Μία ἐπί πλέον σπουδαία σέ ὀργάνωση καί περιεχόμενο πνευματική εὐκαιρία ἐδόθη στόν Ἱερό Κλῆρο τῆς Χίου μέ τήν πραγματοποίηση τοῦ ἀπό τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Χίου, Ψαρῶν καί Οἰνουσσῶν κ. Μᾶρκο καθιερωθέντος ἀνά διετίαν, Γ΄ Ἱερατικοῦ Συνεδρίου στό "Κουκουνάρειο" Πνευματικό Κέντρο τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Παναγίας Λατομιτίσσης Χίου, τήν Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου 2025, μέ θέμα: "Ὁριοθέτηση τῆς Χριστιανικῆς Πίστεως: Δοξασίες καί Κακοδοξίες".
Μετά τήν τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας στόν Ἐνοριακό Ἱερό Ναό Παναγίας Λατομιτίσσης καί τήν Ἐναρκτήριο Ἀκολουθία στό Πνευματικό Κέντρο, ἤρχισαν οἱ ἐργασίες τοῦ Γ΄ Ἱερατικοῦ Συνεδρίου μέ τήν συμμετοχή ὅλου τοῦ Ἱεροῦ Κλήρου τῆς Χίου καί μέ πρῶτον Εἰσηγητήν τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Χίου, Ψαρῶν καί Οἰνουσσῶν κ. Μᾶρκο, ὁ ὁποῖος, μέ ἁγιογραφική καί ἁγιοπατερική τεκμηρίωση, ἀνέλυσε τό θέμα: "Καί πᾶν πνεῦμα ὅ μή ὁμολογεῖ τόν Ἰησοῦν Χριστόν ἐν σαρκί ἐληλυθότα, ἐκ τοῦ Θεοῦ οὔκ ἐστι" (Α' Ἰωάννου δ,3). Ὁ Σεβασμιώτατος ἰδιαίτερα ἐτόνισε ὅτι ὁ προσδιορισμός "Ὀρθοδοξία" δέν εἶναι ἐπαρκής γιά τήν ὁριοθέτηση τῆς πίστεως, ἀφοῦ καί ἄλλοι προσανατολισμοί καί δοξασίες μποροῦν νά χρησιμοποιοῦν τόν ὅρο σύμφωνα μέ τά πιστεύω τους. Ἐμεῖς πρέπει ὁριοθετώντας τήν πίστη μας νά τονίζουμε τήν ὀρθόδοξη χριστιανική θεολογία. Ὁ Χριστός εἶναι ἡ βάση καί το περιεχόμενο τῆς πίστεώς μας καί καμμιά ἀναφορά σ' αὐτήν δέν ἔχει οὐσία καί νόημα χωρίς τόν Χριστόν. Ἀνέφερε δε ὡς χαρακτηριστικό παράδειγμα τίς εὐχές τῶν ἡμερῶν, ὅτι δέν μποροῦμε νά λέμε "Καλές Γιορτές", ἀλλά "Καλά Χριστούγεννα"! Νά ἀκούγεται καί νά τονίζεται ὁ Χριστός. Μάλιστα αὐτές τίς ἡμέρες με τήν Διευθύντρια τῆς Β΄/βάθμιας Ἐκπαίδευσης τήν Ἐλλογιμωτάτη κ. Εὐτυχία Μ. Βλυσίδου περιερχόμεθα τά Σχολεῖα μας καί προσφέρουμε στά παιδιά τῆς Α΄ Γυμνασίου τήν Καινή Διαθήκη, μέ κείμενο καί μετάφραση, ὥστε νά ἔχουν αὐτό το ἀνυπολόγιστης ἀξίας δῶρο καί νά το μελετοῦν σ' ὅλη τους τή ζωή. Προανήγγειλε δε τήν ἀπό τῆς ἀρχῆς τοῦ νέου ἔτους ἐνημέρωση τῶν Ἀρχιερατικῶν Ἐπιτρόπων ἐπί τῶν Αἱρέσεων, ὥστε κατά δίμηνο νά καταρτίζουν τούς Ἱερεῖς τῶν Ἐπιτροπειῶν τους, ίδιαίτερα για τίς νέες αἱρέσεις.
Ἀκολούθησε ἡ Β΄ εἰσήγηση ἀπό τόν Γενικό Ἀρχιερατικό Ἐπίτροπο Πρωτοπρ. τοῦ Οἰκουμ. Θρόνου κ. Δημήτριο Κ. Γεόμελο, ὁ ὁποῖος παρουσίασε το θέμα "Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ".
Χιλιαστές ή Μάρτυρες του Ιεχωβά είναι oμάδα ανθρώπων που υποστηρίζουν ότι είναι χριστιανοί, στην πραγματικότητα, όμως, με το να διαστρέφουν όλα τα δόγματα της πίστης μας, συνιστούν ιδιαίτερη θρησκεία.
Ονομάστηκαν Χιλιαστές από μια δοξασία τους ότι πριν τη Δευτέρα Παρουσία, ο Χριστός θα συστήσει επίγεια κυβέρνηση με έδρα τα Ιεροσόλυμα και με υπουργούς τους πατριάρχες του Ισραήλ και θα κυβερνήσει για 1000 χρόνια.
Λέγονται και Μάρτυρες του Ιεχωβά, από το εβραϊκό Γιαχβέ ή Ιεχωβά που σημαίνει «ὁ Ὢν» και δηλώνει τον Θεό. Ισχυρίζονται δηλαδή ότι είναι μάρτυρες του Θεού.
Ιδρυτής της Εταιρίας Σκοπιά, ήταν ο Σκοτσεζο – Ιρλανδικής καταγωγής, Αμερικανός Κάρολος Τέιζ Ρώσσελ. Πλούσιος έμπορος, ίδρυσε αρχικά έναν όμιλο μελέτης της Αγίας Γραφής το 1870 στο Αλεγγένι των ΗΠΑ, σε ηλικία 17 περίπου ετών. Αν και ήταν πανέξυπνος, η απειρία του τον έκανε να ασπασθεί τις απόψεις ακραίων Προτεσταντικών και αποκρυφιστικών ομάδων που δρούσαν τότε στην Πενσυλβανία. Ο ηγέτης μιας τέτοιας ακραίας Αντβεντιστικής ομάδας, ο Νέλσον Μπάρπουρ, τον προσυλήτισε, και τον έπεισε ότι μπορούσε να προβλεφθεί το τέλος του κόσμου.
Ο Ρώσσελ με τα χρήματα που διέθετε, έγινε τότε συνεκδότης του Μπάρπουρ, για το περιοδικό: «Κήρυκας της Πρωϊας» που εξέδιδε ο Μπάρμπουρ, και κήρυτταν ότι το τέλος του κόσμου θα έρθει το 1874. Όταν η ψευδοπροφητεία αυτή διαψεύστηκε, ο Ρώσσελ εγκατέλειψε τον Μπάρμπουρ, και το 1879 εξέδωσε το δικό του περιοδικό: «Η Σκοπιά της Σιών και κήρυξ της του Χριστού Παρουσίας», τη σημερινή «Σκοπιά». Έτσι, κατάφερε να κλέψει τους αναγνώστες του Μπάρμπουρ, και να ιδρύσει σε διάφορες περιοχές, ομάδες μελέτης της Αγίας Γραφής, που ονόμαζε «Σπουδαστές της Γραφής».
Οι ομάδες αυτές αυξήθηκαν σε αριθμό και μέλη, και θεωρούσαν τον Ρώσσελ ως δάσκαλό τους για «το λόγο του Θεού». Ο Ρώσσελ στα βιβλία και τα περιοδικά του, μεταξύ άλλων αιρετικών θέσεων, δίδασκε αποκρυφιστικές διδασκαλίες για τις πυραμίδες, και όρισε ως νέα ημερομηνία του τέλους το 1914. Και αυτή όμως η ημερομηνία πέρασε, όπως και η νέα που όρισε, το 1918. Έτσι, ως τον θάνατό του, παρέμεινε ψευδοπροφήτης, χωρίς ποτέ να επιτύχει ούτε μία προφητεία.
Ο χαρακτήρας του ήταν υπερήφανος, και θεωρούσε τον εαυτό του «πιστό και συνετό». Όμως η ζωή του δεν ήταν σύμφωνη με όσα δίδασκε. Σήμερα τον τάφο του κοσμεί μια πυραμίδα με αποκρυφιστικά σύμβολα που θυμίζουν Μασωνία.
Παρ’ όλα αυτά, πιθανόν ο Ρώσσελ να πίστευε αληθινά όσα δίδασκε. Πράγμα όμως δύσκολο να το υποθέσουμε για τον διάδοχό του, τον "δικαστή" Ρόδερφορδ.
