράνιο Πατέρα, μελετά τακτικά την Αγία Γραφή, συμμετέχει ενεργά στη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας και αποδεικνύει έμπρακτα την αγάπη της προς τον πλησίον και τον πάσχοντα συνάνθρωπο. Γι’ αυτό και επισκέπτεται χήρες και ορφανά, φτωχούς και ασθενείς και προσφέρει πλουσιοπάροχα τις πολύτιμες υπηρεσίες της. Επιθυμεί να οδηγήσει όλους τους ανθρώπους στην αλήθεια του Ευαγγελίου του Χριστού και να τους οικοδομήσει πνευματικά, ενώ ο διακαής πόθος της είναι και ο τρίχρονος γιος της, ο Κήρυκος, να τιμήσει και να δοξάσει το όνομα του Χριστού.
Φτάνουν στη Σελεύκεια της Συρίας, αλλά η κατάσταση εκεί είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη και πολλοί χριστιανοί φονεύονται. Γι’ αυτό και αναχωρεί για την Ταρσό της Κιλικίας, αλλά και εκεί δεν κατορθώνει να διαφύγει την προσοχή των διωκτών. Συλλαμβάνεται μαζί με το παιδί της και οδηγείται ενώπιον του σκληρόκαρδου ειδωλολάτρη επάρχου Αλεξάνδρου, ο οποίος προσπαθεί με υποσχέσεις και κολακευτικά λόγια να την πείσει να αρνηθεί τον Χριστό και να προσκυνήσει τα ψεύτικα είδωλα. Η Ιουλίττα παραμένει όμως σταθερή και αμετάβλητη. Απορρίπτει περιφρονητικά τις υποσχέσεις και ομολογεί ευθαρσώς την πίστη της στον αληθινό Θεό. Αναμένει με αγωνία το μαρτύριο και ενθαρρύνεται από την αδιάλειπτη προσευχή της. Στρέφει τα μάτια της στον ουρανό και ατενίζει την αιωνιότητα με ελπίδα. Ο τύραννος Αλέξανδρος, βλέποντας την ακλόνητη πίστη και την άκαμπτη θέληση της Αγίας, που του δήλωσε με παρρησία: «Ποτέ δεν πρόκειται να αρνηθώ την πίστη μου, έστω και αν με αποκεφαλίσεις, με κάψεις στη φωτιά ή με παραδώσεις ως τροφή στα θηρία», κυριεύτηκε τόσο πολύ από θυμό και αγανάκτηση, ώστε διέταξε να αποσπάσουν με τη βία τον μικρό Κήρυκο από τη στοργική αγκαλιά της. Στη συνέχεια άρχισαν να τη μαστιγώνουν ανελέητα, αλλά η ένδοξη μάρτυς του Χριστού Ιουλίττα υπομένει αγόγγυστα το μαστίγωμα και αντλεί δύναμη από τον αρχηγό της πίστεώς μας, τον Ιησού Χριστό, που σταυρώθηκε για μας.
Μετά τον αποκεφαλισμό της το ιερό λείψανο της Αγίας ρίχθηκε στον τόπο, όπου βρισκόταν το λείψανο και του τρίχρονου γιου της, του Κηρύκου. Την επόμενη νύχτα οι δύο υπηρέτριες ήρθαν και παρέλαβαν κρυφά τα ιερά λείψανα και τα τοποθέτησαν σε σπήλαιο έξω από την πόλη της Ταρσού. Μετά τους διωγμούς η μία υπηρέτρια αποκάλυψε τα ιερά λείψανα των ενδόξων μαρτύρων Κηρύκου και Ιουλίττης, τα οποία σήμερα είναι τεθησαυρισμένα σε διάφορες ιερές μονές, όπως στην ιερά μονή Γρηγορίου του Αγίου Όρους, όπου φυλάσσεται η κάρα του Αγίου Κηρύκου και στην ιερά μονή Διονυσίου του Αγίου Όρους, όπου φυλάσσεται τμήμα της αριστερής χειρός και του δεξιού ποδός του τρίχρονου νηπίου.
Αριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