Ο Ρόδερφορδ, κυριολεκτικά άρπαξε την περιουσία του Ρώσσελ. Ήταν αρχικά ο δικηγόρος στον οποίο είχε ανατεθεί η διαθήκη του Ρώσσελ. Όμως εκμεταλλευόμενος την εμπιστοσύνη των νομίμων κληρονόμων, χρησιμοποίησε νομικά παραθυράκια και κράτησε την εκδοτική εταιρία «Σκοπιά» του Ρώσσελ για τον εαυτό του, και αυτούς τους χαρακτήρισε «Πονηρούς Δούλους», και τους έδιωξε. Σήμερα αυτοί είναι γνωστοί ως «Σπουδαστές της Γραφής», και διατηρούν τα δόγματα του Ρώσσελ, σε αντίθεση με τον Ρόδερφορδ, που άλλαξε σχεδόν τα πάντα, και έκανε τη Σκοπιά μια δικτατορική οργάνωση. Αυτός τους ονόμασε: «Μάρτυρες του Ιεχωβά».
Με τη σειρά του, έθεσε ημερομηνίες για το τέλος του κόσμου, και διαψεύστηκε σε οτιδήποτε είχε προφητεύσει. Μεγάλο μέρος της προεδρίας του, πέρασε σε μία βίλα με το όνομα «Μπεθ Σαρίμ», που αγοράστηκε δήθεν για τον Αβραάμ, τον Ισαάκ και τον Ιακώβ που έλεγε ότι θα ανασταίνονταν τότε. Η πολιτική του τον οδήγησε ακόμα και να ζητήσει την εύνοια του Χίτλερ στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, και να εξυψώσει το Χιτλερικό Ράιχ, τον καιρό που οι οπαδοί της οργάνωσής του βασανίζονταν στα στρατόπεδα του Χίτλερ.
Η δικτατορική διακυβέρνηση που επέβαλε στην οργάνωση της Σκοπιάς ο Ρόδερφορδ, συνεχίστηκε και επί της προεδρίας του διαδόχου του, τού Νάθαν Νορ, και συνεχίζεται ως σήμερα, παρά το ότι πλέον κυβερνάται από ένα «Κυβερνών Σώμα» υπερηλίκων κυρίως ηγετών. Σήμερα η Σκοπιά είναι μια παγκόσμια Σέκτα (λέξη που εκφράζει αυτό που λέμε: «καταστροφικές λατρείες») και αριθμεί γύρω στά 9 εκατομμύρια μέλη. Στη χώρα μας είναι περίπου 27.000. Οι οπαδοί της είναι υποχρεωμένοι να δέχονται όλα όσα τους λέει, ακόμα και τις διαρκείς δογματικές αλλαγές της οργάνωσης. Δικαιολογούν έτσι ακόμα και τις συνεχιζόμενες ψευδοπροφητείες της Σκοπιάς, με τελευταίες: το τέλος που δεν ήρθε το 1975 όπως κήρυτταν, και η γενιά του 1914 που έλεγαν ότι δεν θα παρέλθει πριν έρθει το τέλος.
Οποιαδήποτε αμφισβήτηση, τιμωρείται με «αποκοπή», και στον αποκομμένο απαγορεύεται ακόμα και να μιλούν τα άλλα μέλη, για να μην αποκοπούν και αυτοί. Έτσι καταστρέφονται οικογένειες, διαλύονται φιλίες και συγγένειες, χάνονται εργασίες, και πολλά θύματα της οργάνωσης αυτής, υποφέρουν από έντονα ψυχολογικά προβλήματα και φοβίες. Με τις απολυταρχικές αυτές μεθόδους, ελέγχει και εξαναγκάζει τους δύστυχους οπαδούς της να υποτάσσονται στις διαταγές της, είτε επειδή τους απειλεί με θάνατο από τον Θεό στον «Αρμαγεδδώνα», είτε επειδή φοβούνται την αποκοπή, και πολλοί παραμένουν εκεί, παρά τη θέλησή τους, για να μη διαλυθεί η οικογένειά τους. Με την απαγόρευση να μιλούν οι οπαδοί της στα πρώην μέλη της, απομονώνει τους οπαδούς της, να μη μάθουν την αλήθεια για τα όσα παραποιημένα διδάσκει, τόσο για την ιστορία της, όσο και για τα δόγματά της.
Η Σκοπιά έχει κάνει δική της μετάφραση της Αγίας Γραφής, (τη Μετάφραση Νέου Κόσμου), όπου έχει διαστρέψει και αλλοιώσει όλα τα σημεία της Αγίας Γραφής που διαφωνούν με τις πλάνες της. Τα βασικά της δόγματα ΣΗΜΕΡΑ, είναι τα εξής:
Από το 1914 έγινε αόρατα (!!!) η παρουσία του Χριστού, και περιμένουμε την έλευσή του «σύντομα». Ο κόσμος πάει από το κακό στο χειρότερο, και λίγους μήνες μετά την (αόρατη κι αυτή) ουράνια ανάσταση των «αγίων» που έγινε το 1918, ο Θεός διάλεξε την οργάνωση της Σκοπιάς ως «τον αγωγό» που θα δίνει στους Χριστιανούς την «αλήθεια». Η «αλήθεια» που πρέπει να πιστεύουν οι οπαδοί της, δεν είναι κάτι σταθερό, αλλά κάτι που αλλάζει ανάλογα με το «νέο φως» που δίνει η Σκοπιά μέσω των εντύπων της. Επειδή λοιπόν το τέλος είναι κοντά, οι οπαδοί της Σκοπιάς οφείλουν να κηρύττουν ότι το όνομα του Θεού είναι Ιεχωβά, και ότι θα «καταστρέψει» τους κακούς. Αυτό το κάνουν σε κάθε ευκαιρία, για να σώσουν τους συνανθρώπους τους. Γιατί αν το τέλος τους βρει έξω από την οργάνωση, (δηλαδή κοσμικούς), τότε θα τους σκοτώσει ο ίδιος ο Θεός. Όσοι όμως είναι στην οργάνωση, θα επιζήσουν, και θα καλοπερνάνε σε έναν επίγειο φθαρτό παράδεισο, χωρίς να πεθάνουν ποτέ. Εκεί θα αναστηθούν όλοι οι υπόλοιποι νεκροί που προορίζονται για τη γη. Εξαίρεση σε αυτή την «ειδυλλιακή» εικόνα, αποτελούν όσοι στο τέλος των 1000 ετών βασιλείας, θα επαναστατήσουν στον Θεό, και θα αφανιστούν για πάντα.
Η Σκοπιά χωρίζει τους πιστούς σε δύο «τάξεις». Στους 144.000 που θα πάνε στον ουρανό, και στον αμέτρητο «Πολύ Όχλο» που θα μείνει στη γη. Τον Χριστό τον θεωρούν «δημιούργημα» του Θεού, και τον ταυτίζουν με τον αρχάγγελο Μιχαήλ, και δεν τον ονομάζουν κι αυτόν: «Γιαχβέ» όπως οι Χριστιανοί. Τον Θεό τον θεωρούν ως κάτι με σώμα, που δεν είναι «πανταχού παρών», αλλά που αντιλαμβάνεται με τον «εγκέφαλό» του τα γεγονότα, μέσω μιας απρόσωπης δύναμης, που την ταυτίζουν με το Άγιο Πνεύμα, το οποίο αρνούνται ότι είναι πρόσωπο.
Κάθε εβδομάδα, οι οπαδοί της παρακολουθούν τουλάχιστον 5 ώρες κατήχησης, σε 3 διαφορετικές «συναθροίσεις», όπου διδάσκονται επιχειρηματολογία και «μάρκετινγκ», πώς να μιλούν και να πείθουν τους άλλους. Η Σκοπιά, τους εντυπωσιάζει με τα ψηλά και πολυτελή της κτίρια, με τα υπερσύγχρονα τυπογραφεία της, και με τις εξαιρετικής ποιότητας εκτυπώσεις της. Προσπαθούν επίσης να εντυπωσιάσουν τους άλλους, φανερώνοντας μια «βιτρίνα» ηθικής καθαρότητας για την οργάνωσή τους, καθώς όποιον ανακαλύψουν να παραβιάζει τους κανόνες ηθικής, τον διώχνουν από την οργάνωση, με όλα τα επακόλουθα. Δεν υπάρχει οίκτος, ούτε ενδιαφέρον για τον διωγμένο. Αυτό που μετράει είναι η καλή εικόνα της οργάνωσης, γιατί τους οπαδούς της τους βλέπει ως αριθμούς, και όχι ως πρόσωπα. Για να τους κρατήσει, πεπεισμένους στα δόγματά της, η οργάνωση φροντίζει να τους έχει διαρκώς απασχολημένους με δικά της έντυπα, ώστε να μην μπορούν να διαβάσουν διδασκαλίες άλλων θρησκειών.
Οι κυριότερες πλάνες τους
Ἀρνοῦνται τήν Ἱερά Παράδοση.
Φυσικά και δεν φτάνει η αγία γραφή, διότι η αλήθεια και η σωτηρία στην ορθόδοξη εκκλησία είναι εμπειρία του Θεού υπαρξιακή, ένωση κατά χάρη με τον Θεό, όχι μόνο γνώσεις εγκεφαλικές για τον Θεό ή συναισθηματική κατάνυξη. Διότι και ο διάβολος γνωρίζει τον Θεό, αλλά δεν έχει την χαρισματική ένωση μαζί του. Γιαυτό και λέμε ότι η ερμηνεία της Αγίας Γραφής πρέπει να γίνεται υπό το φως της ερμηνείας των Πατέρων της Εκκλησίας (19ος καν. Πενθέκτης Οικ. Συνόδου), διότι «πάσα προφητεία Γραφης, ιδιας επιλυσεως ου γινεται….» (Β’ Πετρ. 1,19).
- H Αγία Γραφή εξάλλου δεν είναι «στύλος και εδραίωμα της αληθείας», αλλά η Εκκλησία είναι στύλος και εδραίωμα της Εκκλησίας, σύμφωνα με τον απόστολο Παύλο (Α’ Τιμ. 3,16).
- Για το Άγιο Πνεύμα λέγει ο Χριστός ότι «μετά την ανάληψή του θα έρθει για να διδάξει και να εξηγήσει όλη την αλήθεια» (Ιω. 14,26). Αυτό είναι για μας η Ιερά Παράδοση, που είναι πολύ ευρύτερη από την αγία Γραφή.
- Πόσα είναι άλλωστε τα βιβλία της Κ.Δ.; Ποιος έγραψε το πρώτο και τρίτο ευαγγέλιο; Πώς τελείται το βάπτισμα; Γιατί δεν δεχόμαστε το κατά Νικόδημον ή κατά Ιωσήφ ευαγγέλιο, που είναι απόκρυφα; Πώς τελούνταν το βάπτισμα και οι άλλες ακολουθίες στην πρώτη Εκκλησία; Για αυτά τα θέματα δεν μιλάει η Γραφή αλλά η Θεία Παράδοση που συμπληρώνει την αγία γραφή.
- Στα ευαγγέλια έχουν καταχωρηθεί περιστασιακά τα λόγια του Χριστού, συνολικά όχι παραπάνω από 4 ώρες ομιλίας, ενώ οι ημέρες δράσεις του που περιγράφονται δεν ξεπερνούν τις 40. Επομένως πρόκειται για περιστασιακά κηρύγματα και ούτε κατά διάνοια δεν εξαντλούν το μήνυμα της Εκκλησίας για τη σωτηρία των ανθρώπων.
Η ίδια η Αγία Γραφή ομολογεί την αξία της ιεράς παραδόσεως:
Ο απ. Παύλος συμβουλεύει τους χριστιανούς: «Να είστε σταθεροί και να μένετε πιστοί στις διδασκαλίες που σας παραδώσαμε είτε προφορικά είτε με επιστολή μας» ( Β’ Θεσσ. 2,15).
Πολλά επίσης λόγια του Ιησού Χριστού δεν αποτυπώθηκαν σε γραπτή μορφή. Μια τέτοια ηθική διδασκαλία του Χριστού διασώζεται από τον απ. Παύλο στις Πράξεις των Αποστόλων, μιλώντας ο ίδιος προς τους επισκόπους και πρεσβυτέρους της Εφέσου: «Να θυμάστε τα λόγια του Κυρίου Ιησού, που είπε αυτός ο ίδιος: «Είναι ευτυχέστερο να δίνει κανείς παρά να παίρνει»» (20,35). Το συγκεκριμένο χωρίο δεν βρίσκεται πουθενά γραμμένο, αλλά το αντλεί ο Παύλος από την παράδοση.
Γιατί ονομάζουν το Θεό Ιεχωβά; Αυτό είναι το όνομα του Θεού ή έχουν ξεφύγει και εδώ;
Οι χιλιαστές ισχυρίζονται ότι το όνομα του Θεού είναι ένα: ΙΕΧΩΒΑ, απ’ όπου και «Μάρτυρες του Ιεχωβά» αποκαλούνται, που αντλούν από το εδάφιο ‘Εξοδος 6,3, όπου ο Θεός λέγει: «Παρουσιάστηκα στον Αβραάμ, στον Ισαάκ και στον Ιακώβ ως Θεός Σαδδάι (Θεός παντοκράτορας), αλλά δεν τους έκανα γνωστό το όνομά μου “Κύριος”». Οι Ο’ (Εβδομήκοντα) μεταφραστές της Βίβλου μεταφράζουν από τα εβραϊκά το όνομα του Θεού με τη λέξη «Κύριος» και πολύ σωστά πράττουν, αφού μεταφράζουν στην ελληνική γλώσσα. Το ίδιο κάνουν και οι απόστολοι στα βιβλία της Καινής Διαθήκης, που γράφτηκαν στα ελληνικά. Ονομάζουν το Θεό "Κύριο", λέξη εννοιολογικά πλουσιότερη, διότι σημαίνει τον Κυρίαρχο ουρανού και γης, τον παντοδύναμο Κυβερνήτη όλης της δημιουργίας, αλλά και τον "έχοντα κύρος", τον "έγκυρο", τον "πραγματικό". Ενώ οι υποτιθέμενοι «Σπουδαστές των Γραφών» αντιθέτως αφήνουν το όνομα του Θεού, εσφαλμένα βέβαια, να ακούγεται "Ιεχωβά", αν και δεν ήταν Ιεχωβά αλλά Γιαχβέ.
Μήπως όμως το όνομα "Γιαχβέ" είναι το μοναδικό όνομα του Θεού στην Παλαιά Διαθήκη; Όχι βέβαια! Στο κεφ. 3,13-15 της Εξόδου ο Μωϋσής είπε προς τον Θεό: «Καλά, εγώ θα πάω στους Ισραηλίτες .... αυτοί όμως θα με ρωτήσουν “ποιό είναι το όνομά του” Τι θα τους πω; Τότε ο Θεός απάντησε στο Μωϋσή: Εκχγιέ ασέρ εκχγιέ “Εγώ είμαι εκείνος που είμαι (εκείνος που υπάρχει)”. Έτσι του λέει θα μιλήσεις στους Ισραηλίτες: “Εκείνος που είναι” μ’ έστειλε σε σας .... Αυτό είναι το όνομά μου στον αιώνα, και με αυτό θα με επικαλούνται όλες οι γενιές». Επομένως εδώ ονομάζεται ο Θεός "ο ων". Αλλά και στο Εξόδου 34,14 αναφέρεται: «Δεν θα προσκυνήσετε άλλους θεούς, διότι ο Κύριος ο Θεός ονομάζεται ζηλωτής και είναι Θεός ζηλότυπος (θέλει για τον εαυτόν του την αγάπη σας». Στο Ησαϊα 63, 16, επίσης, αναφέρεται το όνομα του Θεού ότι είναι "Λυτρωτής" {Απ’ τους αιώνες το όνομά σου είναι “ο Λυτρωτής μας”} και στο Ησαϊα 57, 15 ονομάζεται Καδώς "Άγιος" {Άγιος είναι το όνομά του}. Ακόμη ο Θεός ονομάζεται Ελωχίμ (Θεός), Αδωναΐ (Κύριος), Σαβαώθ (Κύριος τῶν Δυνάμεων) κ. ἄ.
α) Δεν δέχονται τη θεότητα του Ιησού Χριστού, ούτε το ομοούσιο του προς τον Πατέρα. Ισχυρίζονται ότι ο Ιησούς Χριστός είναι δημιούργημα του Πατρός και δεν υπήρχε πάντοτε με τον Πατέρα. Η Αγία Γραφή όμως διακηρύσσει άλλα:
- «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος. Οὗτος ἦν ἐν ἀρχῇ πρὸς τὸν Θεόν». (Ιω 1, 1-2)
- «Ἐγὼ καὶ ὁ πατὴρ ἕν ἐσμεν» (Ιω 10, 30)
- Ξεκάθαρη η ευλογία του αποστόλου Παύλου: «Ἡ χάρις τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μετὰ πάντων ὑμῶν· ἀμήν» (Β΄ Κορ. 13, 13)
β) Απορρίπτουν τη θεότητα του Αγίου Πνεύματος και την ύπαρξή του ως ιδιαίτερου προσώπου. Πάλιν οι αναφορές της Αγίας Γραφής είναι ξεκάθαρες:
- Η εντολή του Χριστού προς τους μαθητές: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» (Ματθ 28,19)
- «Τρεῖς εἰσιν οἱ μαρτυροῦντες ἐν τῷ οὐρανῷ, ὁ Πατήρ, ὁ Λόγος καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, καὶ οὗτοι οἱ τρεῖς ἕν εἰσι» (Α΄ Ιω 5,7)
- «Εἶπε δὲ Πέτρος· Ἀνανία, διατί ἐπλήρωσεν ὁ σατανᾶς τὴν καρδίαν σου, ψεύσασθαί σε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον; […] οὐκ ἐψεύσω ἀνθρώποις, ἀλλὰ τῷ Θεῷ» (Πρ.5, 3-4)
γ) Με τα πιο πάνω είναι φανερό ότι δεν αναγνωρίζουν ούτε και γνωρίζουν τον Θεό Πατέρα. Ο Θεός Πατήρ στον Χριστιανισμό έχει Υιόν τον Ιησού Χριστό. Θεός που δεν είναι πατήρ του Κυρίου ημών Χριστού δεν είναι Θεός. Εφόσον λοιπόν οι Χιλιαστές απορρίπτουν την Υιότητα και θεότητα του Ιησού Χριστού, απορρίπτουν και τη θεότητα του Πατρός.
δ) Απορρίπτουν το αειπάρθενον της Θεοτόκου καθώς και την τιμή που αποδίδουμε σ’ αυτήν. Ασεβώντας στο πρόσωπό της ισχυρίζονται ότι μετά τη γέννηση του Ιησού αυτή απόκτησε και άλλα παιδιά. Αρνούνται την προφητεία του Ιεζεκιήλ για την κατ' ανατολάς κεκλεισμένην πύλην ἥν μόνος ο Κύριος διώδευσε και αὕτη ἥν κεκλεισμένη.
ε) Απορρίπτουν τον σταυρό και ειρωνεύονται τους Χριστιανούς που θωρακίζουν το σώμα τους με το σημείο του σταυρού. Διερωτώνται, τάχα, αν ο Χριστός είχε άλλο τέλος, αν π.χ. ελιθοβολείτο, τι σημείο θα εκάναμε. Και ξεχνούν ότι χρόνια πολλά πριν, ο Θεός εφανέρωσε τη δύναμη του σταυρού και αποκάλυψε τον τρόπο με τον οποίο θα έσωζε τον κόσμο. Αναφέρουμε απλώς το πέρασμα διά της Ερυθράς θαλάσσης, της οποίας τα νερά εχωρίσθησαν με το σημείο του σταυρού από τον Μωυσή, τον χαλκούν όφιν εις την έρημον, τη νίκη των Εβραίων κατά των Αμαληκιτών με το σημείο του σταυρού, τον γλυκασμό των υδάτων της Μερράς με την χρήση του ξύλου, την σταυροειδή ευλογία του Ιακώβ προς τα παιδιά του Ιωσήφ κλπ. Εδώ πρέπει να θυμηθούμε και τον υπέρ θεολόγους άνευ πτυχίου θεολόγον αείμνηστο π. Ιωάννη Πουλή, Εφημέριο Ι. Ν. Κοιμήσεως Θεοτόκου Χαλκειού, που έλεγε ότι στην δεκαετία του 1960 ανεγνώριζαν τον σταυρό και τον είχαν στο εξώφυλλο της Σκοπιάς.
στ) Δεν δέχονται τις εικόνες και απορρίπτουν την τιμητική προσκύνησή τους. Ονομάζουν τις εικόνες είδωλα και κωφεύουν στη διδασκαλία της Εκκλησίας που λέει ότι η προσκύνηση «μεταβαίνει προς το πρωτότυπο» και ότι με το να εικονίζουμε τον Χριστό ομολογούμε την σάρκωσή Του.
ζ) Απαγορεύουν την μετάγγιση αίματος στους ασθενείς. Συγχύζουν την αναφορά της Παλαιάς Διαθήκης στο αίμα των ζώων του οποίου πρέπει να αποφεύγεται η βρώση, και νομίζουν πως το αίμα του ανθρώπου ταυτίζεται με την ψυχή του. Με την απαγόρευση της μετάγγισης οδηγούν πολλούς στον θάνατο.
η) Αρνούνται να πάρουν όπλο και να καταταγούν στο στρατό, επικαλούμενοι την εντολή του Θεού «οὐ φονεύσεις». Μα ο ίδιος ο Θεός ηγήθηκε πολλάκις του στρατοπέδου των Εβραίων κατά των εχθρών τους. Οι Χριστιανοί δεν μετέχουν σε επιθετικούς αλλά σε απελευθερωτικούς και αμυντικούς πολέμους. Και η Εκκλησία ευλόγησε και ευλογεί τα όπλα για τέτοιους αγώνες, γιατί με αυτούς προστατεύουμε τη ζωή μας και τη ζωή των δικών μας ανθρώπων από την επιβουλή των εχθρών.
θ) Ισχυρίζονται ότι κατά την Δευτέρα Παρουσία θα αναστηθούν μόνον οι δίκαιοι και όχι οι αμαρτωλοί, ορίζουν δε, κατά καιρούς, και ημερομηνίες για την Δευτέρα Παρουσία. Και παρόλο ότι συνεχώς διαψεύδονται επιμένουν στην πλάνη τους.
Σεβασμιώτατε, ἀδελφοί μου!
Πρέπει σ' αὐτό τό σημεῖο νά τονίσουμε, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ποιμαντική ποτέ δέν χρησιμοποίησε τά δόγματα καί τούς Ἱερούς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας ὡς "κανόνια", γιά νά σκοτώσει τόν ἄνθρωπο. Τά χρησιμοποίησε μόνο ὡς ἰαματικά μέσα. Ὡς τρόπους θεραπείας. Ἡ ποιμαντική ἀγωνία γιά τήν εὕρεση καί τήν σωτηρία τῶν ἀπολεσθέντων προβάτων ποτέ δέν ἐπέτρεψε διαβαθμίσεις στήν ἔννοια τῆς Ὀρθοδοξίας. Δέν ὑπάρχει ὀρθοδοξία super καί ὀρθοδοξία ἁπλῆ. Ὑπάρχει μόνο "ἡ ἅπαξ παραδοθεῖσα τοῖς ἁγίοις ΜΙΑ πίστις¨.
Ἡ ὁριοθέτηση τῆς ὀρθοδόξου πίστεως δέν μπορεῖ νά μοιάζει μέ ποδοσφαιρικό ἀγῶνα, ὅπου μετρᾶμε τά τέρματα πού βάλαμε στούς αἱρετικούς. Καί εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι αὐτό τό κατάλαβαν καί κάποιοι ἀναρχικοί νεαροί καί ἔγραψαν σ' ἕνα τοῖχο τῶν Ἀθηνῶν τό εἰρωνικό μήνυμα "Εἰδωλολάτρες-Χριστιανοί, 7-0".
Ποτέ δέν πρέπει νά ξεχνᾶμε τά λόγια τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ὁ ὁποῖος καταδικάζοντας τήν ποδοσφαιροποίηση τοῦ ἀντιαιρετικοῦ ἀγῶνα, λέγει: " Οὐ γάρ νικῆσαι ζητοῦμεν, ἀλλά προσλαβεῖν ἀδελφούς, ὧν τῷ χωρισμῷ σπαρασσόμεθα". Σκοπός μας δέν εἶναι νά φωνάζουμε "γκόλ" ἤ τούς "φάγαμε". Σκοπός μας εἶναι νά ξαναφέρουμε τά παραστρατημένα ἀδέλφια μας στό σπίτι. Στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.
Ὁριοθέτηση τῆς πίστεως ποτέ δέν σημαίνει μισαλλοδοξία. "Ἄν γάρ μισήσῃς πῶς ἐπιστρέψεις ῤαδίως τόν πλανώμενον;" ρωτάει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Καί κάπου ἀλλοῦ τονίζει: "Οὐκ αὐθεντίας δεῖ τῷ διδασκάλῳ μόνον ἀλλά καί προσηνείας πολλῆς". Καί προσήνεια σημαίνει κατά τόν Χρυσορρήμονα Ἰωάννη ὄτι ὁ ποιμήν διδάσκει ἀκόμη καί "τούς ἀντιδιατιθεμένους ἐν ἀνεξικακίᾳ καί πραΰτητι".
Αὐθεντία, λοιπόν, καί προσήνεια πρέπει νά συμβαδίζουν. Αὐθεντία καί προσήνεια εἶναι τά δύο χέρια τοῦ ποιμένος, μέ τά ὁποῖα ἐργάζεται γιά τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Μέ τό ἔνα χέρι, τήν αὐθεντία, κρατάει τούς πασσάλους τοῦ φράκτη γερά στή θέση τους, γιά νά μή μετατεθοῦν τά ὅρια τῆς μάνδρας πού τοῦ ἐμπιστεύθηκε ὁ Χριστός. Καί μέ τό ἄλλο χέρι, τήν προσήνεια, ἀφ' ἑνός κρατάει τά ἐντός τῆς μάνδρας πρόβατα καί ἀφ' ἑτέρου βγάζοντας αὐτό τό χέρι καί ἔξω ἀπό τήν μάνδρα ἀγκαλιάζει καί ξαναφέρνει μέσα τά πλανημένα πρόβατά του.
Εὐχαριστῶ.
Στή συνέχεια, ὁ Αἰδεσιμολ. Πρωτοπρεσβύτερος κ. Δημήτριος Φώτης, Γραμματεύς τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως, ἀνέλυσε το θέμα: "Παραθρησκευτικές Ὁμάδες ΝΕΑΣ ΕΠΟΧΗΣ".
Σεβασμιώτατε, σεβαστοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοὶ καὶ πατέρες,
Εἶναι τιμή μου ποὺ βρίσκομαι σήμερα ἐδῶ γιὰ νὰ μοιραστῶ μαζί σας κάποιες σκέψεις γύρω ἀπὸ ἕνα θέμα τὸ ὁποῖο εἶναι ἐξαιρετικὰ ἐπίκαιρο καὶ κρίσιμο: «Παραθρησκευτικὲς ὁμάδες τῆς Νέας Ἐποχῆς».
Ἡ ἐποχή μας χαρακτηρίζεται ἀπὸ μιὰ ἔντονη πνευματικὴ ἀναζήτηση, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ μιὰ ἐπικίνδυνη σύγχυση. Στὸ πλαίσιο αὐτό, οἱ παραθρησκευτικὲς ὁμάδες τῆς λεγόμενης Νέας Ἐποχῆς ἐμφανίζονται ὡς ἐναλλακτικὲς μορφὲς πνευματικότητας, ὑποσχόμενες εἰρήνη, αὐτογνωσία, θεραπεία καὶ ὑπέρβαση τῶν ὁρίων τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης. Ὅμως, πίσω ἀπὸ τὸ ἑλκυστικὸ προσωπεῖο τους κρύβεται μιὰ βαθιὰ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὴν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας Του, ὅπως ἔχει ἐπισημανθεῖ καὶ στὰ ἐπίσημα συνοδικὰ κείμενα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος περὶ παραθρησκείας.
Ἡ Νέα Ἐποχὴ δὲν εἶναι μία συμπαγὴς ἰδεολογία, ἀλλὰ ἕνας ἀσαφὴς χῶρος, ὅπου συναντῶνται ἀνατολικὲς θρησκευτικὲς δοξασίες, ἀποκρυφιστικὲς πρακτικές, ψευδοεπιστημονικὲς μέθοδοι αὐτογνωσίας καὶ θεραπείας, μυστικισμός, ἀστρολογία καὶ διάφορες «ἐνεργειακὲς» ἀντιλήψεις. Πρόκειται γιὰ ἕναν σύγχρονο συγκρητισμό, ὁ ὁποῖος ἀρνεῖται τὴν ἀποκεκαλυμμένη ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἀντικαθιστᾶ μὲ ἕναν αὐτοθεωτικὸ ἀνθρωποκεντρισμό, ὅπου ὁ ἄνθρωπος θεωρεῖται «θεὸς τοῦ ἑαυτοῦ του», ὅπως ἀναλύει καὶ ὁ π. Γεώργιος Μεταλληνὸς στὶς μελέτες του περὶ παραθρησκείας.
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς προειδοποιεῖ: «τὸ Πνεῦμα λέγει ῥητῶς ὅτι ἐν ὑστέροις καιροῖς ἀποστήσονταί τινες τῆς πίστεως προσέχοντες πνεύμασι πλάνοις καὶ διδασκαλίαις δαιμονίων» (Α΄ Τιμ. 4,1). Ἡ προφητικὴ αὐτὴ φράση περιγράφει μὲ ἀκρίβεια τὸ πνεῦμα τῆς ἐποχῆς μας.
Στὸν χῶρο τῶν παραθρησκευτικῶν ὁμάδων τῆς Νέας Ἐποχῆς συναντοῦμε πλῆθος ἐκφάνσεων. Κάποιες προβάλλονται ὡς «γυμναστικὲς» ἢ «τεχνικὲς εὐεξίας», ὅπως ἡ γιόγκα καὶ ὁ διαλογισμός, ἐνῷ στὴν πραγματικότητα ἀποτελοῦν λατρευτικὲς πρακτικὲς τοῦ Ἰνδουισμοῦ καὶ τοῦ Βουδισμοῦ, γεγονὸς ποὺ ἔχει ἐπισημανθεῖ ρητὰ ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Ἄλλες ὁμάδες κινοῦνται στὸν χῶρο τοῦ ἀποκρυφισμοῦ: μαντεῖα, ἀστρολογία, κάρτες ταρώ, ρέικι καὶ διάφορες μορφὲς ἐνεργειακῶν «θεραπειῶν», γιὰ τὶς ὁποῖες ὑπάρχει σαφὴς κριτικὴ στὴ σύγχρονη ὀρθόδοξη θεολογικὴ βιβλιογραφία.
Ἡ Ἁγία Γραφὴ ἀπαγορεύει ρητὰ τέτοιες πρακτικές καὶ ὁ Μέγας Βασίλειος, στὶς ἐπιστολές του περὶ μαντείας καὶ δεισιδαιμονίας, τὶς χαρακτηρίζει ὡς «ὑποταγὴν εἰς τὰ δαιμόνια».
Συναντοῦμε ἐπίσης ψευδοχριστιανικὲς ὀργανώσεις, οἱ ὁποῖες χρησιμοποιοῦν χριστιανικὴ ὁρολογία, μιλοῦν γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ φαινομενικὰ ἀντλοῦν ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή, ἀλλὰ ἀρνοῦνται τὰ κεντρικὰ δόγματα τῆς πίστεως, ὅπως τὴν Ἁγία Τριάδα, τὴ θεότητα τοῦ Κυρίου, τὰ Μυστήρια καὶ τὴν ἀποστολικὴ Παράδοση. Ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς, στὸ ἔργο του «Ἄνθρωπος καὶ Θεάνθρωπος», ὑπογραμμίζει ὅτι «οἱαδήποτε ἀλλοίωση τῆς θεανθρωπίνης ἀληθείας ὁδηγεῖ σὲ πνευματικὴ ἀπάτη».
Παράλληλα, ὁ νεοπαγανιστικὸς χῶρος προβάλλει μιὰ ἐξιδανικευμένη εἰκόνα τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς θρησκευτικότητας, μὲ στόχο συχνὰ τὴν ὑπονόμευση τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος μᾶς ὑπενθυμίζει χαρακτηριστικά: «Ὅπου Χριστός, ἐκεῖ ἀνακαινισμός· οὐκ ἐπιστροφὴ εἰς τὰ παλαιά».
Ἡ ἐξάπλωση τῶν ὁμάδων αὐτῶν δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς κοινωνικὸ φαινόμενο, ἀλλὰ βαθὺ πνευματικὸ πρόβλημα. Ἡ ἐποχή μας χαρακτηρίζεται ἀπὸ πνευματικὸ κενὸ καὶ ἀναζήτηση νοήματος, σὲ μιὰ κοινωνία ὅπου ὁ Θεὸς ἔχει παραμερισθεῖ.
Γιὰ ποιοὺς λόγους ἑλκύονται οἱ ἄνθρωποι στὶς ὁμάδες τῆς Νέας Ἐποχῆς; Κατὰ κανόνα, διότι ζητοῦν νόημα ζωῆς, ἐμπειρία, θεραπεία συναισθηματικῶν πληγῶν καὶ αἴσθηση κοινότητας. Οἱ ὁμάδες αὐτὲς προσφέρουν εὔκολες «λύσεις», ψυχολογικὴ στήριξη καὶ ὑποσχέσεις ἐπιτυχίας, ὑγείας καὶ ἐσωτερικῆς γαλήνης, χωρὶς μετάνοια, χωρὶς Σταυρό, χωρὶς Ἐκκλησία καὶ χωρὶς Μυστήρια. Ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς τόνιζε ὅτι ὅλες οἱ ἀνθρώπινες «σωτηρίες» ἔξω ἀπὸ τὸν Χριστὸ εἶναι φαντασίες.
Οἱ κίνδυνοι γιὰ τὴν ψυχὴ εἶναι σοβαροί. Οἱ ὁμάδες αὐτὲς παραμορφώνουν τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ἀκυρώνουν τὴ μοναδικότητα τῆς σωτηρίας ἐν Χριστῷ καὶ ὁδηγοῦν συχνὰ σὲ ψυχολογικὴ καὶ πνευματικὴ ἐξάρτηση.
Ἡ ἀπάντηση τῆς Ἐκκλησίας δὲν πρέπει νὰ εἶναι φοβικὴ ἢ ἐπιθετική, ἀλλὰ φωτισμένη, πατρικὴ καὶ θεραπευτική. Ὁ Χριστὸς μᾶς ὑπενθυμίζει: «Ἐγὼ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή» (Ἰω. 14,6). Ἡ ἐνορία καλεῖται νὰ γίνει χῶρος ζωντανῆς κατήχησης καὶ σχέσης.
Ποιμαντικά, ἡ ἀντιμετώπιση τῶν παραθρησκευτικῶν ὁμάδων τῆς Νέας Ἐποχῆς ἀπαιτεῖ διάκριση, ἀγάπη πρὸς τὰ θύματα, οὐσιαστικὴ κατήχηση καὶ συνεργασία μὲ τὶς ἐπίσημες δομὲς τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως προτείνουν καὶ τὰ συνοδικὰ ποιμαντικὰ κείμενα.
Ὁ ἱερέας ὀφείλει νὰ γνωρίζει βασικὰ στοιχεῖα γιὰ τὶς κύριες ὁμάδες ποὺ δραστηριοποιοῦνται στὸν χῶρο του, νὰ ἐνημερώνεται ἀπὸ σχετικὰ ἔντυπα, ἀπὸ τὰ κείμενα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ὥστε νὰ διακρίνει τί κρύβεται πίσω ἀπὸ «οὐδέτερες» ὀνομασίες, ὅπως «κέντρο αὐτογνωσίας», «σχολὴ διαλογισμοῦ», «σεμινάρια ἐπιτυχίας». Δὲν χρειάζεται βέβαια κάθε ἱερέας νὰ γίνει «εἰδικός», ἀλλὰ νὰ ξέρει ποῦ νὰ ἀπευθυνθεῖ γιὰ βοήθεια, ἐνημέρωση, ὑλικό, ἐνίοτε καὶ γιὰ νομικὴ στήριξη ὅταν προκύπτουν ἀκραῖα φαινόμενα.
Ἐμεῖς δὲν καταγγέλλουμε τὸν πλανεμένο ἄνθρωπο, ἀλλὰ τὴν πλάνη. Ὁ Χριστὸς «οὐκ ἦλθε ψυχὰς ἀνθρώπων ἀπολέσαι, ἀλλὰ σῶσαι» (Λουκ. 9,56). Τὰ μέλη τέτοιων ὁμάδων συχνὰ εἶναι πληγωμένα, ἀπογοητευμένα ἀπὸ ἀνθρώπινες σχέσεις, ἴσως καὶ ἀπὸ κακὴ ἐκκλησιαστικὴ ἐμπειρία. Χρειάζονται χῶρο νὰ μιλήσουν, νὰ ἀκουστοῦν, νὰ νιώσουν ὅτι δὲν ἀπορρίπτονται, ἀλλὰ καλοῦνται σὲ ἐπιστροφή.
Πολλὲς παραθρησκευτικὲς ἰδέες βρίσκουν ἔδαφος σὲ ἐπιφανειακὴ γνώση τῆς Ὀρθόδοξης Πίστεως. Ἐκεῖ ὅμως ὅπου ὑπάρχει ζωντανὴ ἐμπειρία Θείας Λατρείας, συχνὴ Θεία Κοινωνία μὲ προετοιμασία, ἐνοριακὴ κοινότητα, νεανικὲς συνάξεις, σοβαρὴ κατήχηση, ἡ γοητεία τῆς Νέας Ἐποχῆς ἐξασθενεῖ. Ὁ λόγος τοῦ Κυρίου «γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς» (Ἰω. 8,32) εἶναι καὶ ποιμαντικὸ πρόγραμμα.
Ἡ Ἐκκλησία προσφέρει τὴν ἀληθινὴ θεραπεία τῆς ψυχῆς μὲ τὰ ἱερὰ Μυστήρια, τὴν προσευχή καὶ τὴν ἄσκηση. Ὅποιος ζεῖ μέσα σ᾿ αὐτήν, δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ἄλλες «πνευματικότητες». Ἡ ἀληθινὴ εἰρήνη καὶ χαρὰ βρίσκονται μόνο στὴ ζωντανὴ σχέση μὲ τὸν Χριστό.
Ἡ ποιμαντικὴ μας εὐθύνη εἶναι μεγάλη. Δὲν ἀρκεῖ νὰ καταγγείλουμε τὴν πλάνη· ὀφείλουμε νὰ δείξουμε τὸν δρόμο τῆς ἀλήθειας, ποὺ εἶναι Πρόσωπο: ὁ Ἰησοῦς Χριστός.
Ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Στήκετε καὶ κρατεῖτε τὰς παραδόσεις» (Β΄ Θεσ. 2,15). Ἂς μείνουμε λοιπὸν σταθεροὶ στὴν Ὀρθόδοξη πίστη μας καὶ ἂς γίνουμε φῶς μέσα στὸν κόσμο ὁ ὁποῖος σκοτίζεται ἀπὸ ψευδοπνευματικότητες. Διότι μόνο ὁ Χριστὸς εἶναι «τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ὃ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον» (Ἰω. 1,9).
Σᾶς εὐχαριστῶ θερμά.
Τέταρτος Εἰσηγητής, σύμφωνα με το πρόγραμμα τοῦ Συνεδρίου ἧτο ὁ κ. Βασίλειος Άραπατσάνης, Θεολόγος, ὁ ὁποῖος παρουσίασε το θέμα: "Πεντηκοστιανοί – Εὐαγγελικοί".
«Βασικές θεολογικές αποκλίσεις Πεντηκοστιανών και Ευαγγελικών από την Ορθόδοξη Εκκλησία»
Σεβασμιώτατε,
σεβαστοί πατέρες,
Οι αιρετικές ομολογίες των Ευαγγελικών και Πεντηκοστιανών που δυστυχώς δραστηριοποιούνται και στην χώρα μας, ανήκουν στον ευρύτερο χώρο των Προτεσταντών. Η προέλευση τους έχει αφορμή την αντίδραση μιας μεγάλης μερίδας μέσα από την Παπική εκκλησία, με αρχηγό και πρωτεργάτη τον Μαρτίνο Λούθηρο και την λεγόμενη Θρησκευτική Μεταρρύθμιση στα μέσα του 16ου αιώνα.
Αφορμή της αντίδρασης αυτής ήταν οι αυθαιρεσίες και η εκοσμίκευση της Παπικής εκκλησίας, η διεύρυνση της ιεράς παραδόσεως εκ μέρους του Πάπα εισάγοντας καινοτομίες τόσο στην πίστη και την λατρεία, όσο και στην εκκλησιαστική ζωή των πιστών.
Η δικαιολογημένη αυτή αντίδραση κατά του Παπισμού και στην προσπάθεια τους, να απαλλαγούναπό τα λάθη του αλάθητουκατ’΄ αυτούς Πάπα, δεν τους οδήγησε στην ταπεινή αναζήτηση της αλήθειας στη Μία, Αγία, Καθολική, και Αποστολική Εκκλησία, αλλά αντιθέτως προχώρησαν στο άλλο άκρο.
Κράτησαν μόνο την Αγία Γραφή, ως την μόνη πηγή της πίστεως και της ζωής των Χριστιανών, απορρίπτοντας την Ιερά Παράδοση, αμφισβητώντας το κύρος της ιστορικής Εκκλησίας και κάθε εκκλησιαστικής αυθεντίας. Περιορίζοντας την δικαίωση και σωτηρία μόνο εκ της πίστεως και της Χάριτος. Αλλά και από αυτή την Αγία Γραφή παραδέχονται μόνο τα 66 από τα 76 βιβλία του ιερού κανόνος.
Θέλησαν λοιπόν να διορθώσουν τα λάθη του Παπισμού χωρίς όμως να έχουν την ταπείνωση να ζητήσουν την αλήθεια, τον φωτισμό, την Χάρη του Αγίου Πνεύματος, αλλά με την δική τους ανθρώπινη λογική και σκέψη έκριναν ποιο είναι το σωστό και ποιο το λάθος, και έτσι οδηγήθηκαν σε τραγικότερα λάθη. Η τακτική τους όμως αυτή, είχε ως αποτέλεσμα μέχρι σήμερα να δίνει το δικαίωμα στο κάθε μέλος τωνομολογιών τους να κρίνει και να ερμηνεύει αναλόγως την Αγία Γραφή, δημιουργώντας έτσι νέες ομολογίες μέσα στον χώρο του Προτεσταντισμού.Το πλήθος αυτό των ομολογιών και των μεταξύ τους δογματικών διαφορών καθιστά ολοφάνερα την απουσία του Αγίου Πνεύματος που συγκροτεί το Σώμα της Εκκλησίας.
Στην συνέχεια θα αναφερθούμε με συντομία σε τέσσερις βασικές θεολογικές αποκλίσεις των Πεντηκοστιανών και Ευαγγελικών.
1. Περί Εκκλησίας
Η πρώτη και θεμελιώδης απόκλιση και διαφορά μας, αφορά το τι είναι η Εκκλησία.
Για τους Ευαγγελικούς και Πεντηκοστιανούς, η Εκκλησία νοείται κυρίως ως:
- αόρατη κοινότητα πιστών,
- σύναξη ανθρώπων που «δέχθηκαν τον Χριστό»,
- πνευματική πραγματικότητα χωρίς αναγκαιότητα ιστορικής συνέχειας.
Από αντίδραση προς τους Παπικούς, οι οποίοι οργάνωσαν την Εκκλησία όπως τα κοσμικά κράτη, απέρριψαν κάθε οργάνωση και θεσμό στην Εκκλησία. «Διατύπωσαν την παράδοξη ιδέα περί “Αοράτου Εκκλησίας”, πού δήθεν αποτελείται από άγνωστα εξωτερικά μέλη, τα οποία ανήκουν σέ όλες τίς ορατές Εκκλησίες»
Η εκκλησία γι’ αυτούς δεν ταυτίζεται με συγκεκριμένο σώμα, ούτε με αποστολική διαδοχή, ούτε με ιεροσύνη. Καθώς αρνήθηκαν στους κόλπους τους την ιεροσύνη από αντίδραση στη διαφθοράτού κλήρου τωνΠαπικών. Δενμάς χρειάζονται ιερείς, διεκήρυξαν. Οίδιος μάλιστα ο πρωτεργάτης τωνΠροτεσταντών Λούθηρος, πούήτανπαπικόςιερομόναχος, πέταξε τα ράσα και νυμφεύθηκε, μεπολλέςστησυνέχειαοικογενειακές περιπέτειες καιατασθαλίες.
Έτσι, η εκκλησία μπορεί να «ιδρυθεί» οποτεδήποτε και οπουδήποτε κάτι που όπως είπαμε και στην αρχή το βλέπουμε στο χώρο τους με την δημιουργία νέων ομολογιών – εκκλησιών.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία, όμως, ομολογεί και πρεσβεύει ότι Εκκλησία είναι:
- το Σώμα του Χριστού, με κεφαλή τον Κύριον ημών Ιησού Χριστό και μέλη του σώματος τα βαπτισμένα μέλη της εκκλησίας.
- Η εκκλησία είναι ο μόνος τόπος της σωτηρίας μας, όπως τόσο ξεκάθαρα το διακηρύττει και ο Άγιος Κυπριανός «εκτός της Εκκλησίας δεν υπάρχει σωτηρία»
- Και η συνεχής παρουσία της Πεντηκοστής μέσα στην ιστορία που φανερώνεται όμως μέσα από την αδιάκοπη Αποστολική διαδοχή των επισκόπων μας, όπως τόσο χαρακτηριστικά το εκφράζει και ο αυριανός εορταζόμενος ΆγιοςΙγνάτιοςο Θεοφόρος:«Ὅπου ὁ ἐπίσκοπος, ἐκεῖκαὶ ἡ Ἐκκλησία»
2. Περί Αγίας Γραφής και Ιεράς Παραδόσεως
Κεντρικό δόγμα των ομολογιών αυτών είναι η αρχή solaScriptura – μόνο η Αγία Γραφή.Καταλαβαίνουμε λοιπόν πως η ονομασία μάλιστα των Ευαγγελικών προέρχεται όπως λένε οι ίδιοι από το ότι δέχονται το Ευαγγέλιο ως μοναδική πηγή της πίστεως. Καταργούν έτσι την Ιερά Παράδοση που για εμάς είναι ισόκυρη με την Αγία Γραφή. Την στιγμή που η ίδια η Αγία Γραφή με το στόμα του Αποστόλου Παύλου μας προτρέπει Στήκετε και κρατείτε τας παραδόσεις (Β΄ Θεσ. β΄ 15).
Θεωρούν την Ιερά Παράδοση ωςανθρώπινη επινόηση,μεταγενέστερη αλλοίωση και εμπόδιο στην «καθαρή πίστη».Αυτό τους δίνει το δικαίωμα ώστε η Αγία Γραφή να ερμηνεύεται ατομικά, χωρίς εκκλησιαστικό κριτήριο, πολύ περισσότερο χωρίς την θεοφώτιστη πατερική ερμηνεία της Αγίας Γραφής.Η απόρριψη όμως της ιεράς Παραδόσεως οδηγεί σε πολλαπλές και αντικρουόμενες ερμηνείες, γεγονός που εξηγεί τη διάσπαση του Προτεσταντικού χώρου.
Στην Ορθοδοξία όταν κάνουμε λόγο για την αγία Γραφή και την ιερή παράδοση δεν εννοούμε δύο ξεχωριστά ή αντίθετα πράγματα, αλλά ένα αρμονικό όλο· την όλη αποκάλυψη του Θεού για χάρη της σωτηρίας του ανθρώπου.Ο Μ. Βασίλειος συνοψίζει αυτή τη διδαχή της Ορθοδοξίας με τα ακόλουθα λόγια:«Από τα δόγματα και τας αληθείας που διαφυλάσσει η Εκκλησία, άλλα μεν τα έχομε πάρει από τη γραπτή διδασκαλία, άλλα δε, που μυστικά έφθασαν μέχρις εμάς, τα εκάναμε δεκτά από την παράδοση των αποστόλων. Και τα δύο έχουν την ίδια σημασία για την πίστη. Και κανείς από όσους έχουν ακόμη και μικρή γνώση των Εκκλησιαστικών θεσμών δεν θα προβάλει αντίρρηση σ' αυτά... Γιατί αν επιχειρήσουμε να εγκαταλείψουμε όσα από τα ''έθη" είναι άγραφα, γιατί δήθεν δεν έχουν μεγάλη σημασία, χωρίς να το καταλάβουμε, θα ζημιώναμε το ευαγγέλιο στην ουσία του ή μάλλον θα μετατρέπαμε το ευαγγέλιο σε "κενόν νοήματος όνομα"».
Δεν υπάρχει λοιπόν αξιολογική διαφορά ανάμεσα στη γραπτή και άγραφη αποκάλυψη του Θεού, ανάμεσα στη γραπτή και άγραφη παράδοση της Εκκλησίας, που ανάγεται στους πρώτους εκκλησιαστικούς αιώνες και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ζωής της Εκκλησίας διά μέσου των αιώνων. Το ευαγγελικό μήνυμα φυλάσσεται και μεταδίδεται από την Εκκλησία. Οι Απόστολοι εμπιστεύθηκαν τη διδαχή του Χριστού στους ποιμένες της Εκκλησίας, που βρίσκονται σε αδιάσπαστη αποστολική διαδοχή και εγγυώνται για την καθαρότητα και την ασφαλή μετάδοση αυτής της διδαχής στις επερχόμενες γενεές. Αυτή η «παράδοση»,η «παρακαταθήκη» που παρελήφθη «άπαξ» από τους αγίους και μεταδίδεται χωρίς «χάσματα» και «διακοπές» από γενεά σε γενεά δεν αποτελεί «εντάλματα ανθρώπων», αλλά είναι το αποτέλεσμα της συνεχούς παρουσίας του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία που έχει κεφαλή τον Χριστό.
3. Περί Μυστηρίων και Θείας Χάριτος
Στον Προτεσταντικό χώρο, τα ιερά Μυστήριαυποβαθμίζονται,νοούνται κυρίως συμβολικάκαι δεν θεωρούνται φορείς της Θείας Χάριτος. Γι’ αυτό τον λόγο και με πολύ ευκολία απορρίπτουν τα πέντε από ταεπτά και δέχονται μόνο το Βάπτισμα καιτην Θεία Ευχαριστία. Καιαυτάόμωςδεντα παραδέχονται καιδεντατελούνόπωςεμείς οιΟρθόδοξοι.
Για το Βάπτισμα συγκεκριμένα, πούείναι τοΙερό Μυστήριο με τοοποίο γίνεται κανείς μέλος τήςΕκκλησίας καιπολιτογραφείτεστην Βασιλεία τούΘεού, λένεότιείναι μιααπλή τελετή, πού συμβολίζει απλώςτηναναγέννησητούανθρώπου. Δεν μεταδίδει δηλαδήτην Θεία Χάρη, αλλά συμβολίζει την μετάδοσητής Θείας Χάριτος.
Απορρίπτουνέτσιτονμυστηριακόχαρακτήρατού Βαπτίσματος. Μυστηριακόςχαρακτήρας σημαίνει ότιητελετήαυτήδενείναι κάτι το τυπικό και συμβολικό, αλλά«διὰτοῦὁρατοῦὕδατος μεταδίδεται κατὰ τρόπον μυστηριώδη ἡ Θεία Χάρις, ἀρνητικῶςμὲνὡςἄφεσηἁμαρτιῶν, θετικῶςδὲὡς πλήρωση διὰτῆς Θείας Χάριτος»
Ειδικά οι Πεντηκοστιανοί πιστεύουν στο βάπτισμα του Αγίου Πνεύματος, που όταν το λαμβάνουν δέχονται τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος που είναι υπερφυσικές δυνάμεις. Οι παρουσία αυτών των δυνάμεων είναι η απόδειξη ότι έλαβαν το βάπτισμα. Και το κατεξοχήν χάρισμα γι’ αυτούς είναι η γλωσσολαλιά που εκδηλώνουν ιδιαίτερα κατά τις συναθροίσεις τους.
Αλλά και τοΜυστήριο της Θείας Ευχαριστίας το θεωρούν σαν μία τελετή, κατάτηνοποία απλώςενθυμούμεθατον Χριστό. Δεν πιστεύουν ότιυπάρχειΣώμα καιΑίμα Κυρίου κατάτηνώρατήςτελετήςαυτής, αλλάαπλώς σύμβολα. Καιαυτό μόνοκατάτην διάρκειατήςτελετής. Μόλις τελειώσειαυτή τέλος πάντων η τελετή, πού κάνουν, δενείναιούτε σύμβολα, αλλάαπλόκρασί και νερό.Γι’ αυτό και ότι περισσεύειαπότην τελετή τους, αφούπιούνόλοι, κάποτε και μεπλαστικά ποτηράκια μιας χρήσεως, τοπετούνστοκαλάθιτωναχρήστων!
Σύμφωνα όμωςμετηνΑγίαΓραφή καιτίςερμηνείεςτωνΑγίων Πατέρων, ἡ Θεία Ευχαριστίαείναι θυσία μυστική, κατά τηνοποία προσφέρεται και σφαγιάζεται αναιμάκτοςο Κύριος, ὁ Οποίοςείναιαοράτωςπαρώνυπόταείδητούάρτου καιτούοίνου. Ως θυσία προσφέρεται απότηνΕκκλησίαστονουράνιο Πατέρα, ως η πλέον ευάρεστοςενώπιον Του λατρεία. Ως Μυστήριο προσφέρεται στον κάθε πιστό, πού προσέρχεται ναμεταλάβει«μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶἀγάπης» ΣῶμακαὶΑἷμαΧριστοῦ.
Για τούς Ευαγγελικούς και Προτεστάντες βέβαια, πού είναι εκτός τής Εκκλησίας καιδενέχουν ΧάρηΘεού, είναιόλα σύμβολα. Μπορούμε ναπούμεότι πράγματι η δική τους «Θεία Ευχαριστία» είναι μόνο συμβολική. Σ΄αυτόέχουν δίκαιο! ΓιατίαυτοίδενέχουνΙεροσύνη, τηναπέρριψαν, τηνέχασαν. Πώςλοιπόνοάρτος καιοοίνος ναμεταβληθούν σεΣώμα καιΑίμαΧριστού, αφούδενυπάρχει παρουσία ιερέως; Παραμένουν όπωςείναι, παράτίς λεγόμενες τελετές καιευχές τους.
4. Περί Σωτηρίας
Κινούμενοι από αντίδραση εναντίον των Παπικών, οι οποίοι υπερτόνιζαν την σημασία των έργων για τη σωτηρία των ανθρώπων, φθάνοντας μάλιστα στο εξωφρενικό σημείο να πωλούν τα έργα από το δήθεν περίσσευμα των καλών έργων της Παναγίας και των Αγίων, οι Προτεστάντες λένε ότι δεν χρειάζονται καθόλου τα έργα για τη σωτηρία μας. Αρκεί μόνο η πίστη. Πίστη στη λυτρωτική θυσία του Κυρίου και τίποτε άλλο.
Προκειμένου να στηρίξουν την άποψη τους αυτή χρησιμοποιούν μεταξύ άλλων και τα εξής χωρία: «Ὁ πιστεύσαςκαὶβαπτισθεὶςσωθήσεται, ὁ δὲἀπιστήσαςκατακριθήσεται» (Μάρκ. ιϛ΄ 16). «Πίστευσονἐπὶτὸν Κύριον ἸησοῦνΧριστόν, καὶσωθήσῃσὺκαὶ ὁ οἶκός σου» (Πράξ. ιϛ΄ 31) καιάλλα.
Η σωτηρία μας δενείναι κάτι το μαγικό. Την χαρίζει βεβαίως ο Θεός. Είναιανάγκηόμως νακάνει καιοάνθρωποςαυτόπούεξαρτάταιαπόαυτόν. Υπάρχουνπολλά χωρία μέσα στηνΚαινήΔιαθήκη, ταοποία λένε καθαράότι μόνοη πίστηδεν σώζει. «Τί τὸὄφελος, ἀδελφοί μου, ἐὰνπίστινλέγῃ τις ἔχειν, ἔργαδὲμὴἔχῃ; μὴ δύναται ἡ πίστις σῶσαιαὐτόν;... ἡ πίστις, ἐὰνμὴἔργαἔχῃ, νεκρά ἐστικαθʼἑαυτήν» (Ἰακ. β΄ 14-17).
Ο Ίδιοςο Θεάνθρωπος Κύριος διεκήρυξε: «Τί δέ με καλεῖτε Κύριε Κύριε, καὶοὐποιεῖτε ἃ λέγω;» (Λουκ. ϛ΄ 46). Με πιστεύετε και μεονομάζετε Κύριο, αλλάόμωςδενεφαρμόζετετα λόγια μου, δεν κάνετε δηλαδήέργααντάξια. Τί τοόφελοςλοιπόν γιασάς; Καιμας βεβαίωσεότι«οὐπᾶς ὁ λέγων μοι Κύριε Κύριε, εἰσελεύσεταιεἰςτὴνβασιλείαντῶνοὐρανῶν, ἀλλʼ ὁ ποιῶντὸ θέλημα τοῦ πατρός μου τοῦἐνοὐρανοῖς» (Ματθ. ζ΄ 21)
Επίσης κάνουν λάθος καιότανθεωρούνεύκοληυπόθεσητηνσωτηρία. Όταν λένε «αρκεί ναπιστέψεις και σώζεσαι», καιδενμιλούν γιααγώνα και θυσίες. Αυτόπούεπαναλαμβάνουν συνέχεια σταέντυπά τους, είναι: «Σέέσωσεμετην θυσία Του ὁ Χριστός. Εσύκαλείσαι να τοπιστέψεις»! Και τίποτε άλλο!
Γνωρίζουμε βέβαια ότι σωτηρία μας πραγματοποιήθηκε “ἐνΧριστῷ” μια για πάντα. ΌμωςοΧριστιανόςπούέλαβετηνΧάρη, πρέπει διαρκώς νααγρυπνείγιατίη φύση μαςείναιτρεπτή. Ο πιστός κάθε στιγμήμπορεί να πέσει, ακόμη κι αν βρίσκεται σεύψηαγιότητος.Γι’αυτό το λόγο πρέπει νααναλάβειπνευματικόαγώνα, για να μη χάσει εκείνοπούαπέκτησε. Η σωτηρία δενείναιστιγμιαίο καιαμετάκλητο γεγονός.
ΟίδιοςοΑπόστολοςΠαύλος, πούείχεανέλθεισέύψηαρετής, έγραφε γιατονεαυτό του: «Ἀδελφοί, ἐγὼἐμαυτὸνοὔπω λογίζομαι κατειληφέναι» (Φιλιπ. γ΄ 13). Δενθεωρούσετονεαυτό του τέλειο καισεσωσμένο. Φρόνημά του είχε αυτό, πούσυνιστούσε καιστουςπιστούς: «Μετὰ φόβου καὶ τρόμου τὴνἑαυτῶνσωτηρίαν κατεργάζεσθε» (Φιλιπ. β΄ 12).
Όλη βεβαίως τηνανθρωπότητατηνέσωσεμε τοαίματής θυσίας Του ο Κύριος καιάνοιξε γιαόλουςτούςανθρώπουςτηνπύλητής σωτηρίας. Ο κάθε όμωςάνθρωπος, για ναπεράσειαπόαυτήτηνπύλη και ναεισέλθειστηνΒασιλείατωνΟυρανών, πρέπει μαζί μετηνπίστη ναβιάσεικαι τονεαυτό του, νααγωνισθεί, ναπολεμήσει τα πάθη του και νατηρήσει τις εντολές του Θεού. Και όπως ο ίδιος ο Κύριος μας διαβεβαιώνει«ἡ βασιλεία τῶνοὐρανῶν βιάζεται, καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσιναὐτήν.» (Ματθ. ια’ 12) και επιπλέον «στενὴ ἡ πύλη καὶ τεθλιμμένη ἡ ὁδὸς ἡ ἀπάγουσαεἰςτὴνζωήν» (Ματθ. ζ΄ 14)
Επίλογος
Σεβασμιώτατε,
σεβαστοί πατέρες,
Από τα λίγα που αναφέραμε παραπάνω γίνεται φανερό το πόσο ακόμη περισσότερο οι Ευαγγελικοί και Προτεστάντες απομακρύνθηκαν από την Μια, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία και την σώζουσα αλήθεια που αυτή διαφυλάττει μέσα στην ιστορία. Ως συνέπεια αυτού είναι η απουσίατης αγιαστικής Χάριτος των ιερών μυστηρίων που λαμβάνουμε μέσα στην Εκκλησία μας. Και κατ’ επέκταση την απουσία του Αγίου Πνεύματος που συγκροτεί τον όλο θεσμό της Εκκλησίας με κεφαλή τον Κύριο μας Ιησού Χριστό. Συνεπώς δεν μπορούμε να μιλάμε για Εκκλησία μέσα στον χώρο τον Ευαγγελικών και Πεντηκοστιανών εφόσον οιίδιοι στην πράξη αρνήθηκαν την Μία Εκκλησία και διασπάστηκαν σε πολλές γι’ αυτούς εκκλησίες, γι’ εμάς ‘όμως εφόσον αποκόπηκαν από το ένα σώμα της Εκκλησίας με την μία κεφαλή τον Κύριον Ιησού Χριστό αποτελούν αιρέσεις και όχι εκκλησία.
Ὁ Σεβασμιώτατος, στο τέλος, εὐχαρίστησε τους ὁμιλητάς καί, ἀφοῦ ἐξήγγειλε καί ἄλλες δράσεις, εὐχήθηκε ἐπιτυχία στο Ἀντιαιρετικό ἔργο τῶν Κληρικῶν μας, με τήν ὁριοθέτηση τῆς πίστεώς μας, τήν κατάρτιση τῶν πιστῶν καί τήν ἐπιστροφή τῶν πλανεμένων πρός σωτηρία ψυχῶν.

